Η ιστορία μιας νύχτας

Years In Pictures Firduas Latif

 

Είχα μόλις τελειώσει το δείπνο μου, και κατέβαινα το δρόμο για το ξενοδοχείο μου, χαζεύοντας αμέριμνος τις βιτρίνες με τα μικροπράγματα στα τουριστικά μαγαζιά κατα μήκος του πεζοδρομίου. Το δροσερό αεράκι της νύχτας έκανε λίγο πιο υποφερτή τη ζεστή, πνιγηρή ατμόσφαιρα της Κουάλα Λουμπούρ. Το απόκοσμο φεγγάρι έλαμπε, πελώριο και κατακόκκινο, στο σκοτάδι.

Στην επόμενη διαστάυρωση, ενα πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί και παρακολουθούσε ενα γκρουπάκι πλανόδιων μουσικών που έπαιζε στη γωνία του δρόμου. Κοντοστάθηκα να τους ακούσω μαζί με τον κόσμο που κουνιόταν ελαφρά στο ρυθμό της μουσικής. Έπαιζαν γνωστά ροκ κομμάτια, και μερικά ντόπια ποπ τραγούδια. Δεν καταλάβαινα τον στίχο, αλλά τα τραγούδια ακούγοταν χαρούμενα.

Ο κόσμος δίπλα μου άρχισε να χορέυει. Ένιωσα ενα σκούντημα στον ώμο κι έριξα μια κλεφτή ματιά δίπλα μου. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα ξανθά, και είχαν σκουρύνει στις ρίζες. Ήταν δεν ήταν 20 χρονώ – μπορεί και μικρότερη, η εμφάνιση μπορεί να σε ξεγελάσει σ’αυτά τα μέρη.

-«Μοιάζεις με τον Φρέντυ Μέρκιουρι», μου είπε. Μου το είχαν ξαναπεί. Το μουστάκι φταίει. Δε γουστάρω τον Φρέντυ Μέρκιουρι.

-«Ευχαριστώ. Κι εσύ μοιάζεις με την…». Άφησα την πρόταση να κρέμεται. Δεν ήξερα με ποιά έμοιαζε. Με κάποια θα έμοιαζε.

Συνέχισε να χορέυει δίπλα μου τρίβοντας το κορμί της επάνω μου.

-«Θέλεις να με πάς στο δωμάτιο μου;», με ρώτησε. «Φοβάμαι μόνη μου».

Μάλλον ήταν η τυχερή μου μέρα. Γύρισα και την ξανακοίταξα. Τα μάτια της ήταν γαλάζια. Φακοί επαφής. Και δε φορούσε στηθόδεσμο.

-«Θα σου κοστίσει μόνο 40 ρίνγκιτ», μου είπε. Έκανα απο μέσα μου τον υπολογισμό. Λιγότερο απο 10 ευρώ. Ήταν όντως η τυχερή μου μέρα. Έγνεψα καταφατικά. «Πάμε», της αποκρίθηκα.

-«Δεν είναι μακριά», μου απάντησε. Με έπιασε απο το χέρι και με τράβηξε απο το πλήθος. Στρίψαμε στην οδό Τσανγκάτ και χωθήκαμε σε ενα βρώμικο στενό πίσω απο τα άπειρα εστιατόρια της γειτονιάς. Έβγαλα απο την τσέπη μου ενα χαρτονόμισμα των πενήντα Ρίνγκιτ και το πέρασα κλεφτά στο χέρι της. Γέλασε. «Ευχαριστώ», μου είπε.

Μπήκε στην πίσω πόρτα ενός ακαθόριστου κτιρίου, και μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. Οι σκάλες και ο διάδρομος ήταν βρώμικα, και η μυρωδιά των ψητών φαγητών αναμεμιγμένη με τη γλίτσα των απορριμάτων γέμιζε την ατμόσφαιρα.

Στάθηκε μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα, που σίγουρα είχε δεί καλύτερες μέρες. Ξέκλείδωσε και με τράβηξε απαλά στο δωμάτιο. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και μύριζε υγρασία, γεμάτο σκιές, με τις κουρτίνες τραβηγμένες. Άκουσα την πόρτα να κλειδώνει πίσω μου.

-«Βολέψου, κάνω ενα ντούζ κι έρχομαι», μου ειπε, και χώθηκε στο μπάνιο. Προχώρησα στο εσωτερικό του δωματίου ξεκουμπώνοντας το πουκάμισο μου, και κάθισα στο κρεββάτι.

Μια σκιά κινήθηκε στην απέναντι γωνία του δωματίου. Κοίταξα προς τα κεί.

Τα μάτια που με κοίταζαν δεν ήταν ανθρώπινα. Ήταν απόκοσμα και ελαμπαν, πελώρια και κατακόκκινα, στο σκοτάδι. Ένα γρύλλισμα γέμισε το δωμάτιο. Πάγωσα απο τον τρόμο. Άκουσα τη φωνή της πνιχτή απο το μπάνιο.

