Μια ιστορία απομακρυσμένης πρόσβασης

Εδώ και χρόνια χρησιμοποιούσα κανονικά το TeamViewer.

Μέχρι που μια μέρα, εκεί που γυρνούσα σπίτι με σταματάνε κάτω από την πολυκατοικία μου δύο τύποι.

– «Φιλαράκι έχεις φωτιά;»

Του δίνω αναπτήρα.

– «Ωραίος, φιλαράκι. Αλλά να μας θυμασαι.»

– «Και να θυμάσαι ότι το TeamViewer δεν είναι WinRAR, αν με πιάνεις, φιλαράκι» ειπε ο άλλος.

– «Για να συνεχίσεις να είσαι ωραιος. Γλυκά στο λέμε, φιλαράκι», συνεχισε ο πρώτος.

Καβατζωσε τον αναπτήρα μου στην τσέπη του, και εξαφανίστηκαν και οι δύο τους μέσα στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας.

Από τότε χρησιμοποιώ Anydesk.


Η ιστορία ενός εκατομμυριούχου

Ζούσε κάποτε σε ενα χωριό ο γιος ενος φτωχου ψαρά. Μέρα έμπαινε μέρα έβγαινε, έπαιρναν τη μικρή βαρκούλα τους από την προβλήτα του χωριού, ψάρευαν όλη τη νύχτα και το πρωί πήγαιναν και πουλούσαν τα πσάργια στη λαϊκή του χωριού.

Όταν κάποια στιγμή ο πατέρας μεγάλωσε και δε μπορούσε πια να αντέχει τις κακουχίες και το μόχθο της δουλειάς, του είπε ο γιος του «μη στεναχωριέσαι πατέρα. Με έκανες καλό ψαρά. Θα φροντίσω εγώ την οικογένεια μας».

Ο γιος όμως ήταν πιο έξυπνος από τον καλόκαρδο αλλα απλοϊκό πατέρα του, και είχε μεγάλες φιλοδοξίες. Έβαλε λίγα λεφτά στην άκρη από τα πσάργια, πούλησε τη βάρκα και πήρε μια λίγο μεγαλύτερη και πιο εξοπλισμένη, και η παραγωγικότητα του αυξήθηκε.

Με τα λεφτά που μάζεψε, πήρε μια άδεια στη λαϊκή, και πούλαγε ο ίδιος την πραμάτεια του, γλυτώνοντας την προμήθεια του πσαρέμπορα, και μάζεψε ακόμα περισσότερα χρήματα στην άκρη.

Και με τα χρήματα αυτά αγόρασε ένα επαγγελματικό ψαροκάικο και προσέλαβε δυο αλλους ψαράδες από το χωριό να το δουλεύουν, και οι δουλειές του πήγαν πολύ καλά και τα έσοδα του αυξήθηκαν κατακόρυφα.

Και ύστερα πέθανε ένας θείος του καπετάνιος που έκανε κάτι κομπίνες με κοντραμπάντο καύσιμα καραβγιώνε στο λιμάνι της Αμβέρσας, και του άφησε κληρονομιά είκοσι εκατομμύρια.


Η ιστορία της Χρυσαγγούρως

Τα παλιά τα χρόνια, στην Ιάβα της Ινδονησίας, ζούσε μια γυναίκα, η Μπόκ Σρίνι, στο φτωχικό της σπιτάκι στην άκρη της πυκνής τροπικής ζούγκλας. Η Μπόκ Σρίνι ένιωθε μεγάλη μοναξιά, και προσεύχοταν στους θεούς να της χαρίσουν μια κόρη. Ενα βράδυ είδε στον ύπνο της κάτι τυλιγμένο στα φυλλώματα κάτω απο ενα δέντρο.Το επόμενο πρωϊ πήγε στη ζούγκλα και άρχισε να ψάχνει, μέχρι που βρήκε ενα μικρό ζαρωμένο μπογαλάκι κρυμμένο κάτω απο ενα δέντρο, ακριβώς όπως στο όνειρο της. Μόλις άνοιξε το μπογαλάκι, εμφανίστηκε μπροστά της ο Μπούτο Ίτζο, ένας πελώριος πράσινος γίγαντας, και είπε στη γυναίκα:

-«Γυναίκα, μέσα σ’αυτό το μπογαλάκι θα βρείς σπόρους αγγουριού. Θα τους φυτέψεις, και το όνειρο σου θα γίνει πραγματικότητα. Θα κάνεις μια κόρη. Θα τη φροντίσεις και θα τη μεγαλώσεις για μένα, και μόλις κλείσει τα 17 της χρόνια θα μου την δώσεις να τη φάω».

