The adventures of Birdman


Μια ιστορία απόδοσης δικαιοσύνης

Κάποτε παιδιά μου, στη μακρινή Μαλαισία, ζούσε ένα κοτόπουλο. Δεν ήταν όμως ενα γλυκό απαλό κίτρινο κοτοπουλάκι όπως αυτά που βλέπετε στις χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις.

Ηταν ένα κακάσχημο, κακόψυχο, ειδεχθές και απονείδιστο κοτόπουλο. Τσίμπαγε τα άλλα κοτόπουλα με το ράμφος του, κυνηγούσε τις καημένες τις κότες, κακάριζε τρεις η ώρα το πρωί και σήκωνε όλη τη γειτονιά στο πόδι, πάταγε στα σφουγγαρισμενα, σκόρπαγε τα πίτουρα, κουτσουλαγε στο καλαμπόκι, κακοποιούσε τη γριά κότα μάνα του και, παιδιά μου – με πιάνει φρίκη την ώρα που το γράφω αυτό – το βράδυ έμπαινε κρυφά εκεί που κοιμόντουσαν οι άλλες κότες και τους έσπαγε τα αυγά τους, ξεσκίζοντας τα με τα σουβλερα του νύχια χωρίς λόγο και αιτία, απλώς έτσι για να ικανοποιήσει τα σαδιστικά του ορμέμφυτα, με αποτέλεσμα να βρούν φριχτό θάνατο δεκατέσσερα ολόκληρα αγέννητα αθώα μικρά κοτοπουλάκια μέχρι οι αρχές να καταφέρουν να σταματήσουν τη μακάβρια εγκληματική δράση του.

Για όλα αυτά τα εγκλήματα, και για πολλά άλλα που δε μας φτάνει ο χώρος να αναφέρουμε στις λίγες αυτές γραμμές, αλλά που μπορείτε να διαβάσετε στα πρακτικά της πολύκροτης δικής, το φριχτό αυτό κοτόπουλο δικάστηκε σε δίκη δίκαιη στην οποία ακολουθήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες του Νόμου, και στην οποία ενα αδιάβλητο και ουδέτερο σώμα ενόρκων, αποτελούμενο από δώδεκα άλλα κοτόπουλα, αφού συσκέφθηκαν και συζήτησαν όλα τα γεγονότα και τις ένορκες μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν στη δική για την εγκληματική δράση του φριχτού αυτού κοτόπουλου, αποφάσισαν ότι πρέπει να το κάνουμε σούπα.

Αυτή είναι η αλήθεια, όλη η αλήθεια και μόνο η αλήθεια, παιδιά μου, και όχι αυτές οι συναισθηματικες αηδιες με τις οποίες σας βασανίζουν, προσπαθώντας να σας βάλουν σε διάφορα δήθεν ηθικά ψευδοδιλήμματα, εκείνοι οι άθλιοι βήγκανς.


Μια ιστορία ανάπτυξης

Κάποτε ήταν ένας επιχειρηματίας, ο Ήλων Μάσκ, που προσπαθούσε χρόνια και χρόνια να φτιάξει κάτι μπαταρίες αλλά του βγαίνανε συνέχεια τζουφιες. Τι ιόντα ηλίθιου έβαλε, τι νικέλιο καδμιο, τίποτα. Οι μπαταριες του ψοφαγανε πιο γρήγορα κι από iPhone.

Μια μέρα, σε ένα πάρτυ στο νησί του Τζέφρυ Εψταϊν, απο κείνα με τις πιτσιρίκες, ο Ήλων γνώρισε τυχαία τον Μεγάλο Αυτοκράτορα της Μογγολίας, τον Τζένγκις Χαν. Πάνω σε μια παρτούζα, ο Ήλων διηγήθηκε στον Τζένγκις το πρόβλημα του, και ο Τζένγκις αμέσως του έδωσε τη λύση.

Γιατί, βλέπετε, ο Τζένγκις Χαν είχε κάτι φίλους Μεγάλους Παλαιούς στην Ρ’λυε, εκεί παραδίπλα από τη Μογγολία, που είχαν την εξωγήινη τεχνολογία μπαταριών αλλά δε μπορούσαν να την επενδύσουν λόγω ενός εμπάργκο του ΟΗΕ για κάτι ανθρώπινα δικαιώματα.

Ευτυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή ηρθε η γνωριμία με τον Ήλων Μάσκ που ως μεγάλο επιχειρηματικο πνεύμα είχε το κατάλληλο σχέδιο και έλυσε το πρόβλημα.

Ο Ήλων χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις του και έβαλε κάτι τζιμάνια δικηγόρους του Απαρτχάιντ από τη Νότια Αφρική, εξειδικευμένους στα εμπάργκο και στα ανθρώπινα δικαιώματα, να στήσουν μια κομπίνα με κάτι άδειες ταξί ξεπλένοντας τις επενδύσεις από το άγρυπνο μάτι του ΟΗΕ.