-«Σου το είπα οτι φοβάμαι μόνη μου. Ειδικά οταν είναι πεινασμένο. Έχει δυο μέρες να φάει».

Τα μάτια πλησίασαν αργά προς το μέρος μου.

Η κραυγή μου ακούστηκε στα αφτιά μου σαν να έβγαινε απο το στόμα κάποιου άλλου.

Advertisements

Ένας παράξενος θάνατος

Ο επιθεωρητής Πουμαρώ κοίταξε αφηρημένα τον ιατροδικαστή, ρίχνοντας στο πάτωμα ψίχουλα σφολιάτας και κομματάκια λούκανο απο την λουκανόπιτα που μασούλαγε. Το νεκροτομείο δεν του άρεζε ποτέ, αλλά το κυλικείο του έφτιαχνε και γαμώ τα σνάκ.

Ο ιατροδικαστής μελέτησε συγκεντρωμένος το συκώτι που κρατουσε στα χέρια του. Επάνω στη γυαλιστερή, κοκκινοκαφέ επιφάνεια του συκωτιού, διακρίνοταν καθαρά το αποτύπωμα μιας στρογγυλής μπλέ σφραγίδας, δυο υπογραφές, ένα χαρτόσημο, και δυο παραπεμπτικά καρφωμένα πάνω στο συκώτι με συρραπτικό.

Ο ιατροδικαστής γύρισε και κοίταξε σοβαρά τον επιθεωρητή Πουμαρώ.

– «Επιθεωρητά», είπε ο ιατροδικαστής, «δεν χωράει καμμία αμφιβολία. Το θύμα πέθανε απο επικύρωση του ήπατος».


Ο ελέφαντας που δεν ξεχνούσε ποτέ

2124279454_4416a1e0e51

Κάποτε ήταν ενας άνθρωπος που ταξίδευε σε όλο τον κόσμο. Μια μέρα, σε ενα ταξίδι του στη ζούγκλα κάποιας Αφρικανικής χώρας, άκουσε μέσα απο το δάσος μια σπαρακτική κραυγή. Πλησίασε και είδε εναν ελέφαντα. Οταν πλησίασε λίγο περισσότερο, είδε οτι το πελώριο ζωο ήταν τραυματισμένο. Ενα μεγάλο κομμάτι ξύλο είχε μπηχτεί στο πόδι του.

Ο άνθρωπος δεν έχασε στιγμή. Έβγαλε το σουγιά του και το κίτ πρώτων βοηθειών του, και με μεγάλη προσοχή έβγαλε το κομμάτι ξύλο απο το πόδι του ελέφαντα. Καθάρισε προσεκτικά την πληγή, και την έδεσε με φύλλα φοίνικα για να μη μολυνθεί.

Ο ελέφαντας σηκώθηκε αργά, στάθηκε με αβεβαιότητα στα πελώρια πόδια του, έσκυψε το κεφάλι του, και με την προβοσκίδα του μύρισε απαλά τον άνθρωπο, κοιτάζοντας τον με τα μεγάλα, δακρυσμένα μάτια του. Σήκωσε την προβοσκίδα του, άφησε μια μακρόσυρτη φωνή, και εξαφανίστηκε κουτσαίνοντας αργά μέσα στο πυκνό δάσος. Κι όσα χρόνια κι αν πέρασαν, ο ελέφαντας δεν ξέχασε ποτέ το καλό που του έκανε ο άνθρωπος.

Μια μέρα, μετά απο πολύ πολύ καιρό, ο άνθρωπος που γυρνούσε όλο τον κόσμο γύρισε όλο τον κόσμο και τελικά γύρισε σπίτι του. Και μια μέρα, εκεί που έκανε την καθημερινή του βόλτα έξω απο ενα ζωολογικό κήπο, άκουσε μια μακρόσυρτη φωνή, που κάτι του θύμισε. Έτρεξε αμέσως στον ζωολογικό κήπο, και στάθηκε μπροστά στο κλουβί του ελέφαντα, που τον κοίταζε με τα μεγάλα, δακρυσμένα μάτια του.

Ο άνθρωπος ένιωσε ενα ρίγος στην καρδιά του, μετά απο τόσα χρόνια που είχαν περάσει. Σκαρφάλωσε στο κλουβί, πλησίασε τον ελέφαντα, και άγγιξε την προβοσκίδα του. Ο ελέφαντας κούνησε ήρεμα τα αφτιά του, έσκυψε το κεφάλι του, και με την προβοσκίδα του μύρισε απαλά τον άνθρωπο.

Και ο ελέφαντας σήκωσε αργά αργά το τεράστιο πόδι του, και το κατέβασε με δυναμη πάνω στον άνθρωπο, μετατρέποντας τον σε λιωμένο κεφτέ.

Προφανώς, ήταν άλλος ελέφαντας.