Η Μπόκ Σρίνι πήρε τους σπόρους και τους φύτεψε στην αυλή της. Λίγο καιρό αργότερα, φύτρωσε μια αγγουριά που έκανε ενα μεγάλο χρυσό αγγούρι. Η γυναίκα έκοψε το αγγούρι, το άνοιξε, και βρήκε μέσα του ενα γλυκύτατο μωράκι, που το ονόμασε Τιμούν Μάς, που σημαίνει στα Ιαβανέζικα Χρυσό Αγγούρι. Η Χρυσαγγούρω μεγάλωνε χρόνο με το χρόνο, και έγινε μια πανέμορφη κοπέλα με χρυσή καρδιά, που πάντοτε βοηθούσε την ηλικιωμένη μητέρα της.

Μια βδομάδα πρίν τα 17α γενέθλια της Χρυσαγγούρως, εμφανίστηκε στην πόρτα τους ο Μπούτο Ίτζο, ο Πράσινος Γίγαντας, και θύμισε στη γυναίκα την υπόσχεση της. Σε μια ακριβώς εβδομάδα, θα γυρνούσε για να πάρει την Χρυσαγγούρω και να τη φάει. Απελπισμένη, η Μπόκ Σρίνι απο την τρομερή μοίρα που περίμενε την μοναδική της αγαπημένη κόρη, πήγε σε ενα μοναστήρι σε ενα κοντινό βουνό, όπου βρήκε εναν σοφό φωτισμένο μοναχό ερημίτη. Ο μοναχός αφού άκουσε προσεκτικά τη διήγηση της, της έδωσε τέσσερα μικρά υφασμάτινα σακκουλάκια και της είπε τι να ορμηνέψει την κόρη της να τα κάνει.

Στη μέρα των γενεθλίων της Τιμούν Μάς, εμφανίστηκε μπροστά τους ο πελώριος, φοβερός Μπούτο Ίτζο. Η Χρυσαγγούρω, νέα και γυμνασμένη απο τις αγροτικές εργασίες καθως ήταν, το έβαλε στα πόδια, με τον γίγαντα να τρέχει στο κατόπι της. Καθώς όμως κάθε βήμα του ήταν ίσο με τέσσερα δικά της, ο Μπούτο Ίτζο όλο και την πλησίαζε. Η Χρυσαγγούρω τότε άνοιξε το πρώτο σακκουλάκι, που είχε μέσα σπόρους αγγουριού, και τους πέταξε πίσω της.Μόλις έπεσαν στη γή, εμφανίστηκε ενα πελώριο λιβάδι γεμάτο αγγουριές. Ο Πράσινος γίγαντας έμπλεξε στις αγγουριές, και η κοπέλα κατάφερε να ξανακερδίσει απόσταση τρέχοντας.

Ο γίγαντας όμως ήταν δυνατός, έλιωσε με τα χέρια του τα αγγούρια, και συνέχισε να κυνηγάει την όμορφη κόρη. Τότε αυτή άνοιξε το δεύτερο σακκουλάκι, που είχε μέσα βελόνες. Πέταξε τις βελόνες πίσω της, και οι βελόνες μετατράπηκαν σε ενα δάσος απο μυτερά, αιχμηρά μπαμπού, που πλήγωσαν τον τεράστιο πράσινο γίγαντα. Βαριά πληγωμένος, ο γίγαντας κατάφερε να περάσει απο τα μπαμπού, τρέχοντας ξανά στο κατόπι της Χρυσαγγούρως.

Η Χρυσαγγούρω άνοιξε και το τρίτο σακκουλάκι, που είχε μέσα αλάτι. Έριξε το αλάτι στη γή πίσω της, και εμφανίστηκε μια θάλασσα. Το ξαναέβαλε στα πόδια και κέρδισε πάλι τη χαμένη απόσταση, ενω ο γίγαντας προσπαθούσε μισοπνιγμένος κολυμπώντας να βγεί στην απέναντι όχθη.

Τελικά τα κατάφερε και συνέχισε να κυνηγάει την Χρυσαγγούρω, και εκεί που ήταν έτοιμος να την αρπάξει και να την κάνει μια μπουκιά, η Χρυσαγγούρω άνοιξε και το τελευταίο σακκουλάκι που είχε μέσα πάστα γαρίδας, και την έριξε στη γή, όπου εμφανίστηκε ενα πελώριο ηφαίστειο γεμάτο με καυτή λάβα. Ο Μπούτο Ίτζο, ο Πράσινος Γίγαντας, έπεσε μέσα στη λάβα και πέθανε.

