Μια ιστορία σκακιού

Κάποτε ήταν ο Μπόμπυ Φίσερ, ο μεγάλος πρωταθλητής σκακιού. Και ενα όμορφο ανοιξιάτικο πρωϊνο, καθόταν στην αυλή του σπιτιού του με μια σκακιέρα και μελετούσε ενα δύσκολο πρόβλημα, οταν ήρθε ενας σκύλος και κάθησε δίπλα του.

Ο Φίσερ χαϊδεψε τον σκύλο και τον έξυσε πίσω απο τα αφτιά.

Ο σκύλος κούνησε χαρούμενος την ουρά του και είπε

-«Ω ναι, εκεί μου αρέσει!»

Ο Φίσερ έμεινε με ανοιχτό το στόμα.

-«Μιλάς;», ρώτησε τον σκύλο.

-«Φυσικά μιλάω, για τι με πέρασες;», απάντησε λιγάκι προσβεβλημένος ο σκύλος.«Και σε τρείς κινήσεις θα πρέπει να θυσιάσεις τον αξιωματικό σου», συνέχισε.

Ο Φίσερ έμεινε να κοιτάζει τον σκύλο γεμάτος απορία και θαυμασμό.

-«Ξέρεις σκάκι;», ρώτησε ο Φίσερ

-«Φυσικά ξέρω σκάκι», απάντησε ο σκύλος. «Για τί με πέρασες;»

-«Ξέρεις ποιος είμαι εγω;», ρώτησε ο Φίσερ τον σκύλο.

-«Που να ξέρω;», απάντησε ο σκύλος.

-«Είμαι ο Μπόμπυ Φίσερ. Ο πρωταθλητής του σκακιού!», απάντησε ο Φίσερ γεμάτος κομπορρημοσύνη.

-«Θες να παίξουμε μια παρτίδα;», ρώτησε ο σκύλος.

-«Δεν θα παίξουμε μια!», είπε ο Φίσερ.

«Θα παίξουμε δεκαπέντε. Δημόσια, με όλους τους κανόνες. Και όποιος κερδίσει, θα είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής!»

-«Εντάξει», είπε ο σκύλος.

Και παίξανε δεκαπέντε παρτίδες, σε ενα πελώριο αμφιθέατρο γεμάτο κόσμο και δημοσιογράφους, και τις έδειξε και η τηλεόραση. Και ο σκύλος έχασε και στις δεκαπέντε. Γιατί, βασικά, ήταν σκύλος. Που ακούσατε εσείς σκύλο να παίζει σκάκι;


Μια ιστορία Κορινοϊου

Ο Ηρακλής Πουμαρώ κλώτσησε ενα ρολό κωλόχαρτο που του έφραζε το διάδρομο και μπήκε στο δωμάτιο. Έριξε μια ματιά τριγύρω, έβγαλε αφηρημένος τα Καρέλια απο την τσέπη του, έσκισε ελαφρά την πράσινη χειρουργική μάσκα μιας χρήσης που φορούσε, πέρασε απο τη σχισμή το τσιγάρο και το άναψε τραβώντας μια βαθιά ρουφηξιά.

Το δωμάτιο ήταν γεμάτο απο πάνω μέχρι κάτω με ρολά κωλόχαρτο. Ένας τεχνικός της σήμανσης τα μετρούσε, προσπαθώντας να μη χάσει το λογαριασμό. «593…594..595…». Ο Επιθεωρητής Πουμαρώ γύρισε και κοίταξε τον Αντιστράτηγο Μπαλούρδο.

-«Τι μαλακία είναι αυτό που φόρεσες;», ρώτησε ο Επιθεωρητής.

-«Μας είπαν να βάλουμε μάσκα», αποκρίθηκε ο Μπαλούρδος.

-«Αυτή είναι για δακρυγόνα», είπε ο επιθεωρητής.

-«E αυτήν είχα», απολογήθηκε ο Αντιστράτηγος.

Ο Επιθεωρητής κούνησε το κεφάλι του με μια έκφραση βαθιάς απογοήτευσης απο τη ζωή.

-«Τέλος πάντων, γιατί με έβγαλες απο την καραντίνα; Μια χαρά τα περνούσα. Είχα ψήσει ενα γκομενάκι στο τίντερ και..»

-«Αστα αυτά τώρα, Επιθεωρητά», τον διέκοψε ο Μπαλούρδος. «Εχουμε σοβαρή δουλειά εδω», είπε δείχνοντας το σώμα που κείτονταν φαρδύ-πλατύ στο πάτωμα.