Μια ιστορία τεχνητής νοημοσύνης

dog_nose_dry_hero

Ο Ήλων μπήκε φουριόζος στην αίθουσα συνεδριάσεων και πέταξε το iPad πάνω στο τραπέζι με δύναμη, ραγίζοντας το άθραυστο γυαλί της οθόνης. Οι μηχανικοί που κάθοταν ήδη γύρω απο το τραπέζι, πετάχτηκαν τρομαγμένοι. Δυο πράγματα φοβόντουσαν σ’αυτόν τον άνθρωπο. Τα βλαμμένα tweets του και τις εκρήξεις θυμού του. Δεν ήταν σίγουροι ποιό απο τα δύο φοβόντουσαν περισσότερο. Προσπάθησαν να κοιτάξουν κλεφτά τη ραγισμένη οθόνη του iPad στην οποία φαινόταν αρκετά καθαρά ενα σμπαραλιασμένο αυτοκίνητο, όταν τους διέκοψε η αγριοφωνάρα του Ήλωνα.

– «ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΠΙΝΑΤΕ ΟΤΑΝ ΣΧΕΔΙΑΣΑΤΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΑΛΑΚΙΑ;»

– «Ενα κόκκινο Τζαμαϊκαν..», πετάχτηκε ενας χοντρός μηχανικός με μούσι στην αριστερή γωνία της αίθουσας, αλλά ο διπλανός του τον σκούντησε με τον αγκώνα να το βουλώσει.

– «ΕΙΝΑΙ Η ΠΕΜΠΤΗ ΦΟΡΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΔΟΜΑΔΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΚΩΛΟΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΠΕΡΝΑΕΙ ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΟ. ΤΩΡΑ ΒΑΡΕΣΕ ΜΙΑ ΓΙΑΓΙΑ. Μ’ΑΥΤΟ ΤΟ ΡΥΘΜΟ, ΣΕ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΘΑΧΕΙ ΞΕΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ ΟΛΗ Η ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ, ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΠΟΥΛΑΩ ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ ΓΙΑ ΔΟΝΗΤΕΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ. ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΤΙ ΓΙ ΑΥΤΟ;», συνέχισε να φωνάζει ο Ήλων.

– «Έχουμε ενα θεματάκι με τον νευρωνικό της τεχνητής όρασης», ψέλλισε ενας ψιλοφλώρος με γυαλιά στη γωνία, με εμφανή προσπάθεια να κρύψει το φόβο του. «Κάτι έχει με τα φανάρια και δεν τα αναγνωρίζει πολύ καλά».

– «ΠΑΛΙ για το μπούτσο αλγόριθμους χρησιμοποιήσατε;», πέταξε ο Ήλων.

– «Φυσικά όχι!», αποκρίθηκε ο φλώρος. «Είναι ο καλύτερος αλγόριθμος τεχνητής όρασης βασισμένος στο πιο εξελιγμένο νευρωνικό δίκτυο που υπάρχει! 99.992345234% επιτυχία! Αλλά με τα φανάρια…»

Ο μουσάτος τον διέκοψε

– «Με ποιά δεδομένα το βγάλαμε αυτό το νούμερο;», ρώτησε.

– «Το νευρωνικό μας εκπαιδεύτηκε με το πρότυπο σύνολο δεδομένων τεχνητής όρασης που χρησιμοποιεί όλη η ακαδημία και η βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης. Το ImageNet».

– «Το ImageNet;», απάντησε ο μουσάτος. «Αυτό είναι τίγκα στις μύτες σκύλων».

Γύρισαν όλοι και τον κοίταξαν, αμίλητοι.

– «Για την ακρίβεια, έχει μέσα 17.482.593 φωτογραφίες με μύτες σκύλων», συνέχισε ο μουσάτος.

Ο Ήλων τον κοίταξε σα να είχε μόλις κατεβεί απο τον Άρη καβάλα σε SpaceX.

– «Φανάρια μέτρησες;», τον ρώτησε.

– «Όχι, μόνο μύτες σκύλων. Είχα φάει κόλλημα απο μια μπουρούχα Αλβανικό μια μέρα, και τις μέτρησα όλες», είπε με απολογητικό τόνο ο μουσάτος.

Ο φλώρος πληκτρολόγησε κάτι στο notebook που είχε μπροστά του.

– «Πράγματι, βλέπω οτι ξεχωρίζει με 99.9999999999234534 ακρίβεια τη διασταύρωση Πεκινουά με Ντόμπερμαν απο Αλσατίας με Λυκόσκυλο», είπε. «Αλλα στα φανάρια πιανει μόνο 92.234509823405%. Εντάξει, δεν είναι τίποτα, κλασσική περίπτωση overfitting. Θα το διορθώσουμε στο επόμενο over the air…»

Ο Ήλων τον διέκοψε.

– «Γάμα το. Θα το διορθώσω αλλιώς», είπε.

– «Θα απαγορέψουμε τις γιαγιάδες στο δρόμο;», ρώτησε ο φλώρος.