Η Χρυσαγγούρω, γύρισε πίσω στη μητέρα της, ξαναέχτισαν μαζί το φτωχικό τους σπιτάκι που το είχε διαλύσει ο γίγαντας περνώντας απο πάνω του, και έζησαν μαζί μέχρι τα βαθιά γεράματα ευτυχισμένες.

Και απο τις στάχτες του ηφαιστείου που πνίγηκε ο Πράσινος Γίγαντας, βγήκε ο Γιάννης ο Μπούτος, ακόμα πιο πεινασμένος απο πρίν, και έφερε το Γιγάντιο Καταπράσινο ΠΑΣΟΚ, και το Γιγάντιο Καταπράσινο ΠΑΣΟΚ τα έφαγε όλα και γέμισε το σύμπαν με Χρυσά Αγγούρια, και έζησαν όλοι τους καλά, και εμείς καλύτερα.

[Έχω προσαρμόσει λιγάκι το τέλος, αλλά κατά τα άλλα είναι αυτούσιος ο παραδοσιακός Ιαβανέζικος μύθος]


Ο τυχαίος θάνατος ενός αριστερού

Ήταν κάποτε ένας που ήταν πολύ αριστερός. Ψήφιζε πάντα για αριστερό δήμαρχο στην πόλη που ζούσε, αριστερό κόμμα στις βουλευτικές εκλογές, και πάντοτε ήταν με τον αριστερό συνασπισμό κομμάτων στις ευρωεκλογές.

Διάβαζε μόνο τις αριστερές εφημερίδες, και η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη με όλα τα αριστερά περιοδικά και βιβλία. Ήξερε όλους τους αριστερούς φιλοσόφους και διανοητές, και η σκέψη του ήταν πάντοτε αριστερή. Προερχόταν από παλιά οικογένεια αριστερών και όλοι του οι φίλοι ήταν αριστεροί.

Φορούσε μόνο αριστερες κάλτσες και κοιμόταν πάντα στην αριστερή πλευρά του κρεβατιού, πράγμα που μερικές φορές ενοχλούσε την εξίσου αριστερή σύζυγό του. Κάθε πρωί που έβγαζε βόλτα τον σκύλο του περπατούσε αριστερά του και πάντα στην αριστερή πλευρά του πεζοδρομίου, ενώ οπότε παρκαριζε το αυτοκίνητο του στην πιλοτή της πολυκατοικίας διάλεγε πάντα την αριστερή θεση πάρκινγκ.

Έβαζε πάντα το πορτοφόλι του στην αριστερή του τσέπη, και οπότε τον ενοχλούσαν οι όρχεις του τους έφτιαχνε στο παντελόνι του τοποθετώντας τους αριστερά. Στο λεωφορείο καθόταν πάντα στην αριστερή σειρά καθισμάτων, ενώ εάν κανένα δεν ήταν ελεύθερο προτιμούσε να στέκεται όρθιος.

Οπότε τακτοποιούσε τα πράγματα στο γραφείο του τα έβαζε πάντα στην αριστερή πλευρά, επειδή, βλέπετε, ήταν αριστερόχειρας, ενώ οαν ανέβαινε τις σκυλιόμενες σκάλες στεκόταν πάντοτε στην αριστερή πλευρά.

Φυσούσε τη μύτη του μόνο από το αριστερό ρουθούνι, και οπότε έμπαινε σε ένα σπίτι έμπαινε πάντα με το αριστερό πόδι, ενώ φρόντιζε να κάθεται στην αριστερή πλευρά του καναπέως. Άκουγε μόνο αριστερή μουσική και έβλεπε ταινίες αριστερών σκηνοθετών στον κινηματογράφο, πάντα από την αριστερή πλευρά της αίθουσας.

Διάβαζε μόνο αριστερούς λογοτέχνες και ποιητές, και έκανε πάντα αριστερή κριτική στα νέα της επικαιρότητας, ενώ συμμετείχε σε όλες τις διεκδικήσεις και τους αγώνες της αριστεράς, και έπινε πάντα τον καφέ του στο αριστερό καφενείο της γειτονιάς του.

Μια μέρα, πήγε για ένα συνέδριο της αριστεράς στο Λονδίνο, και την ώρα που πήγαινε να περάσει τον δρόμο κοιτώντας από συνήθεια αριστερά, τον πάτησε ένα κοπάδι απορριματοφόρα που ερχόσαντο από δεξιά.