Κι έτσι, τα χρήματα έρρεαν άφθονα στη Μογγολία όπου έχτισαν ένα πελώριο εργοστάσιο στην αχανή έκταση της Μογγολικης σπεππας, που έφτιαχνε τις καλύτερες μπαταρίες εξωγήινης τεχνολογίας στον κόσμο.

Χάρη στις μπαταρίες αυτές ο Ήλων Μάσκ έφτιαξε ένα τρομερό και φοβερό αυτοκίνητο χωρίς βενζίνη, που χάρη στους εξελιγμένους αλγόριθμους μασίν λέρνιν που χρησιμοποιούσε, είχε την απίστευτη δυνατότητα να τρακάρει μόνο του, χωρίς τη βοήθεια οδηγού.

Ο Αυτοκράτορας Τζένγκις Χαν όμως, κουρασμένος από τη διοικηση της πελωριας αυτοκρατορίας του – που χάρη στην τεχνολογία είχε πλέον επεκταθεί από τα βάθη της Ασίας μέχρι την Μεσόγειο θάλασσα – ζήλεψε το επιχειρηματικό πνεύμα του συνέταιρου του σ’αυτο το επιτυχημένο ΣΔΙΤ.

Ο Τζένγκις Χαν παραιτήθηκε από αυτοκράτορας, και έφτιαξε εκείνη τη μαλακία με τα τουβλάκια που τραβάς ένα και πέφτουν όλα, παιχνίδι που για κάποιο μυστήριο λόγο έγινε διασημο και πουλήθηκε σε όλο τον κόσμο, αποφέροντας μυθικά πλούτη στον πρώην Αυτοκράτορα.

Και δεν ήταν παρά λίγες δεκαετίες πριν από σήμερα που σας διηγούνται αυτή την ιστορία, παιδιά μου, που για να γιορτάσουν την επιτυχία του σχεδίου με τις μπαταρίες των Μεγάλων Παλαιών, σε μια σεμνή και λιτή τελετή έναν Μάϊο, ο Τζένγκις Χαν μαζί με τον Ήλων, έδωσαν στην πρωτεύουσα της Μογγολίας το όνομα που έχει μέχρι και σήμερα:

Κθουλάν Μπατάρ.


Μια ιστορία για τους κινδύνους των εμβολίων

Ο επιθεωρητής Πουμαρώ κοίταξε το ρολόι του την ώρα που ο αντιστράτηγος Μπαλούρδος έφτανε στον τόπο του εγκλήματος.

– «Συγνωμη που άργησα, Ηρακλή, είχα να σαπακιάσω κάτι 13χρονους τρομοκρ…» άρχισε να λέει ο Μπαλούρδος, για να τον διακόψει σχεδόν αμέσως ο επιθεωρητής:

– «Ασε τις μαλακίες, Μπαλούρδε, δε βλέπεις τι έχουμε εδώ πέρα;» είπε ο Πουμαρώ, δείχνοντας το κοντέινερ, κάτω από το οποίο εξείχαν δύο πόδια.

– «Ακαριαίος θάνατος», είπε ο Μπαλούρδος. «Ο τύπος έγινε χαλκομανια!»

– «Μονο κάτι μπούμερς σαν εσένα θυμούνται ακόμα τις χαλκομανίες, Μπαλούρδε», απάντησε ο Ηρακλής, κάνοντας το γύρο του κοντέινερ. «Εγινε πίτα, να λες, μπας και σε καταλάβουν οι αναγνωστες», συνέχισε.

Το κοντέινερ είχε ανοίξει από την πτώση, και από τις ανοιχτές πόρτες του ξεχύνονταν στο δρόμο το περιεχόμενο του: Χιλιάδες δίσκοι μουσικής. Από κείνους των 78 στροφών.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ σκουντηξε μερικούς δίσκους με το πόδι του διαβάζοντας τους τίτλους. «Without you I’m nothing», «Sleeping with ghosts».

Ο Ηρακλής έσκυψε και πήρε στα χέρια του έναν από τους δίσκους μουσικής. «Αυτόν δεν τον έχω», μονολογήσε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο Καρέλια, έβγαλε ένα, το άναψε και στράφηκε πρός τον αντιστράτηγο.

– «Μπαλούρδε, επικοινώνησε με το νοσοκομείο που κάνουν τις κλινικές δοκιμές για το εμβόλιο του κορινοϊου SARS-COV-2», είπε.

«Ρώτα αν λείπει κανένα πειραματόζ… συγνώμη, εθελοντής της κλινικής δοκιμής εννοώ».

«Συγκεκριμένα, κάποιος από το σκέλος ελέγχου του πειράματος, που να μην του χορηγήθηκε το εμβολιο, αλλά η ανενεργός ουσία», διευκρίνισε ο Πουμαρώ.