«Τον βρήκαμε σήμερα το πρωϊ», συνέχισε ο Μπαλούρδος. «Τον είχαμε βάλει σε καραντίνα μόλις γύρισε απο το Λονδίνο, αλλά πρόλαβε και άδειασε τρία σουπερμάρκετ και μια αποθήκη χονδρικής κοντά στο Περιστέρι», συνέχισε.

Ο Επιθεωρητής Πουμαρώ κοίταξε το πτώμα συνωφρυωμένος.

-«Τελείωσαν η σήμανση και ο ιατροδικαστής μ’αυτόνα;», ρώτησε.

-«Στα γρήγορα, ναι», απάντησε ο Μπαλούρδος.

-«Πάντα το ήξερα οτι είναι ανώμαλοι», σχολίασε ο Επιθεώρητης. Ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος αγνόησε το σχόλιο.

«Δεν ξέρουμε ακόμα απο τι πέθανε, θα το δείξουν οι εργαστηριακές», ειπε ο Μπαλούρδος. «Επιφανειακά δείχνει για Κορινοϊο, αλλά έχουμε διάφορες υποψίες, επειδή τυχαίνει ο τύπος να είναι μεγαλέμπορας ναρκωτικών»

Ο Ηρακλής Πουμαρώ άκουγε με ενδιαφέρον καθώς περιεργάζοταν το πτώμα προσεκτικά σκυμμένος απο πάνω του.

-«Δεν καταφέραμε να αποδείξουμε τίποτα», είπε ο Μπαλούρδος. «Δώδεκα μάρτυρες αυτοκτόνησαν με τρείς σφαίρες στο κεφάλι, και ο εισαγγελέας θυμήθηκε ξαφνικά οτι είχε μια πολύ επείγουσα δουλειά στην Ακτή του Ελεφαντοστού», συνέχισε.

-«Κατάλαβα», είπε ο Επιθεωρητής. Γύρισε και κοίταξε τους τεχνικούς της Σήμανσης. «Γυρίστε τον ανάποδα, θέλω να δώ κάτι», διέταξε.

Τρείς τεχνικοί έπιασαν το πτώμα και το γύρισαν μπρούμυτα. Ήταν βαρύς, ο άτιμος.

Ο Επιθεωρητής πήρε ενα μεγεθυντικό φακό απο τους τεχνικούς, ανακάθισε στις φτέρνες του και έσκυψε μπροστά εξετάζοντας το δέρμα του πτώματος εκατοστό εκατοστό. «Μάλιστα…», μονολόγησε.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ κατέβασε τη μάσκα του, εδωσε τον φακό στον Αντιστράτηγο Μπαλούρδο, άπλωσε τα χέρια του και ανοίγοντας τα κωλομέρια του θύματος, έχωσε σχεδόν τη μύτη του στον κώλο του πτώματος και τράβηξε μια βαθιά εισπνοή. «Ακριβώς όπως το φανταζόμουν», είπε.

Ο Μπαλούρδος κοίταξε τον Επιθεωρητή καθώς παραμέριζε μερικά πακέτα κωλόχαρτο για να φτάσει στην κουζίνα. Έπλυνε προσεκτικά τα χέρια του, και φόρεσε μια καινούρια μάσκα που σούφρωσε απο την πίσω τσέπη ενός απο τους τεχνικούς.

-«Λοιπόν, επιθεωρητά;», ρώτησε ανυπόμονος ο Μπαλούρδος. «Θα πείτε και σε μάς τους άσχετους τι βρήκατε;»

Ο Επιθεωρητής Πουμαρώ έσκισε την καινούρια μάσκα και έβαλε στο στόμα του ενα καινούριο τσιγάρο. Το άναψε και κοίταξε σκεφτικός τον Μπαλούρδο. «Το συμπέρασμα είναι προφανές, Αντιστράτηγε…», είπε τελικά κουνώντας το κεφάλι του.

«…Όποιος αγοράζει πολύ κωλόχαρτο για τον Κορωνοϊο, πεθαίνει με εξαιρετικά καθαρό κώλο».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ κλώτησε ακόμα ενα ρολό κωλόχαρτο που του εμπόδιζε το δρόμο, βγήκε χωρίς να κλείσει την πόρτα πίσω του, και χάθηκε στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας.