Ο Ήλων τον κοίταξε αγριεμένος. Άρπαξε το iPad, άνοιξε το facetime και έψαξε στις επαφές. Διάλεξε την κατάλληλη και κόλλησε το iPad στο αφτί του.

– «Ελα, ροδακινάκι μου, τι κάνεις; Σε διακόπτω; Με ποιάαα; Έλα ρε θηρίο, σου σηκώνεται ακόμα; Να σου πω τζουτζουκο, θέλω μια χάρη…»

Η Προεδρική Εκτελεστική Εντολή υπογράφηκε σε χρόνο μηδέν, και τα συνεργεία έπιασαν αμέσως δουλειά.

Και μέσα στο χρόνο ρεκόρ δυο εβδομαδών, κάθε φανάρι στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε διακοσμηθεί με μια πελώρια, φωσφορίζουσα μύτη σκύλου.


Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά

scarlet-honeyeater-bird-red-feathers.jpg

Κάποτε ήταν ενας άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά. Κάθε μέρα τα έβλεπε να πετάνε ελεύθερα στον ουρανό με τα πολύχρωμα φτερά τους και να γεμίζουν την πλάση με τις υπέροχες μελωδίες τους. Ωρες ολόκληρες τριγυρνούσε στο δάσος και άκουγε το γλυκο τιτίβισμα των πουλιών στα δέντρα γύρω του, κάθε νύχτα πριν κοιμηθεί αναρωτιόταν τι σοφά λόγια να κρύβονται πίσω απο το κελάηδισμα τους, ποιά ανείπωτα μυστικά της φύσης είδαν πετώντας ψηλά στον ουρανό και τα μοιράζονται μεταξύ τους με τις μελωδικές τους φωνές, μακριά απο τα αδιάκριτα αφτιά των ανθρώπων.

Ώσπου μια μέρα, ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, το πήρε απόφαση. Θα μάθαινε τη γλώσσα των πουλιών. Θα γίνοταν ο πρώτος άνθρωπος που θα κατάφερνε να αποκωδικοποιήσει το μυστικό της μελωδίας τους, να πλησιάσει τον κόσμο τους και να γνωρίσει τα μυστικά και την ανείπωτη σοφία που κρατούσαν τόσο καλά κρυμμένη απο όλους τους άλλους ανθρώπους.

Μα κι αν μάθαινε τα μυστικά τους, ήταν αποφασισμένος να μην τα αποκαλύψει ποτέ και σε κανέναν. Γιατί ο άνθρωπος αυτός πραγματικά αγαπούσε τα πουλιά. Και δε θα πρόδιδε ποτέ τα μυστικά τους. Οχι. Αλλά τα αγαπούσε τόσο που ήθελε να τα γνωρίσει, να έρθει κοντά τους, να μοιραστεί τον μαγικό τους κόσμο.

Κι έτσι, ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, αφιέρωσε απο κείνη τη μέρα τη ζωή του στο νέο του σκοπό. Διάβασε μεθοδικά ολα τα βιβλία ορνιθολογίας και φωνητικής στη βιβλιοθήκη του τοπικόυ πανεπιστήμιου της πόλης του. Μελέτησε το κελάηδημα τους, ανέλυσε τις αρμονίες, τις κλίμακες, τις συχνότητες κάθε νότας, κάθε κελαηδίσματος απο κάθε πουλί στον κόσμο που μπόρεσε να βρεί. Εκπαίδευε το αυτί του ακούγοντας καταγραφές κελαηδισμάτων στον ύπνο του κάθε νύχτα, και κάθε πρωί που ξυπνούσε τις ξανάκουγε προσεκτικά προσπαθώντας να καταγραψει κάθε μικρή λεπτομέρεια, καθε τρίλλια κελαηδίσματος που θα μπορούσε να του ξεφύγει.

Χρόνια και χρόνια ξόδεψε ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά σ’αυτή τη διαδικασία, αρχίζοντας σιγά σιγά να διακρίνει τη λογική πίσω απο τους μυστικούς κώδικες της φωνής των αγαπημένων του πουλιών. Μέχρι που μια μέρα, όλες οι πληροφορίες που είχε μαζέψει, όλη η εξάσκηση και όλες οι γνώσεις που είχε αποκτήσει μέχρι τότε, όλες οι αισθήσεις και τα ακούσματα κελαηδισμάτων, όλες οι αναλύσεις και οι μελέτες, ήρθαν και κούμπωσαν μαγικά στο κεφάλι του, συνδυάστηκαν με τον κατάλληλο τρόπο, και σαν να έγινε ενα «κλίκ» μέσα στο μυαλό του, το όνειρο του έγινε πραγματικότητα.

Επιτέλους, καταλάβαινε την γλώσσα των πουλιών!