Άναψε το τσιγάρο του και παρακολούθησε για λίγο τον Μπαλούρδο, που πάλευε να επικοινωνήσει με τον ασύρματο Motorola με το νοσοκομείο μέσω του κέντρου της αστυνομίας. Ο επιθεωρητής έβγαλε από την τσέπη του ένα iphone και του το έδωσε. «Δοκίμασε μ’αυτο, μπούμερ», είπε.

Ο Ηρακλής έκανε το τσιγάρο του κοιτάζοντας τη σκηνή όση ώρα ο αντιστράτηγος Μπαλούρδος προσπαθούσε να συνεννοηθεί με το νοσοκομείο. Ύστερα από λίγο ο Μπαλούρδος έκλεισε το τηλέφωνο και το επέστρεψε στον επιθεωρητή.

– «Ειχες δίκιο, επιθεωρητή!» αναφώνησε ο αντιστράτηγος με θαυμασμό. Τον βρήκαμε! Είναι ο εθελοντής νούμερο 4795316 της κλινικής δοκιμής για το εμβόλιο του κορινοϊου. Εξαφανίστηκε από προχθές και τον ψάχνανε.

«Οταν εξαφανίστηκε φορούσε ακριβώς αυτές τις αηδίες», συνέχισε ο Μπαλούρδος δείχνοντας τα καλτσάκια στα πόδια του πτώματος που εξείχαν κάτω από το κοντέινερ. Ήταν χρώματος ροζ με πράσινα πουτσάκια ζωγραφισμένα επάνω τους.

«Είναι σίγουρα αυτός!», είπε ο Μπαλούρδος. «Και ηταν όντως στο σκέλος της δοκιμής που δεν πήρε το εμβόλιο. Μα πως τον ανακαλύψατε τόσο γρήγορα, επιθεωρητα;», ρώτησε, γεμάτος απορία για το αστυνομικό δαιμόνιο του Ηρακλή Πουμαρώ.

– «Είναι προφανές, αγαπητέ μου Μπαλούρδε», απάντησε ο Ηρακλής δείχνοντας του το δίσκο που κρατούσε στα χέρια του. Ήταν το «Black market music».

– «Το θύμα πέθανε από Placebo», είπε ο επιθεωρητής.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έβαλε το δίσκο στο μπουφάν του, πέταξε τη γόπα του τσιγάρου του στο πεζοδρόμιο, και προχώρησε προς το αυτοκίνητο του σιγοσφυρίζοντας τη μελωδία του «Every you and every me»


The Birth of a Hero


Το κελάρι της ντροπής

Ο επιθεωρητής Πουμαρώ κουνιόταν σπαστικά στην καρέκλα του. Ανέβαζε το αριστερό πόδι, κατέβαζε το δεξί πόδι. Ανέβαζε το δεξί πόδι, κατέβαζε το αριστερό πόδι.

«Τι θα γίνει επιτέλους, Μπαλούρδε, θα έρθουν ποτέ αυτοί οι ηλίθιοι σ’αυτό το κωλοχώρι που μέ έφερες;» ρώτησε.

-«Κάνε υπομονή, Ηρακλή. Είναι σημαντικοί άνθρωποι, έχουν δουλειές

Ναι, αλλά θέλω να καπνίσω» απάντησε ο Ηρακλής.

Η πόρτα άνοιξε, και μπήκαν τέσσερις ηλικιωμένοι άντρες. Ο Ηρακλής τους περιεργάστηκε προσεκτικά. Ήταν ο Παπάς, ο Δάσκαλος, ο Ενωμοτάρχης της χωροφυλακής, και ο Πρόεδρος του χωριού.

Κάθησαν γύρω απο το τραπέζι, και στάθηκαν αμίλητοι κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον με βλέμματα γεμάτα αμηχανία, δίχως να μιλάει κανένας.

Ύστερα απο πέντε λεπτά σιωπής, η υπομονή του Πουμαρώ είχε εξαντληθεί.

«Θα μου πεί κανείς τι συμβαίνει εδω πέρα;» ρώτησε, λίγο πιο φωναχτά απο οτι του επέτρεπε συνήθως η αστική του ευγένεια.

Σε φωνάξαμε επειδή έχουμε μια λεπτή υπόθεση» είπε ο Ενωμοτάρχης. «Όπως θα ξέρεις, ο Μπαλούρδος είναι κουμπάρος μου, και ζήτησα τη βοήθεια του«

Και ποιά είναι αυτή η… λεπτή υπόθεση, ακριβώς;» ρώτησε ο Ηρακλής, που δεν έβλεπε πουθενά κανένα δείγμα λεπτότητας σ’αυτό το κωλοχώρι της Μεσσηνίας, στη μέση του απολύτως τίποτα.