Η μεγάλη ληστεία του τραίνου

Ο Ηρακλής Πουμαρώ τράβηξε μια τζούρα απο το iqos και το έβαλε στην τσέπη του. Κοίταξε τον αντιστράτηγο Μπαλούρδο με ενα ερωτηματικό βλέμμα ψάχνοντας την τσέπη του, έβγαλε μια πίπα και άρχισε να τη γεμίζει καπνό.

-«Αυτό είναι το τραίνο;», ρώτησε ανάβοντας την πίπα του.

-«Ναι», αποκρίθηκε ο Μπαλούρδος. «Εδω μας φώναξαν».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ τράβηξε μια τζούρα κοιτάζοντας προσεκτικά το τραίνο. Μέτρησε νοερά τα βαγόνια. Εφτά συν τη μηχανή. Έσβησε την πίπα, την έβαλε στην τσέπη του, έβγαλε μια τσίχλα νικοτίνης και άρχισε να τη μασουλάει νωχελικά καθώς ανέβαινε στο βαγόνι κοντινότερα στη μηχανή, με τον αντιστράτηγο Μπαλούρδο πίσω του.

Κοίταξε προσεκτικά γύρω του προχωρώντας χωρίς να βιάζεται στο διάδρομο των βαγονιών.

-«Προσοχή στη λεπτομέρεια, Μπαλούρδε. Έτσι λύνονται τα εγκλήματα», είπε δίνοντας στη φωνή του ενα διδακτικό τόνο. «Αυτό είναι;», ρώτησε δείχνοντας τον πάγκο στο πίσω μέρος του βαγονιού.

«Ναι», αποκρίθηκε ο Μπαλούρδος.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έπιασε το χαρτι που βρίσκοταν στον πάγκο και το κοίταξε προσεκτικά.

-«Δε χωράει καμμία αμφιβολία», είπε. «Συλλάβετε τον».

Ο Μπαλούρδος έκανε νόημα στους δυο αστυνομικούς που τον ακολουθούσαν. Μπήκαν στο δωματιάκι δίπλα στον πάγκο, και πέντε λεπτά αργότερα ξαναβγήκαν κρατώντας έναν άντρα δεμένο με χειροπέδες.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έβγαλε την τσίχλα και την κόλλησε κάτω απο τον πάγκο. Έβγαλε ενα τσιγάρο απο την τσέπη του και το άναψε. κοιτάζοντας προσεκτικά τον άντρα. Δεν είχε τίποτε το ασυνήθιστο επάνω του, αλλά ο Πουμαρώ ήξερε καλά πως έτσι είναι στην πραγματικότητα οι εγκληματίες. Συνηθισμένοι.

«Η εγκληματική σου δράση έφτασε στο τέλος της, κάθαρμα. Συλλαμβάνεσαι με την κατηγορία της ληστείας». Έδειξε στους αστυνομικούς τον κατάλογο πάνω στον πάγκο. «Αυτό να το βάλετε στα πειστήρια», είπε.

Ο Πουμαρώ κατέβηκε απο το τραίνο παρακολουθώντας βαριεστημένα τους αστυνομικούς καθώς έβαζαν τον κυλικειατζή στο περιπολικό.

-«Ακου δεκατρία ευρώ το σάντουιτς ζαμπόν κασέρι», μονολόγησε.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ πέταξε τη γόπα του στις ράγες, έψαξε στην μέσα τσέπη του σακκακιού του, έβγαλε ενα πούρο, το άναψε, και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά.


Ο Άνθρωπος που δεν έλεγε πολλά

Τα δάχτυλα του Ηρακλή Πουμαρώ χαίδεψαν απαλά το μπούτι της Kendall Jenner, η οποία άφησε ενα αναστεναγμό ηδονής και σφίχτηκε ανάμεσα στο χέρι του. Την ώρα που ο Ηρακλής προχωρούσε απαλά προς τα πάνω με αργές κινήσεις νιώθοντας το σφριγηλό, απαλό δέρμα της Kendall, χτύπησε το τηλέφωνο.

Ο Πουμαρώ ξύπνησε απο τον ήχο του τηλεφώνου που βούλιαζε το όνειρο στον χαμένο κόσμο των ονείρων που διακόπτονται ξαφνικά. Άφησε ενα σαλάκι στο μαξιλάρι του, ανασηκώθηκε, και βρίζοντας απο μέσα του, άπλωσε το χέρι του στο τηλέφωνο που βρισκόταν στο κομοδίνο δίπλα του.