Ζαλισμένος απο την ευτυχία, ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, βγήκε απο το σπίτι του τρέχοντας.  Κρατούσε τα αφτιά του κλειστά. Δεν ήθελε να μολυνθεί η πρώτη του εμπειρία απο ενα τυχαίο τιτίβισμα, η ενα κελάηδισμα οχι τόσο τέλειο όσο θα ήθελε Έψαξε πολύ κοιτάζοντας στο δάσος τα πουλιά γύρω του, μέχρι που τελικα΄βρήκε μια παρέα πουλιών που κάθοταν σε ενα κλαδί, κουνώντας τα πολύχρωμα πράσινα και μπλέ και κίτρινα και κόκκινα φτερά τους, ενω το γλυκό τους τιτίβισμα γέμιζε τον αέρα.

Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά άνοιξε τα αφτιά του και έκλεισε τα μάτια του, αφήνοντας το κελαηδισμα των πουλιών να μεταφραστεί στις κατάλληλες λέξεις μέσα στο μυαλό του. Ναι! Καταλάβαινε επιτέλους τα πάντα!

-«Κι εκεί λοιπόν που πετούσαμε, πιάνω ενα ανοδικό ρεύμα αέρα, και, μάλακες, γιόλο, την πλησιάζω απο πάνω, κατεβαίνω και της ρίχνω ΕΕΕΝΑ πούυυτσο…»

-«Ασε μας ρε μαλάκα με τις μούφες σου πάλι, μας έχεις φλομώσει στα ψέμματα, σε βαρεθήκαμε»

-«Μα το χριστό, σας ορκίζομαι στα αυγά της γυναίκας μου, ετσι ακριβώς έγινε!»

-«Ρε τον παλιοψεύτη τι λέει που γάμησε τάχα μου πάπια εν πτήσει. Ούτε στον ύπνο σου, ρε σαβουρογάμη! Δε θυμάστε τηη άλλη φορα ρε σείς που μας έλεγε τάχα μου οτι τα’χε με την Παγώνα και τον είδαμε μια μέρα στην κολώνα πίσω απο το εμπορικο με κείνη τη γαλοπούλα;»

Το γέλιο των πουλιών ξαναμετατράπηκε σε τιτίβισμα. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά δε μπορούσε να πιστέψει στα αφτιά του. Σαστισμένος, προχώρησε λίγο πιο βαθιά στο δάσος. Μάλλον θα παράκουσε, ήταν εξάλλου η πρώτη του φορά, και λογικό θα ήταν να μην καταλαβαίνει σωστά τα πάντα.

Προχωρώντας, είδε μια παρέα πουλιών κοντά στη ρίζα ενος δέντρου. Αυτά του φάνηκαν πιο χαρούμενα, και τίναζαν τα φτερά τους τιτιβίζοντας. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, τα πλησίασε προσεκτικά για να μην τρομάξουν, και έστησε αυτί.

-«Καλά ρε καβατζόπουστα, πάλι εσύ τα κόκκινα;»

-«Πρώτος τα είδα, πρώτος θα τα φάω»

-«Τι λε ρε φίλε; Μια ζωη εσύ θα τρώς τα ζουμερά κόκκινα σκουλήκια κι εμείς θα μένουμε με τα βρωμερά τα μαύρα; Ρε δε μας χέζεις;»

-«Εγω ρε μαλάκες φταίω που είδα νόστιμα σκουλήκια και σας φώναξα και μου τη λέτε κι απο πάνω; Ακόμα ψίχουλα στο σύνταγμα θα τρώγατε χωρίς εμένα, ρε μουνιά!»

Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά έφυγε αηδιασμένος. Πιο κάτω συνάντησε ενα ζευγάρι πουλιών στη φωλιά τους. Φαινόντουσαν ερωτευμένα. Κρύφτηκε στην πίσω μεριά του δέντρου και άκουσε προσεκτικά.

-«Αγάπη, να σου πω, θα πεταχτώ εδω απέναντι να χέσω καμμιά φαλάκρα, και ξανάρχομαι, θες να σου πάρω τίποτε;»

-«Τι να μου πάρεις βρε αλήτη ανεπρόκοπε; Έχεις βάλει ποτέ κλαράκι σ’αυτη τη φωλιά;»

-«Τι επαθες μωρη, περιοδο έχεις; Για χέσιμο πάω λέμε!»

-«Αλήτη! Για μπύρες με κείνες τις βρωμόκοτες θα βγείς πάλι!» 

Και ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, απογοητεύτηκε και γύρισε σπίτι του. Ξέχασε τη γλώσσα τους, που έκανε τόσο καιρό να μάθει, και ξεαγάπησε τα πουλιά που πετούσαν ελεύθερα στον ουρανό με τα πολύχρωμα φτερά τους και γέμιζαν την πλάση με τις γλυκές μελωδίες τους.

Και αγάπησε τα κουνάβια, που δεν πετάνε, βρωμάνε, και δεν λένε ποτέ τίποτε. Και τα κουνάβια εξακολούθησαν να μην πετάνε, να βρωμάνε, και να μη λένε ποτέ τίποτε, και δεν τον απογοήτευσαν ποτέ.