Πρίν απο καιρό, πάνε τριάντα χρόνια, ζούσαν εδω στο χωριό τρείς αδερφές» πήρε το λόγο ο Δάσκαλος. «Η Σάρα, η Μάρα και η Ζάρα. Μεγάλωσαν στη σκιά του πατέρα – αφέντη τους, και μιας μάνας που δεν είχε λόγο σε τίποτε. Η μόνη έξοδος που τους επέτρεπε ο πατέρας, ήταν κάθε Κυριακή για την εκκλησία, και στο πανηγύρι του χωριού μία φορά τον χρόνο«

Καλά τις έκανε, τις τσούπρες» πετάχτηκε ο Παπάς. «Τι, να τις έχει να σουρτουκεύουν απο δώ κι απο κεί; Είναι πράγματα του θεού αυτά;

Ο Πρόεδρος του έριξε ενα σκληρό βλέμμα, και ο Παπάς το βούλωσε. Οι καιροί ήταν σκληροί, αλλά οι πράξεις σκληρότερες.

Και μια μέρα» συνέχισε ο Δάσκαλος, «ο πατέρας τις εγκαταλείπει και εξαφανίζεται. Το κοινωνικό στίγμα είναι βαρύ για την οικογένεια που άφησε πίσω του, όμως μαζί έρχεται και η λύτρωση από τους αυστηρούς κανόνες που είχε επιβάλλει. Οι τρείς αδελφές μεταναστεύουν σε τρείς διαφορετικές ηπείρους«

Και φτάνουμε στο σήμερα» είπε ο Πρόεδρος.

«Βλέπετε, ο πατέρας ήταν ο αδερφός μου. Η σχωρεμένη η κουνιάδα μου πέθανε, αλλά πρόλαβα να τη βάλω να γράψει το σπίτι στο γιό μου τον μεγαλομπεμπέ, ναχει μια δουλειά να κάνει ο ανεπρόκοπος, που παριστάνει τον εργολάβο«.

Και τα κατάφερε καλά ο μπαγάσας. Μεγάλο επιχειρηματικό πνεύμα. Κατεδάφισε το σπίτι, κι έχτισε ενα μπουρδελάκι, φίνο!» τελείωσε την πρόταση ο Eνωμοτάρχης, σταυρώνοντας τα δάχτυλα του και φιλώντας τα για να δώσει έμφαση στη λέξη «φίνο».

Φέραμε και τρείς Βουλγάρες, και γαμάει όλο το χωριό!» είπε εντυπωσιασμένος ο Δάσκαλος.

«Μετά την εκκλησία την Κυριακή, γίνεται της πουτάνας!«.

Και οι πέντε παρευρισκόμενοι ξεράθηκαν στο γέλιο, εκτός απο τον Ηρακλή Πουμαρώ, που δεν του φάνηκε πολύ αστείο.

Δυστυχώς, το σπίτι έκρυβε στα υπόγεια του ενα βαρύ μυστικό» συνέχισε ο Δάσκαλος.

Η μάνα, πρίν πεθάνει, τα εξομολογήθηκε όλα στον παπά. Ο πατέρας, βλέπετε, βίαζε τα κορίτσια στο κελάρι του σπιτιού, και μια μέρα αυτές τα πήραν κρανίο, πήραν ενα κονσερβοκούτι απο ενα κομμουνιστή που ήταν περαστικός απο δω, παρέσυραν τον πατέρα τους με μπαμπεσιά, και τον σφάξανε στο κελάρι

Ο Πρόεδρος κοκκίνησε απο θυμό.

Τον δύσμοιρο τον αδερφό μου!» αναφώνησε. «Αυτές οι καριόλες οι κόρες του, του βγάλανε τα άντερα, τον κάνανε κιμά, γέμισαν λουκάνικα και τα κρέμασαν στο κελάρι να σιτέψουν.

«Τα κόκκαλα τα θάψανε» συνέχισε. «Κι εκείνη τη χρονιά, πούλησαν τα λουκάνικα στο πανηγύρι, και μαζέψανε λεφτά να μεταναστέψουν στο εξωτερικό και να το παίζουν brain drain«

Οταν το έμαθα» διέκοψε ο Παπάς, «ξέρναγα τρείς μέρες συνέχεια. Γιατί ακόμα θυμόμουν τι νόστιμα που ήταν εκείνα τα λουκάνικα στο πανηγύρι! Απο τότε, φρούτα, τρώω μόνο φρούτα!«

Αυτό είναι όλο;» είπε ο Ηρακλής. «Τα πράγματα είναι εύκολα. Θα φωνάξουμε τις κόρες και θα τις συλλάβουμε για το φόνο. Οι σύγχρονες τεχνικές DNA…«

Ο Ενωμοτάρχης τον διέκοψε με ενα νεύμα.