The adventures of Birdman


Μια ιστορία απόδοσης δικαιοσύνης

Κάποτε παιδιά μου, στη μακρινή Μαλαισία, ζούσε ένα κοτόπουλο. Δεν ήταν όμως ενα γλυκό απαλό κίτρινο κοτοπουλάκι όπως αυτά που βλέπετε στις χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις.

Ηταν ένα κακάσχημο, κακόψυχο, ειδεχθές και απονείδιστο κοτόπουλο. Τσίμπαγε τα άλλα κοτόπουλα με το ράμφος του, κυνηγούσε τις καημένες τις κότες, κακάριζε τρεις η ώρα το πρωί και σήκωνε όλη τη γειτονιά στο πόδι, πάταγε στα σφουγγαρισμενα, σκόρπαγε τα πίτουρα, κουτσουλαγε στο καλαμπόκι, κακοποιούσε τη γριά κότα μάνα του και, παιδιά μου – με πιάνει φρίκη την ώρα που το γράφω αυτό – το βράδυ έμπαινε κρυφά εκεί που κοιμόντουσαν οι άλλες κότες και τους έσπαγε τα αυγά τους, ξεσκίζοντας τα με τα σουβλερα του νύχια χωρίς λόγο και αιτία, απλώς έτσι για να ικανοποιήσει τα σαδιστικά του ορμέμφυτα, με αποτέλεσμα να βρούν φριχτό θάνατο δεκατέσσερα ολόκληρα αγέννητα αθώα μικρά κοτοπουλάκια μέχρι οι αρχές να καταφέρουν να σταματήσουν τη μακάβρια εγκληματική δράση του.

Για όλα αυτά τα εγκλήματα, και για πολλά άλλα που δε μας φτάνει ο χώρος να αναφέρουμε στις λίγες αυτές γραμμές, αλλά που μπορείτε να διαβάσετε στα πρακτικά της πολύκροτης δικής, το φριχτό αυτό κοτόπουλο δικάστηκε σε δίκη δίκαιη στην οποία ακολουθήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες του Νόμου, και στην οποία ενα αδιάβλητο και ουδέτερο σώμα ενόρκων, αποτελούμενο από δώδεκα άλλα κοτόπουλα, αφού συσκέφθηκαν και συζήτησαν όλα τα γεγονότα και τις ένορκες μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν στη δική για την εγκληματική δράση του φριχτού αυτού κοτόπουλου, αποφάσισαν ότι πρέπει να το κάνουμε σούπα.

Αυτή είναι η αλήθεια, όλη η αλήθεια και μόνο η αλήθεια, παιδιά μου, και όχι αυτές οι συναισθηματικες αηδιες με τις οποίες σας βασανίζουν, προσπαθώντας να σας βάλουν σε διάφορα δήθεν ηθικά ψευδοδιλήμματα, εκείνοι οι άθλιοι βήγκανς.


Μια ιστορία ανάπτυξης

Κάποτε ήταν ένας επιχειρηματίας, ο Ήλων Μάσκ, που προσπαθούσε χρόνια και χρόνια να φτιάξει κάτι μπαταρίες αλλά του βγαίνανε συνέχεια τζουφιες. Τι ιόντα ηλίθιου έβαλε, τι νικέλιο καδμιο, τίποτα. Οι μπαταριες του ψοφαγανε πιο γρήγορα κι από iPhone.

Μια μέρα, σε ένα πάρτυ στο νησί του Τζέφρυ Εψταϊν, απο κείνα με τις πιτσιρίκες, ο Ήλων γνώρισε τυχαία τον Μεγάλο Αυτοκράτορα της Μογγολίας, τον Τζένγκις Χαν. Πάνω σε μια παρτούζα, ο Ήλων διηγήθηκε στον Τζένγκις το πρόβλημα του, και ο Τζένγκις αμέσως του έδωσε τη λύση.

Γιατί, βλέπετε, ο Τζένγκις Χαν είχε κάτι φίλους Μεγάλους Παλαιούς στην Ρ’λυε, εκεί παραδίπλα από τη Μογγολία, που είχαν την εξωγήινη τεχνολογία μπαταριών αλλά δε μπορούσαν να την επενδύσουν λόγω ενός εμπάργκο του ΟΗΕ για κάτι ανθρώπινα δικαιώματα.

Ευτυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή ηρθε η γνωριμία με τον Ήλων Μάσκ που ως μεγάλο επιχειρηματικο πνεύμα είχε το κατάλληλο σχέδιο και έλυσε το πρόβλημα.