12 Angry Men

angry-people-arguing-each-others-35811974

Η αίθουσα συσκέψεων του δικαστηρίου ήταν μικρή και απέρριτη. Ενα τραπέζι, με δώδεκα καρέκλες κυκλικά τοποθετημένες γύρω του. Οι δώδεκα άνθρωποι μπήκαν ένας ένας στο δωμάτιο και κάθησαν στις θέσεις τους.

Ήταν αποκαμωμένοι απο τη διαδικασία της δίκης, και τώρα έφτανε το σημαντικότερο, το πιο κουραστικό, το τελικό στάδιο. Οι άνθρωποι αυτοί θα αποφάσιζαν αν ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος κατα το κατηγορητήριο που του είχε απαγγελθεί. Και όσο φριχτό ήταν το έγκλημα αυτό, άλλο τόσο φριχτή ήταν και η ποινή που όριζε ο Νόμος: Θάνατος στην ηλεκτρική καρέκλα.

Οι άνθρωποι γύρω απο το τραπέζι διάβασαν τις σημειώσεις τους και άρχισαν να συζητάνε μεταξύ τους τις λεπτομέρειες που είχαν διηγηθεί στο δικαστήριο οι μάρτυρες. Όσο η ώρα πέρναγε, όσο συζητούσαν ακόμα και την πιο μικρή λεπτομέρεια της υπόθεσης, κοιτάζοντας τα χαρτιά τους, τόσο φούντωνε μέσα τους ο θυμός.

Θυμός για την κοινωνία που γεννά το έγκλημα. Θυμός για τον εγκληματία, που η αδικία της πράξης του τους έκανε σχεδόν να μην μπορούν να τον δούν ως άνθρωπο. Θυμός για το θύμα, που παρότι θύμα, οι υποκειμενικές ευθύνες του μπορεί να ήταν μεγάλες στη συγκεκριμένη περίπτωση. Θυμός και για τον ίδιο τον εαυτό τους, που σήμερα θα καταδίκαζαν η θα αθώωναν ενα ανθρώπινο πλάσμα. Θυμός για τις αποτρόπαιες πράξεις, τις λεπτομέρειες των οποίων άκουσαν απο τους μάρτυρες, και κατέγραψαν προσεκτικά στα σημειωματάρια τους.

Σημασία όμως δεν είχε ο θυμός. Σημασία είχε ο Νόμος. Και τον Νόμο ήταν που οι δώδεκα αυτοί άνθρωποι κλήθηκαν να υπηρετήσουν με την απόφαση που θα έπαιρναν μέσα σ’αυτό το δωμάτιο. Και δεν έπρεπε να βγούν, πρίν την πάρουν. Οι ώρες περνούσαν, και οι άνθρωποι γινόταν όλο και πιο θυμωμένοι. Η πίεση και το άγχος της διαδικασίας ανακατεύοταν με την κούραση, και φούντωναν ακόμα περισσότερο το θυμό μέσα τους.

Καθώς περνούσε η ώρα, οι συζητήσεις σιγά σιγά κόπασαν, καθώς οι ένορκοι άρχιζαν να καταλήγουν σε μια απόφαση. Τελικά, μετά απο πολλές ώρες διαβουλεύσεων, στην αίθουσα έπεσε σιωπή. Έντεκα ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν στον άντρα που ήταν καθισμένος στην κορυφή του τραπεζιού, είχε βγάλει τα παπούτσια του, είχε απλώσει τις ποδάρες του πάνω στο τραπέζι, και καθάριζε τα νύχια του με μια πένα Mont Blanc.

Εσείς, κύριε Πουμαρώ, τι γνώμη έχετε για όλα αυτα;», ρώτησε ένας απο τους ενόρκους, εμφανώς θυμωμένος απο το γεγονός οτι ο Ηρακλής Πουμαρώ, ο γνωστός επιθεωρητής της αστυνομίας, δεν είχε πεί λέξη μέχρι τότε.

Ο Πουμαρώ, παρόλη τη φαινομενική του ηρεμία, έβραζε μέσα του απο θυμό. Γιατί δε βρισκόταν εκεί ως επιθεωρητής της αστυνομίας. Βρισκόταν εκεί ως ένορκος, ίδιος και ισότιμος με τους υπόλοιπους έντεκα. Και μάλιστα, δεν ήθελε καθόλου να βρίσκεται εκεί. Ηταν η μόνη μέρα που είχε άδεια απο τη δουλειά του, και θα προτιμούσε να πάει για ψάρεμα, εαν δεν κληρωνόταν το όνομα του στην λίστα των ενόρκων. Προσπάθησε πολύ να το παζαρέψει με το γραμματέα του διακστηρίου, αλλα δεν μπόρεσε να το αποφύγει. Η κλήρωση ήταν αδιάβλητη.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ καθάρισε το τελευταίο σκουπιδάκι απο το μικρό νυχάκι του αριστερού του χεριού με την πένα, σήκωσε το βλέμμα, και κοίταξε τον Ένορκο νούμερο 9 σχεδόν αδιάφορα.