Δεν είναι τόσο απλό, Ηρακλή. Τη Σάρα και τη Μάρα θα τις καταφέρουμε, αλλα η Ζάρα άνοιξε μια τεράστια αλυσίδα με καταστήματα ρούχων, κι έχει γίνει διάσημη. Έτσι και πάμε να τις αγγίξουμε, θα γίνει σκάνδαλο

Ούτε να το θάψουμε μπορούμε το πράγμα, γιατί έχει αρχίσει να ακούγεται. Το φάντασμα του πατέρα βγαίνει τα βράδια και κυνηγάει τα κορίτσια στο μπουρδελάκι να τους τον χώσει! Αμα πούνε τίποτα; Και πλησιάζει και το πανηγύρι της μπάμιας φέτος, θα έρθουν απ’όλα τα χωριά και θα γίνουμε ρόμπες!»

«Τι ντροπή!» αναφώνησε ο παπάς, κάνοντας το σταυρό του με το αριστερό.

Πανηγύρι τις μπάμιας;» ρώτησε ο επιθεωρητής Πουμαρώ, με ενα μορφασμό αηδίας.

Τρελλή μπίζνα» απάντησε ο Ενωμοτάρχης. «Βλέπετε, το πανηγύρι είναι της μπάμιας, αλλά σερβίρουμε και γουρουνοπούλα. Μονο που οι μπάμιες είναι τζάμπα, ενω τη γουρουνοπούλα την πληρώνεις. Μοιραζόμαστε τα λεφτά οι τέσσερις μας και την κάνουμε φίνα«

Τέλος πάντων, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με όλη αυτή τη δύσκολη κατάσταση, και είπαμε να φωνάξουμε εσάς, μήπως έχετε να δώσετε κάποια λύση. Το δαιμόνιο αστυνομικό σας μυαλό κάτι θα σκεφτεί» απευθύνθηκε στον Ηρακλή Πουμαρώ ο Πρόεδρος.

Ετσι κι αλλιώς αυτά είναι περασμένα – ξεχασμένα, αλλά βγαίνουμε στη σύνταξη και οι τέσσερις του χρόνου, και θα ναι ντροπή του θεού για τον τόπο μας, να ξεσπάσει τέτοιο σκάνδαλο στον καιρό του πανηγυριού της μπάμιας!» είπε ο Παπάς.

Και μπορεί και να μας κόψουνε το επίδομα στη σύνταξη, αν μαθευτεί η ιστορία» συνέχισε ο Δάσκαλος.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έσκυψε σκεπτικός το κεφάλι, παίζοντας στα δάχτυλα τον αναπτήρα του. Σηκώθηκε απο την καρέκλα του και κοίταξε εξονυχιστικά τα πρόσωπα των τεσσάρων ανδρών απέναντι του.

Βασανισμένοι καιροί, αλλά περισσότερο βασανισμένοι άνθρωποι.

Γιατί δε βάζετε τον εργολάβο να ξαναγκρεμίσει το κτίριο;» πρότεινε ο Ηρακλής τελικά.

Τι;» πετάχτηκε ο Παπάς, με την αγωνία ξεκάθαρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. «Και το μπουρδελάκι;«

Βάλτε το στο Δημαρχείο» απάντησε ο επιθεωρητής. «Ετσι κι αλλιώς, μπουρδέλο είστε ήδη«

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έβγαλε το πακέτο απο την τσέπη του και έβαλε ενα τσιγάρο στο στόμα του κοιτάζοντας τους τέσσερις άντρες. Μια ελπίδα άρχισε να διακρίνεται επιτέλους στο βασανισμένο βλέμμα τους.

Ο επιθεωρητής άνοιξε την πόρτα, και χάθηκε σιγοπερπατώντας στο γλυκερό σκοτάδι της υπαίθρου.


Μια ιστορία σκακιού

Κάποτε ήταν ο Μπόμπυ Φίσερ, ο μεγάλος πρωταθλητής σκακιού. Και ενα όμορφο ανοιξιάτικο πρωϊνο, καθόταν στην αυλή του σπιτιού του με μια σκακιέρα και μελετούσε ενα δύσκολο πρόβλημα, οταν ήρθε ενας σκύλος και κάθησε δίπλα του.

Ο Φίσερ χαϊδεψε τον σκύλο και τον έξυσε πίσω απο τα αφτιά.

Ο σκύλος κούνησε χαρούμενος την ουρά του και είπε

-«Ω ναι, εκεί μου αρέσει!»

Ο Φίσερ έμεινε με ανοιχτό το στόμα.

-«Μιλάς;», ρώτησε τον σκύλο.

-«Φυσικά μιλάω, για τι με πέρασες;», απάντησε λιγάκι προσβεβλημένος ο σκύλος.«Και σε τρείς κινήσεις θα πρέπει να θυσιάσεις τον αξιωματικό σου», συνέχισε.

Ο Φίσερ έμεινε να κοιτάζει τον σκύλο γεμάτος απορία και θαυμασμό.