Ο Ήλων χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις του και έβαλε κάτι τζιμάνια δικηγόρους του Απαρτχάιντ από τη Νότια Αφρική, εξειδικευμένους στα εμπάργκο και στα ανθρώπινα δικαιώματα, να στήσουν μια κομπίνα με κάτι άδειες ταξί ξεπλένοντας τις επενδύσεις από το άγρυπνο μάτι του ΟΗΕ.

Κι έτσι, τα χρήματα έρρεαν άφθονα στη Μογγολία όπου έχτισαν ένα πελώριο εργοστάσιο στην αχανή έκταση της Μογγολικης σπεππας, που έφτιαχνε τις καλύτερες μπαταρίες εξωγήινης τεχνολογίας στον κόσμο.

Χάρη στις μπαταρίες αυτές ο Ήλων Μάσκ έφτιαξε ένα τρομερό και φοβερό αυτοκίνητο χωρίς βενζίνη, που χάρη στους εξελιγμένους αλγόριθμους μασίν λέρνιν που χρησιμοποιούσε, είχε την απίστευτη δυνατότητα να τρακάρει μόνο του, χωρίς τη βοήθεια οδηγού.

Ο Αυτοκράτορας Τζένγκις Χαν όμως, κουρασμένος από τη διοικηση της πελωριας αυτοκρατορίας του – που χάρη στην τεχνολογία είχε πλέον επεκταθεί από τα βάθη της Ασίας μέχρι την Μεσόγειο θάλασσα – ζήλεψε το επιχειρηματικό πνεύμα του συνέταιρου του σ’αυτο το επιτυχημένο ΣΔΙΤ.

Ο Τζένγκις Χαν παραιτήθηκε από αυτοκράτορας, και έφτιαξε εκείνη τη μαλακία με τα τουβλάκια που τραβάς ένα και πέφτουν όλα, παιχνίδι που για κάποιο μυστήριο λόγο έγινε διασημο και πουλήθηκε σε όλο τον κόσμο, αποφέροντας μυθικά πλούτη στον πρώην Αυτοκράτορα.

Και δεν ήταν παρά λίγες δεκαετίες πριν από σήμερα που σας διηγούνται αυτή την ιστορία, παιδιά μου, που για να γιορτάσουν την επιτυχία του σχεδίου με τις μπαταρίες των Μεγάλων Παλαιών, σε μια σεμνή και λιτή τελετή έναν Μάϊο, ο Τζένγκις Χαν μαζί με τον Ήλων, έδωσαν στην πρωτεύουσα της Μογγολίας το όνομα που έχει μέχρι και σήμερα:

Κθουλάν Μπατάρ.


Μια ιστορία για τους κινδύνους των εμβολίων

Ο επιθεωρητής Πουμαρώ κοίταξε το ρολόι του την ώρα που ο αντιστράτηγος Μπαλούρδος έφτανε στον τόπο του εγκλήματος.

– «Συγνωμη που άργησα, Ηρακλή, είχα να σαπακιάσω κάτι 13χρονους τρομοκρ…» άρχισε να λέει ο Μπαλούρδος, για να τον διακόψει σχεδόν αμέσως ο επιθεωρητής:

– «Ασε τις μαλακίες, Μπαλούρδε, δε βλέπεις τι έχουμε εδώ πέρα;» είπε ο Πουμαρώ, δείχνοντας το κοντέινερ, κάτω από το οποίο εξείχαν δύο πόδια.

– «Ακαριαίος θάνατος», είπε ο Μπαλούρδος. «Ο τύπος έγινε χαλκομανια!»

– «Μονο κάτι μπούμερς σαν εσένα θυμούνται ακόμα τις χαλκομανίες, Μπαλούρδε», απάντησε ο Ηρακλής, κάνοντας το γύρο του κοντέινερ. «Εγινε πίτα, να λες, μπας και σε καταλάβουν οι αναγνωστες», συνέχισε.

Το κοντέινερ είχε ανοίξει από την πτώση, και από τις ανοιχτές πόρτες του ξεχύνονταν στο δρόμο το περιεχόμενο του: Χιλιάδες δίσκοι μουσικής. Από κείνους των 78 στροφών.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ σκουντηξε μερικούς δίσκους με το πόδι του διαβάζοντας τους τίτλους. «Without you I’m nothing», «Sleeping with ghosts».

Ο Ηρακλής έσκυψε και πήρε στα χέρια του έναν από τους δίσκους μουσικής. «Αυτόν δεν τον έχω», μονολογήσε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο Καρέλια, έβγαλε ένα, το άναψε και στράφηκε πρός τον αντιστράτηγο.

– «Μπαλούρδε, επικοινώνησε με το νοσοκομείο που κάνουν τις κλινικές δοκιμές για το εμβόλιο του κορινοϊου SARS-COV-2», είπε.