Τι δουλειά είπαμε κάνει αυτός ο φουκαράς εκει έξω;», ρώτησε.

Οι υπόλοιποι ένορκοι, απορημένοι, κοίταξαν τα χαρτιά τους. Κάπου βρίσκοταν αυτή η λεπτομέρεια, στις αρχικές δηλώσεις του κατηγορουμένου.

Το βρήκα!» είπε τελικά ο ένορκος αριθμός 5. «Είναι ο τύπος που ανακατέυει τα μπαλάκια στις κληρωτίδες των κληρώσεων για να βγάλει τυχαία ενα νούμερο».

Και τί μαλακίζεστε τόση ώρα;«, απάντησε ο Ηρακλής Πουμαρώ. «Τηγανίστε τον«.

Και με ένα θεατρινίστικο γύρισμα της πένας στο χέρι του, υπέγραψε τελευταίος το χαρτί της απόφασης που είχε μπροστά του με μια καλλιγραφική υπογραφή όλο ουρές:

Ηρακλής Πουμαρώ.

Η απόφαση ήταν ομόφωνη.

 


Το έγκλημα δεν μπορεί να περιμένει

Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ άφησε ενα βογγητό εκνευρισμού και προσπάθησε να πιάσει το ακουστικό του τηλεφώνου στα τυφλά πίσω απο την πλάτη του. Στο τρίτο χτύπημα εγκατέλειψε την προσπάθεια, στριφογύρισε ανάμεσα στα σκεπάσματα, και σήκωσε το ακουστικό.

– «Πρέπει να έρθετε αμέσως στο σταθμό!», άκουσε την φωνή του Αντιστράτηγου Μπαλούρδου. «Είναι επείγον!»

– «Με πέτυχες στο κρεββάτι. Δε μπορεί να περιμένει μέχρι αύριο;», απάντησε θυμωμένα ο Ηρακλής.

– «Οχι», αποκρίθηκε κατηγορηματικά ο Μπαλούρδος. «Το τρένο φεύγει στις οχτώ».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έκλεισε το τηλέφωνο και ανακάθησε στο κρεββάτι. Κοίταξε δίπλα του, και απλώνοντας το χέρι, χαίδεψε ανέμελα τον κώλο της Σεσίλια που ήταν ακόμα ξαπλωμένη δίπλα του.

– «Συγνώμη, γατούλα μου», της είπε με εμφανώς απολογητικό τόνο στην φωνή του. «Το έγκλημα δεν μπορει να περιμένει. Θα σε γαμήσω κάποια άλλη φορά».

Η Σεσίλια χασμουρήθηκε, κούνησε νωχελικά την ουρά της γλύφοντας τη δεξιά της πατούσα, νιαούρισε απαλά, γύρισε απο την άλλη και ξανακοιμήθηκε.

Η βρόχα έπεφτε straight through όταν ο Ηρακλής Πουμαρώ συνάντησε τον Αντιστράτηγο Μπαλούρδο έξω απο το σταθμό του τρένου.

– «Πάμε γρήγορα», είπε ο Αντιστράτηγος.

Κατευθύνθηκαν προς τις πλατφόρμες και μπήκαν στο τρένο.

Ο Ηρακλής έριξε μια ματιά τριγύρω καθώς προχωρούσαν στα βαγόνια. Το εσωτερικό των βαγονιών ήταν πολυτελές, και ανήκε εμφανώς σε μια άλλη εποχή. Οι τοίχοι ήταν επενδεδυμένοι με λουστραρισμένο ξύλο κέδρου και οξυάς. Ο ήχος των βημάτων τους χανόταν σε μια απαλή μοκέτα απο κασμίρι που βούλιαζε κάτω απο το βάρος των ποδιών του Πουμαρώ.

Μετά απο διαδρομή δυο βαγονιών, έφτασαν σε μια ξύλινη πορτα σουίτας. Δίπλα ακριβώς στεκόταν ενας αστυνομικός, και ο διευθυντής του σταθμού.

– «Ο επιβάτης της σουίτας 218 δεν έχει δώσει σημεία ζωής απο την Ιστανμπούλ», είπε ο διευθυντής. «Ανησυχήσαμε και φωνάξαμε την αστυνομία»

– «Είπαμε να περιμένουμε εσάς πρίν μπούμε στη σουϊτα», συνέχισε ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος. «Η πόρτα είναι κλειδωμένη απο μέσα. Η εμπειρία σας στη διαλεύκανση του εγκλήματος θα μας είναι πολύτιμη σ’αυτή την υπόθεση».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έψαξε τις τσέπες του. Έβγαλε το πακέτο με τα Καρέλια και έναν αναπτήρα Hondos Center. Άσπρο.

–  «Ανοίξτε την!», πρόσταξε, βάζοντας το τσιγάρο στο στόμα του.

Ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος εξέτασε προσεκτικά την κλειδαριά. «Θα χρειαστεί λεπτοδουλεια», αποφάνθηκε. Έσκυψε στον σάκκο που είχε δίπλα του, έβγαλε ενα πελώριο γκλόμπ και άρχισε να βαράει την κλειδαριά, η οποία υποχώρησε μετά απο πέντε η έξι χτυπήματα.