-«Ξέρεις σκάκι;», ρώτησε ο Φίσερ

-«Φυσικά ξέρω σκάκι», απάντησε ο σκύλος. «Για τί με πέρασες;»

-«Ξέρεις ποιος είμαι εγω;», ρώτησε ο Φίσερ τον σκύλο.

-«Που να ξέρω;», απάντησε ο σκύλος.

-«Είμαι ο Μπόμπυ Φίσερ. Ο πρωταθλητής του σκακιού!», απάντησε ο Φίσερ γεμάτος κομπορρημοσύνη.

-«Θες να παίξουμε μια παρτίδα;», ρώτησε ο σκύλος.

-«Δεν θα παίξουμε μια!», είπε ο Φίσερ.

«Θα παίξουμε δεκαπέντε. Δημόσια, με όλους τους κανόνες. Και όποιος κερδίσει, θα είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής!»

-«Εντάξει», είπε ο σκύλος.

Και παίξανε δεκαπέντε παρτίδες, σε ενα πελώριο αμφιθέατρο γεμάτο κόσμο και δημοσιογράφους, και τις έδειξε και η τηλεόραση. Και ο σκύλος έχασε και στις δεκαπέντε. Γιατί, βασικά, ήταν σκύλος. Που ακούσατε εσείς σκύλο να παίζει σκάκι;


Μια ιστορία Κορινοϊου

Ο Ηρακλής Πουμαρώ κλώτσησε ενα ρολό κωλόχαρτο που του έφραζε το διάδρομο και μπήκε στο δωμάτιο. Έριξε μια ματιά τριγύρω, έβγαλε αφηρημένος τα Καρέλια απο την τσέπη του, έσκισε ελαφρά την πράσινη χειρουργική μάσκα μιας χρήσης που φορούσε, πέρασε απο τη σχισμή το τσιγάρο και το άναψε τραβώντας μια βαθιά ρουφηξιά.

Το δωμάτιο ήταν γεμάτο απο πάνω μέχρι κάτω με ρολά κωλόχαρτο. Ένας τεχνικός της σήμανσης τα μετρούσε, προσπαθώντας να μη χάσει το λογαριασμό. «593…594..595…». Ο Επιθεωρητής Πουμαρώ γύρισε και κοίταξε τον Αντιστράτηγο Μπαλούρδο.

-«Τι μαλακία είναι αυτό που φόρεσες;», ρώτησε ο Επιθεωρητής.

-«Μας είπαν να βάλουμε μάσκα», αποκρίθηκε ο Μπαλούρδος.

-«Αυτή είναι για δακρυγόνα», είπε ο επιθεωρητής.

-«E αυτήν είχα», απολογήθηκε ο Αντιστράτηγος.

Ο Επιθεωρητής κούνησε το κεφάλι του με μια έκφραση βαθιάς απογοήτευσης απο τη ζωή.

-«Τέλος πάντων, γιατί με έβγαλες απο την καραντίνα; Μια χαρά τα περνούσα. Είχα ψήσει ενα γκομενάκι στο τίντερ και..»

-«Αστα αυτά τώρα, Επιθεωρητά», τον διέκοψε ο Μπαλούρδος. «Εχουμε σοβαρή δουλειά εδω», είπε δείχνοντας το σώμα που κείτονταν φαρδύ-πλατύ στο πάτωμα.

«Τον βρήκαμε σήμερα το πρωϊ», συνέχισε ο Μπαλούρδος. «Τον είχαμε βάλει σε καραντίνα μόλις γύρισε απο το Λονδίνο, αλλά πρόλαβε και άδειασε τρία σουπερμάρκετ και μια αποθήκη χονδρικής κοντά στο Περιστέρι», συνέχισε.

Ο Επιθεωρητής Πουμαρώ κοίταξε το πτώμα συνωφρυωμένος.

-«Τελείωσαν η σήμανση και ο ιατροδικαστής μ’αυτόνα;», ρώτησε.

-«Στα γρήγορα, ναι», απάντησε ο Μπαλούρδος.

-«Πάντα το ήξερα οτι είναι ανώμαλοι», σχολίασε ο Επιθεώρητης. Ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος αγνόησε το σχόλιο.

«Δεν ξέρουμε ακόμα απο τι πέθανε, θα το δείξουν οι εργαστηριακές», ειπε ο Μπαλούρδος. «Επιφανειακά δείχνει για Κορινοϊο, αλλά έχουμε διάφορες υποψίες, επειδή τυχαίνει ο τύπος να είναι μεγαλέμπορας ναρκωτικών»

Ο Ηρακλής Πουμαρώ άκουγε με ενδιαφέρον καθώς περιεργάζοταν το πτώμα προσεκτικά σκυμμένος απο πάνω του.