«Ρώτα αν λείπει κανένα πειραματόζ… συγνώμη, εθελοντής της κλινικής δοκιμής εννοώ».

«Συγκεκριμένα, κάποιος από το σκέλος ελέγχου του πειράματος, που να μην του χορηγήθηκε το εμβολιο, αλλά η ανενεργός ουσία», διευκρίνισε ο Πουμαρώ.

Άναψε το τσιγάρο του και παρακολούθησε για λίγο τον Μπαλούρδο, που πάλευε να επικοινωνήσει με τον ασύρματο Motorola με το νοσοκομείο μέσω του κέντρου της αστυνομίας. Ο επιθεωρητής έβγαλε από την τσέπη του ένα iphone και του το έδωσε. «Δοκίμασε μ’αυτο, μπούμερ», είπε.

Ο Ηρακλής έκανε το τσιγάρο του κοιτάζοντας τη σκηνή όση ώρα ο αντιστράτηγος Μπαλούρδος προσπαθούσε να συνεννοηθεί με το νοσοκομείο. Ύστερα από λίγο ο Μπαλούρδος έκλεισε το τηλέφωνο και το επέστρεψε στον επιθεωρητή.

– «Ειχες δίκιο, επιθεωρητή!» αναφώνησε ο αντιστράτηγος με θαυμασμό. Τον βρήκαμε! Είναι ο εθελοντής νούμερο 4795316 της κλινικής δοκιμής για το εμβόλιο του κορινοϊου. Εξαφανίστηκε από προχθές και τον ψάχνανε.

«Οταν εξαφανίστηκε φορούσε ακριβώς αυτές τις αηδίες», συνέχισε ο Μπαλούρδος δείχνοντας τα καλτσάκια στα πόδια του πτώματος που εξείχαν κάτω από το κοντέινερ. Ήταν χρώματος ροζ με πράσινα πουτσάκια ζωγραφισμένα επάνω τους.

«Είναι σίγουρα αυτός!», είπε ο Μπαλούρδος. «Και ηταν όντως στο σκέλος της δοκιμής που δεν πήρε το εμβόλιο. Μα πως τον ανακαλύψατε τόσο γρήγορα, επιθεωρητα;», ρώτησε, γεμάτος απορία για το αστυνομικό δαιμόνιο του Ηρακλή Πουμαρώ.

– «Είναι προφανές, αγαπητέ μου Μπαλούρδε», απάντησε ο Ηρακλής δείχνοντας του το δίσκο που κρατούσε στα χέρια του. Ήταν το «Black market music».

– «Το θύμα πέθανε από Placebo», είπε ο επιθεωρητής.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έβαλε το δίσκο στο μπουφάν του, πέταξε τη γόπα του τσιγάρου του στο πεζοδρόμιο, και προχώρησε προς το αυτοκίνητο του σιγοσφυρίζοντας τη μελωδία του «Every you and every me»


The Birth of a Hero


Το κελάρι της ντροπής

Ο επιθεωρητής Πουμαρώ κουνιόταν σπαστικά στην καρέκλα του. Ανέβαζε το αριστερό πόδι, κατέβαζε το δεξί πόδι. Ανέβαζε το δεξί πόδι, κατέβαζε το αριστερό πόδι.

«Τι θα γίνει επιτέλους, Μπαλούρδε, θα έρθουν ποτέ αυτοί οι ηλίθιοι σ’αυτό το κωλοχώρι που μέ έφερες;» ρώτησε.

-«Κάνε υπομονή, Ηρακλή. Είναι σημαντικοί άνθρωποι, έχουν δουλειές

Ναι, αλλά θέλω να καπνίσω» απάντησε ο Ηρακλής.

Η πόρτα άνοιξε, και μπήκαν τέσσερις ηλικιωμένοι άντρες. Ο Ηρακλής τους περιεργάστηκε προσεκτικά. Ήταν ο Παπάς, ο Δάσκαλος, ο Ενωμοτάρχης της χωροφυλακής, και ο Πρόεδρος του χωριού.

Κάθησαν γύρω απο το τραπέζι, και στάθηκαν αμίλητοι κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον με βλέμματα γεμάτα αμηχανία, δίχως να μιλάει κανένας.

Ύστερα απο πέντε λεπτά σιωπής, η υπομονή του Πουμαρώ είχε εξαντληθεί.

«Θα μου πεί κανείς τι συμβαίνει εδω πέρα;» ρώτησε, λίγο πιο φωναχτά απο οτι του επέτρεπε συνήθως η αστική του ευγένεια.