-«Ποιός μαλάκας είναι τέτοια ώρα;», φώναξε εκνευρισμένος ο επιθεωρητής στο τηλέφωνο.

-«Εγω είμαι, επιθεωρητά», ακούστηκε η φωνή του αντιστράτηγου Μπαλούρδου.

-«Ξέρεις τι ώρα είναι;», ρώτησε ο Ηρακλής.

-«Επιθεωρητά, έχουμε σοβαρό πρόβλημα», είπε ο Μπαλούρδος, αγνοώντας την ερώτηση. «Θυμάστε εκείνη την υπόθεση που διαλευκάνατε πρίν απο μία εβδομάδα;»

-«Θυμισέ μου», είπε ο Ηρακλής Πουμαρώ, προσπαθώντας με το άλλο χέρι του να βολέψει την στύση του που είχε μπερδευτεί ανάμεσα στα κλινοσκεπάσματα.

-«Ο ληστής τραπεζών με τα σημειώματα, που τον βρήκαμε επειδή ήταν μουγγός», απάντησε ο Μπαλούρδος.

Ναι, θυμήθηκα», είπε ο Ηρακλής. «Ποιό είναι το πρόβλημα;»

-«Τον έχουμε εδω στην ασφάλεια εδω και τρείς μέρες και τον σαπίζουμε στο ξύλο, κι αυτός ο κερατάς αρνείται να μας πεί οτι είναι μουγγός».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ τράβηξε το χέρι του απο τα κλινοσκεπάσματα και έτριψε το μέτωπο του.

-«Μπαλούρδε, όταν πέρασες στη σχολή ΜΑΤατζήδων, σου έκαναν τέστ νοημοσύνης;», ρώτησε.

-«Φυσικά!», απάντησε ο Μπαλούρδος.

-«Και;», ρώτησε ο Ηρακλής Πουμαρώ.-

-«Μου έβγαλαν IQ 46. Το μεγαλύτερο σε ολόκληρη την τάξη. Πως αλλιώς θα έφτανα μέχρι Αντιστράτηγος;», αποκρίθηκε ο Μπαλούρδος, με μια φωνή γεμάτη υπερηφάνεια.

Ο Ήρακλής Πουμαρώ δεν απάντησε. Έκλεισε το τηλέφωνο, το άφησε στο κομοδίνο δίπλα του, άφησε ενα βαθύ αναστεναγμό, και σηκώθηκε να βγεί στο μπαλκόνι για τσιγάρο.


Ένα λυπητερό ποίημα

Ένα κόκκινο παντζάρι
κίνησε για το παζάρι
έμποροι κακοί το πιάσαν
σε καφάσι το ανεβάσαν

Και το παντζάρι πέθανε
το βρήκε τέλος άδικο
μέσα σε μια σαλάτα
με ρόκα και μπαλσάμικο


Μια παραλίγο αισθησιακή ιστορία

Το πρώτο πράγμα που είδα εκείνο το πρωϊ μόλις άνοιξα τα μάτια μου, ήταν τα ορθάνοιχτα πόδια της.

Δυστυχώς, ήταν σιδερώστρα.


Η μπαλάντα των λευκών συσκευών

Ψόφησε το πλυντήριο
γαμω το δγιάολο του
μισή μπουγάδα του’βαλα
δεν έχει το Χριστό του

Τώρα μαζεύω τα νερα
με κουταλάκι και κουβά

Εκει που δούλευε καλά
και είχε βγάλει μια πλύση
επάνω στην απόπλυση
του ήρθε να τα φτύσει

Τώρα μαζεύω τα νερά
με κουταλάκι και κουβά

Καλά που είναι κάθετο
γιατί αλλιώς δεν ξέρω
να γλύτωνα κατακλυσμό
πως θα τα καταφέρω

Τώρα μαζεύω τα νερά
με κουταλάκι και κουβά

Ξανά ποτέ τόσο νερό
δεν έχω κουβαλήσει
τέσσερα ρυζοχώραφα
στεγνά θα’χα ποτίσει

Τώρα μαζεύω τα νερά
με κουταλάκι και κουβά

Κι ελπίζω με το manual
τη λύση να τη βρώ
αλλιώς σας το υπόσχομαι
θα παω ν’απαυτωθώ

Τώρα μαζεύω τα νερά
με κουταλάκι και κουβά
και η ψυχή μου αγωνιά
πως θα απλώσω τα βρακιά
που δε στραγγίξανε καλά;