Ο Ηρακλής άνοιξε την πόρτα και μπήκε στη σουϊτα του τρένου. Η μπόχα που τον πλυμμήρισε έκανε το πρόσωπο του να πάρει μια έκφραση αηδίας. Έβγαλε το τσιγάρο απο το στόμα του και το κοίταξε. Το είχε ανάψει απο τη μεριά της γόπας. Το πέταξε στην κασμιρένια μοκέτα και το πάτησε με μια ντελικάτη κίνηση του ποδιού του κοιτάζοντας τριγύρω.

Η σουίτα ήταν μεγάλη για τραίνο, και πολυτελέστατα διακοσμημένη. Ενα διπλό κρεββάτι σε μια γωνία, και ενα στριμωγμένο γραφειάκι στην άλλη. Η μόνη πόρτα που υπήρχε στο δωμάτιο ήταν αυτή απο την οποία μόλις είχαν μπέι. Ο Ηρακλής προχώρησε στον απέναντι τοίχο της σουϊτας, και δοκίμασε το παράθυρο. Ήταν σφραγισμένο. Γύρισε στην πόρτα και εξέτασε τη σπασμένη κλειδαριά. Ήταν κλειδωμένη απο μέσα, με το κλειδί ακόμα πάνω στην κλειδαριά, και τον σύρτη εμφανώς περασμένο.

– «Μυστήριο», μονολόγησε.

Ο Ήρακλης στράφηκε στο εσωτερικό της σουίτας. Ακριβώς στο κέντρο, ήταν ξαπλωμένος ενας γαϊδαρος που μασουλούσε ένα καρότο, χτυπώντας απαλά τη μοκέτα με την ουρά του. Ο Ηρακλής κοίταξε σκεπτικός τον γαϊδαρο. Ο γαϊδαρος κοίταξε τον Ηρακλή με το πιο απλανές βλέμμα γαϊδάρου που είχε δεί ποτέ του ο Πουμαρώ. Ο Πουμαρώ έσκυψε, άπλωσε το χέρι του και έξυσε τον γαϊδαρο πίσω απο τα αφτιά. Ο γαϊδαρος κατάπιε, άφησε ενα σιγανό γκάρισμα ευχαρίστησης, και άρπαξε με το στόμα του ακόμα ενα καρότο απο το σωρό που υπήρχε δίπλα του.

Ο Ηρακλής στράφηκε προς τον διευθυντή του σταθμού.

– «Που βρίσκονται οι υπόλοιποι επιβάτες;», ρώτησε.

– «Τους έχουμε συγκεντρώσει όλους στο εστιατόριο του τρένου», απάντησε ο διευθυντής.

Ο Ήρακλής βγήκε απο τη σουϊτα και προχώρησε προς το εστιατόριο, στο επόμενο βαγόνι. Πίσω του ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Στάθηκε στην είσοδο του εστιατορίου και κοίταξε στο εσωτερικό. Εφτά άτομα καθόταν σε τραπέζια, εμφανώς ανήσυχοι. Ο Ηρακλής τους κοίταξε εξεταστικά έναν έναν. Το νεαρό ζευγάρι που καθόταν στον καναπέ στη γωνία πιασμένοι χέρι-χέρι. Τον μεσήλικα κύριο με το ακριβό γιλέκο, την κυρία κάποιας προχωρημένης ηλικίας που καμώνωταν οτι διάβαζε το βιβλίο της, και την γκουβερνάντα της που στεκόταν δίπλα της με τα χέρια διπλωμένα στα γόνατα της.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ γύρισε προς τον Αντιστράτηγο Μπαλούρδο.

– «Συλλάβετε τους όλους!», διέταξε.

Οι επιβάτες άρχισαν να φωνάζουν, διαμαρτυρόμενοι. Ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος τους έκανε νόημα να σωπάσουν.

– «Με τι κατηγορία, κύριε Πουμαρώ;», ρώτησε ο Μπαλούρδος.

Ο Ήρακλής κοίταξε τον Μπαλούρδο με ενα ύφος σαν να ήταν ηλίθιος.

Που ήταν.

– «Με την κατηγορία του Όνου στο Όριεντ Εξπρές», απάντησε ο Πουμαρώ.

Κατέβηκε απο το τρένο με νωχελικά βήματα. Έψαξε τις τσέπες του, έβγαλε το πακέτο με τα Καρέλια. Κοντοστάθηκε στην άκρη της πλατφόρμας, και ξαναέψαξε τις τσέπες του βγάζοντας ενα αναπτήρα Hondos Center. Μαύρο. Ο Πουμαρώ άναψε το τσιγάρο του, απο τη σωστή μεριά αυτή τη φορά, και απομακρύνθηκε περπατώντας αργά κάτω απο το ψιλόβροχο της δροσερής νύχτας.