Σε φωνάξαμε επειδή έχουμε μια λεπτή υπόθεση» είπε ο Ενωμοτάρχης. «Όπως θα ξέρεις, ο Μπαλούρδος είναι κουμπάρος μου, και ζήτησα τη βοήθεια του«

Και ποιά είναι αυτή η… λεπτή υπόθεση, ακριβώς;» ρώτησε ο Ηρακλής, που δεν έβλεπε πουθενά κανένα δείγμα λεπτότητας σ’αυτό το κωλοχώρι της Μεσσηνίας, στη μέση του απολύτως τίποτα.

Πρίν απο καιρό, πάνε τριάντα χρόνια, ζούσαν εδω στο χωριό τρείς αδερφές» πήρε το λόγο ο Δάσκαλος. «Η Σάρα, η Μάρα και η Ζάρα. Μεγάλωσαν στη σκιά του πατέρα – αφέντη τους, και μιας μάνας που δεν είχε λόγο σε τίποτε. Η μόνη έξοδος που τους επέτρεπε ο πατέρας, ήταν κάθε Κυριακή για την εκκλησία, και στο πανηγύρι του χωριού μία φορά τον χρόνο«

Καλά τις έκανε, τις τσούπρες» πετάχτηκε ο Παπάς. «Τι, να τις έχει να σουρτουκεύουν απο δώ κι απο κεί; Είναι πράγματα του θεού αυτά;

Ο Πρόεδρος του έριξε ενα σκληρό βλέμμα, και ο Παπάς το βούλωσε. Οι καιροί ήταν σκληροί, αλλά οι πράξεις σκληρότερες.

Και μια μέρα» συνέχισε ο Δάσκαλος, «ο πατέρας τις εγκαταλείπει και εξαφανίζεται. Το κοινωνικό στίγμα είναι βαρύ για την οικογένεια που άφησε πίσω του, όμως μαζί έρχεται και η λύτρωση από τους αυστηρούς κανόνες που είχε επιβάλλει. Οι τρείς αδελφές μεταναστεύουν σε τρείς διαφορετικές ηπείρους«

Και φτάνουμε στο σήμερα» είπε ο Πρόεδρος.

«Βλέπετε, ο πατέρας ήταν ο αδερφός μου. Η σχωρεμένη η κουνιάδα μου πέθανε, αλλά πρόλαβα να τη βάλω να γράψει το σπίτι στο γιό μου τον μεγαλομπεμπέ, ναχει μια δουλειά να κάνει ο ανεπρόκοπος, που παριστάνει τον εργολάβο«.

Και τα κατάφερε καλά ο μπαγάσας. Μεγάλο επιχειρηματικό πνεύμα. Κατεδάφισε το σπίτι, κι έχτισε ενα μπουρδελάκι, φίνο!» τελείωσε την πρόταση ο Eνωμοτάρχης, σταυρώνοντας τα δάχτυλα του και φιλώντας τα για να δώσει έμφαση στη λέξη «φίνο».

Φέραμε και τρείς Βουλγάρες, και γαμάει όλο το χωριό!» είπε εντυπωσιασμένος ο Δάσκαλος.

«Μετά την εκκλησία την Κυριακή, γίνεται της πουτάνας!«.

Και οι πέντε παρευρισκόμενοι ξεράθηκαν στο γέλιο, εκτός απο τον Ηρακλή Πουμαρώ, που δεν του φάνηκε πολύ αστείο.

Δυστυχώς, το σπίτι έκρυβε στα υπόγεια του ενα βαρύ μυστικό» συνέχισε ο Δάσκαλος.

Η μάνα, πρίν πεθάνει, τα εξομολογήθηκε όλα στον παπά. Ο πατέρας, βλέπετε, βίαζε τα κορίτσια στο κελάρι του σπιτιού, και μια μέρα αυτές τα πήραν κρανίο, πήραν ενα κονσερβοκούτι απο ενα κομμουνιστή που ήταν περαστικός απο δω, παρέσυραν τον πατέρα τους με μπαμπεσιά, και τον σφάξανε στο κελάρι

Ο Πρόεδρος κοκκίνησε απο θυμό.

Τον δύσμοιρο τον αδερφό μου!» αναφώνησε. «Αυτές οι καριόλες οι κόρες του, του βγάλανε τα άντερα, τον κάνανε κιμά, γέμισαν λουκάνικα και τα κρέμασαν στο κελάρι να σιτέψουν.