-«Δεν καταφέραμε να αποδείξουμε τίποτα», είπε ο Μπαλούρδος. «Δώδεκα μάρτυρες αυτοκτόνησαν με τρείς σφαίρες στο κεφάλι, και ο εισαγγελέας θυμήθηκε ξαφνικά οτι είχε μια πολύ επείγουσα δουλειά στην Ακτή του Ελεφαντοστού», συνέχισε.

-«Κατάλαβα», είπε ο Επιθεωρητής. Γύρισε και κοίταξε τους τεχνικούς της Σήμανσης. «Γυρίστε τον ανάποδα, θέλω να δώ κάτι», διέταξε.

Τρείς τεχνικοί έπιασαν το πτώμα και το γύρισαν μπρούμυτα. Ήταν βαρύς, ο άτιμος.

Ο Επιθεωρητής πήρε ενα μεγεθυντικό φακό απο τους τεχνικούς, ανακάθισε στις φτέρνες του και έσκυψε μπροστά εξετάζοντας το δέρμα του πτώματος εκατοστό εκατοστό. «Μάλιστα…», μονολόγησε.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ κατέβασε τη μάσκα του, εδωσε τον φακό στον Αντιστράτηγο Μπαλούρδο, άπλωσε τα χέρια του και ανοίγοντας τα κωλομέρια του θύματος, έχωσε σχεδόν τη μύτη του στον κώλο του πτώματος και τράβηξε μια βαθιά εισπνοή. «Ακριβώς όπως το φανταζόμουν», είπε.

Ο Μπαλούρδος κοίταξε τον Επιθεωρητή καθώς παραμέριζε μερικά πακέτα κωλόχαρτο για να φτάσει στην κουζίνα. Έπλυνε προσεκτικά τα χέρια του, και φόρεσε μια καινούρια μάσκα που σούφρωσε απο την πίσω τσέπη ενός απο τους τεχνικούς.

-«Λοιπόν, επιθεωρητά;», ρώτησε ανυπόμονος ο Μπαλούρδος. «Θα πείτε και σε μάς τους άσχετους τι βρήκατε;»

Ο Επιθεωρητής Πουμαρώ έσκισε την καινούρια μάσκα και έβαλε στο στόμα του ενα καινούριο τσιγάρο. Το άναψε και κοίταξε σκεφτικός τον Μπαλούρδο. «Το συμπέρασμα είναι προφανές, Αντιστράτηγε…», είπε τελικά κουνώντας το κεφάλι του.

«…Όποιος αγοράζει πολύ κωλόχαρτο για τον Κορωνοϊο, πεθαίνει με εξαιρετικά καθαρό κώλο».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ κλώτησε ακόμα ενα ρολό κωλόχαρτο που του εμπόδιζε το δρόμο, βγήκε χωρίς να κλείσει την πόρτα πίσω του, και χάθηκε στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας.


Η μεγάλη ληστεία του τραίνου

Ο Ηρακλής Πουμαρώ τράβηξε μια τζούρα απο το iqos και το έβαλε στην τσέπη του. Κοίταξε τον αντιστράτηγο Μπαλούρδο με ενα ερωτηματικό βλέμμα ψάχνοντας την τσέπη του, έβγαλε μια πίπα και άρχισε να τη γεμίζει καπνό.

-«Αυτό είναι το τραίνο;», ρώτησε ανάβοντας την πίπα του.

-«Ναι», αποκρίθηκε ο Μπαλούρδος. «Εδω μας φώναξαν».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ τράβηξε μια τζούρα κοιτάζοντας προσεκτικά το τραίνο. Μέτρησε νοερά τα βαγόνια. Εφτά συν τη μηχανή. Έσβησε την πίπα, την έβαλε στην τσέπη του, έβγαλε μια τσίχλα νικοτίνης και άρχισε να τη μασουλάει νωχελικά καθώς ανέβαινε στο βαγόνι κοντινότερα στη μηχανή, με τον αντιστράτηγο Μπαλούρδο πίσω του.

Κοίταξε προσεκτικά γύρω του προχωρώντας χωρίς να βιάζεται στο διάδρομο των βαγονιών.

-«Προσοχή στη λεπτομέρεια, Μπαλούρδε. Έτσι λύνονται τα εγκλήματα», είπε δίνοντας στη φωνή του ενα διδακτικό τόνο. «Αυτό είναι;», ρώτησε δείχνοντας τον πάγκο στο πίσω μέρος του βαγονιού.

«Ναι», αποκρίθηκε ο Μπαλούρδος.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έπιασε το χαρτι που βρίσκοταν στον πάγκο και το κοίταξε προσεκτικά.

-«Δε χωράει καμμία αμφιβολία», είπε. «Συλλάβετε τον».

Ο Μπαλούρδος έκανε νόημα στους δυο αστυνομικούς που τον ακολουθούσαν. Μπήκαν στο δωματιάκι δίπλα στον πάγκο, και πέντε λεπτά αργότερα ξαναβγήκαν κρατώντας έναν άντρα δεμένο με χειροπέδες.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έβγαλε την τσίχλα και την κόλλησε κάτω απο τον πάγκο. Έβγαλε ενα τσιγάρο απο την τσέπη του και το άναψε. κοιτάζοντας προσεκτικά τον άντρα. Δεν είχε τίποτε το ασυνήθιστο επάνω του, αλλά ο Πουμαρώ ήξερε καλά πως έτσι είναι στην πραγματικότητα οι εγκληματίες. Συνηθισμένοι.

«Η εγκληματική σου δράση έφτασε στο τέλος της, κάθαρμα. Συλλαμβάνεσαι με την κατηγορία της ληστείας». Έδειξε στους αστυνομικούς τον κατάλογο πάνω στον πάγκο. «Αυτό να το βάλετε στα πειστήρια», είπε.

Ο Πουμαρώ κατέβηκε απο το τραίνο παρακολουθώντας βαριεστημένα τους αστυνομικούς καθώς έβαζαν τον κυλικειατζή στο περιπολικό.

-«Ακου δεκατρία ευρώ το σάντουιτς ζαμπόν κασέρι», μονολόγησε.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ πέταξε τη γόπα του στις ράγες, έψαξε στην μέσα τσέπη του σακκακιού του, έβγαλε ενα πούρο, το άναψε, και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά.


Ο Άνθρωπος που δεν έλεγε πολλά

Τα δάχτυλα του Ηρακλή Πουμαρώ χαίδεψαν απαλά το μπούτι της Kendall Jenner, η οποία άφησε ενα αναστεναγμό ηδονής και σφίχτηκε ανάμεσα στο χέρι του. Την ώρα που ο Ηρακλής προχωρούσε απαλά προς τα πάνω με αργές κινήσεις νιώθοντας το σφριγηλό, απαλό δέρμα της Kendall, χτύπησε το τηλέφωνο.

Ο Πουμαρώ ξύπνησε απο τον ήχο του τηλεφώνου που βούλιαζε το όνειρο στον χαμένο κόσμο των ονείρων που διακόπτονται ξαφνικά. Άφησε ενα σαλάκι στο μαξιλάρι του, ανασηκώθηκε, και βρίζοντας απο μέσα του, άπλωσε το χέρι του στο τηλέφωνο που βρισκόταν στο κομοδίνο δίπλα του.

-«Ποιός μαλάκας είναι τέτοια ώρα;», φώναξε εκνευρισμένος ο επιθεωρητής στο τηλέφωνο.

-«Εγω είμαι, επιθεωρητά», ακούστηκε η φωνή του αντιστράτηγου Μπαλούρδου.

-«Ξέρεις τι ώρα είναι;», ρώτησε ο Ηρακλής.

-«Επιθεωρητά, έχουμε σοβαρό πρόβλημα», είπε ο Μπαλούρδος, αγνοώντας την ερώτηση. «Θυμάστε εκείνη την υπόθεση που διαλευκάνατε πρίν απο μία εβδομάδα;»

-«Θυμισέ μου», είπε ο Ηρακλής Πουμαρώ, προσπαθώντας με το άλλο χέρι του να βολέψει την στύση του που είχε μπερδευτεί ανάμεσα στα κλινοσκεπάσματα.

-«Ο ληστής τραπεζών με τα σημειώματα, που τον βρήκαμε επειδή ήταν μουγγός», απάντησε ο Μπαλούρδος.

Ναι, θυμήθηκα», είπε ο Ηρακλής. «Ποιό είναι το πρόβλημα;»

-«Τον έχουμε εδω στην ασφάλεια εδω και τρείς μέρες και τον σαπίζουμε στο ξύλο, κι αυτός ο κερατάς αρνείται να μας πεί οτι είναι μουγγός».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ τράβηξε το χέρι του απο τα κλινοσκεπάσματα και έτριψε το μέτωπο του.

-«Μπαλούρδε, όταν πέρασες στη σχολή ΜΑΤατζήδων, σου έκαναν τέστ νοημοσύνης;», ρώτησε.

-«Φυσικά!», απάντησε ο Μπαλούρδος.

-«Και;», ρώτησε ο Ηρακλής Πουμαρώ.-

-«Μου έβγαλαν IQ 46. Το μεγαλύτερο σε ολόκληρη την τάξη. Πως αλλιώς θα έφτανα μέχρι Αντιστράτηγος;», αποκρίθηκε ο Μπαλούρδος, με μια φωνή γεμάτη υπερηφάνεια.

Ο Ήρακλής Πουμαρώ δεν απάντησε. Έκλεισε το τηλέφωνο, το άφησε στο κομοδίνο δίπλα του, άφησε ενα βαθύ αναστεναγμό, και σηκώθηκε να βγεί στο μπαλκόνι για τσιγάρο.