«Τα κόκκαλα τα θάψανε» συνέχισε. «Κι εκείνη τη χρονιά, πούλησαν τα λουκάνικα στο πανηγύρι, και μαζέψανε λεφτά να μεταναστέψουν στο εξωτερικό και να το παίζουν brain drain«

Οταν το έμαθα» διέκοψε ο Παπάς, «ξέρναγα τρείς μέρες συνέχεια. Γιατί ακόμα θυμόμουν τι νόστιμα που ήταν εκείνα τα λουκάνικα στο πανηγύρι! Απο τότε, φρούτα, τρώω μόνο φρούτα!«

Αυτό είναι όλο;» είπε ο Ηρακλής. «Τα πράγματα είναι εύκολα. Θα φωνάξουμε τις κόρες και θα τις συλλάβουμε για το φόνο. Οι σύγχρονες τεχνικές DNA…«

Ο Ενωμοτάρχης τον διέκοψε με ενα νεύμα.

Δεν είναι τόσο απλό, Ηρακλή. Τη Σάρα και τη Μάρα θα τις καταφέρουμε, αλλα η Ζάρα άνοιξε μια τεράστια αλυσίδα με καταστήματα ρούχων, κι έχει γίνει διάσημη. Έτσι και πάμε να τις αγγίξουμε, θα γίνει σκάνδαλο

Ούτε να το θάψουμε μπορούμε το πράγμα, γιατί έχει αρχίσει να ακούγεται. Το φάντασμα του πατέρα βγαίνει τα βράδια και κυνηγάει τα κορίτσια στο μπουρδελάκι να τους τον χώσει! Αμα πούνε τίποτα; Και πλησιάζει και το πανηγύρι της μπάμιας φέτος, θα έρθουν απ’όλα τα χωριά και θα γίνουμε ρόμπες!»

«Τι ντροπή!» αναφώνησε ο παπάς, κάνοντας το σταυρό του με το αριστερό.

Πανηγύρι τις μπάμιας;» ρώτησε ο επιθεωρητής Πουμαρώ, με ενα μορφασμό αηδίας.

Τρελλή μπίζνα» απάντησε ο Ενωμοτάρχης. «Βλέπετε, το πανηγύρι είναι της μπάμιας, αλλά σερβίρουμε και γουρουνοπούλα. Μονο που οι μπάμιες είναι τζάμπα, ενω τη γουρουνοπούλα την πληρώνεις. Μοιραζόμαστε τα λεφτά οι τέσσερις μας και την κάνουμε φίνα«

Τέλος πάντων, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με όλη αυτή τη δύσκολη κατάσταση, και είπαμε να φωνάξουμε εσάς, μήπως έχετε να δώσετε κάποια λύση. Το δαιμόνιο αστυνομικό σας μυαλό κάτι θα σκεφτεί» απευθύνθηκε στον Ηρακλή Πουμαρώ ο Πρόεδρος.

Ετσι κι αλλιώς αυτά είναι περασμένα – ξεχασμένα, αλλά βγαίνουμε στη σύνταξη και οι τέσσερις του χρόνου, και θα ναι ντροπή του θεού για τον τόπο μας, να ξεσπάσει τέτοιο σκάνδαλο στον καιρό του πανηγυριού της μπάμιας!» είπε ο Παπάς.

Και μπορεί και να μας κόψουνε το επίδομα στη σύνταξη, αν μαθευτεί η ιστορία» συνέχισε ο Δάσκαλος.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έσκυψε σκεπτικός το κεφάλι, παίζοντας στα δάχτυλα τον αναπτήρα του. Σηκώθηκε απο την καρέκλα του και κοίταξε εξονυχιστικά τα πρόσωπα των τεσσάρων ανδρών απέναντι του.

Βασανισμένοι καιροί, αλλά περισσότερο βασανισμένοι άνθρωποι.

Γιατί δε βάζετε τον εργολάβο να ξαναγκρεμίσει το κτίριο;» πρότεινε ο Ηρακλής τελικά.

Τι;» πετάχτηκε ο Παπάς, με την αγωνία ξεκάθαρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. «Και το μπουρδελάκι;«

Βάλτε το στο Δημαρχείο» απάντησε ο επιθεωρητής. «Ετσι κι αλλιώς, μπουρδέλο είστε ήδη«

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έβγαλε το πακέτο απο την τσέπη του και έβαλε ενα τσιγάρο στο στόμα του κοιτάζοντας τους τέσσερις άντρες. Μια ελπίδα άρχισε να διακρίνεται επιτέλους στο βασανισμένο βλέμμα τους.

Ο επιθεωρητής άνοιξε την πόρτα, και χάθηκε σιγοπερπατώντας στο γλυκερό σκοτάδι της υπαίθρου.