Κάθε ιστορία του Τσάρλς Μπουκόφσκι

Πήγα στο μπάρ κι έγινα λιώμα στο ποτό. Εκεί που έπινα, μου επιασε την κουβεντα μια γρια πουτάνα, και ύστερα απο λίγο πήγαμε στο ξενοδοχειο – νομίζω οτι πήδηξα αλλα δεν είμαι σίγουρος, γιατί το μόνο που θυμάμαι είναι οτι ξέρασα πάνω της και με πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησα το άλλο πρωί και σέρνοντας τα βήματα μου, ξαναπήγα στο μπάρ.

[ΣΤΜ]: Τώρα δεν υπάρχει καμμία απολύτως ανάγκη να διαβάσετε καμμία απο τις υπόλοιπες περίπου χίλιες πεντακόσιες σελίδες που έχει γράψει ο Μπουκόφσκι. 


Μια ιστορία με στρείδια

Ζούσε κάποτε στη Νέα Ζηλανδία ένας πολύ φανατικός Αμπαλαέας. Λάτρευε τον ΜΠΑΟΓΚ, δεν έχανε ούτε παιχνίδι του στην τηλεόραση, και ήταν ο πρόεδρος, αντιπρόεδρος, γραμματέας, ταμίας, και μοναδικό μέλος του συλλόγου «Παοκ Ειρηνικού Ωκεανού και νήσων Σαμόα», πράγμα που του δημιουργούσε πολλές φορές θεματάκια με τις αρχές, δεδομένου οτι το όνομα του συλλογου έβγαζε το ατυχές ακρωνύμιο ΠΕΩΣ, αλλά αυτό είναι μια ιστορία που θα τη διηγηθούμε μια άλλη φορά.

Ο Αμπαλαέας μας λοιπόν ήταν πολύ αγαπητός στην αθλητική κοινότητα της Νέας Ζηλανδίας, που τον έβλεπαν σαν εναν λιγάκι γραφικό, μεν, αλλά πραγματικά παθιασμένο φίλαθλο. Ελλείψει πολλών παιχνιδιών με την αγαπημένη του ομάδα, πήγαινε πάντα στους φιλικούς αγώνες της Wellington Phoenix με την Ferrymead Bays και χοροπηδούσε φωνάζοντας αμπαλαέαεαε πούστη παναθηναϊκέ και τέτοια χαριτωμένα καταδιασκεδάζοντας τους Νεοζηλανδους φιλαθλους, οι οποίοι τον λάτρευαν.

Μέχρι που μια μέρα, ηρθε η μεγάλη στιγμή που περίμενε για όλη του τη ζωη. Η ομαδα της καρδιάς του έρχοταν επιτέλους στη Νέα Ζηλανδία για ενα παιχνίδι στην έβδομη κατηγορία του πρωταθλήματος Βόρειας Αφρικής – Ωκεανίας. Ο Αμπαλαέας μας προετοιμάστηκε κατάλληλα για το μεγαλύτερο γεγονός της ζωής του. Αγόρασε εισητήρια για μισή κερκίδα, και τη γέμισε με όλου του κόσμου τα καλά. Ρετσίνες, ούζα, ντολμαδάκια, κεφτεδάκια, γιουβαρλάκια, μπάφους, και το καλύτερο απ΄ολα, το πιο εκλεκτό απο τα εκλεκτά εδέσματα: Ενα καφάσι απο εκείνα τα ονομαστά, πεντανόστιμα πελώρια αφροδισιακά στρείδια του Ειρηνικού.

Θα τα έτρωγε σιγά σιγά καθώς ο αγώνας θα κορυφώνοταν, και τη στιγμή εκείνη που ο ΠΑΟΚ θα έβαζε το γκολ που θα έκρινε τον αγώνα, θα έτρωγε το τελευταίο και πιο μεγάλο στρείδι, που θα του χάριζε την υπέρτατη ηδονή.

Έτσι κι έγινε λοιπόν, και ο αμπαλαέας μας μέχρι το 87ο λεπτό του αγώνα είχε φάει όλα τα μεζεδάκια, και ήταν ετοιμος να εκραγεί απο την καύλα με τα στρείδια που είχε φάει, όταν ο Κούδας η κάποιος τέτοιος τέλος πάντων που δυστυχώς δεν έχει καταγραφεί ξεκάθαρα στις σχετικές πηγές, με ενα αριστοτεχνικό σούτ στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα της αντίπαλης ομάδας. Σαν έτοιμος απο χρόνια ο αμπαλαέας μας, πιάνει το τελευταίο, το πιο μεγάλο και νόστιμο στρείδι, και το καταπίνει αμάσητο με μια μπουκιά, ακριβώς τη στιγμή που η μπάλα έμπαινε στη μικρή περιοχή.

Ο αμπαλαέας μας δυστυχώς όμως στάθηκε άτυχος. Το στρείδι του κάθησε στο λαιμό, πνίγηκε, και πέθανε χωρίς να δεί το γκόλ του ΠΑΟΚ που θα κέρδιζε τον αγώνα.

Τόσο πολύ συγκινήθηκαν οι φίλαθλοι της Νέας Ζηλανδίας απο το δράμα του αγαπημένου σε όλους αμπαλαέα, που σε μια σεμνή τελετή μετά την κηδεία του, ο Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρίας Θαλάσσιας Ζωολογίας έδωσε στο περίφημο αυτό στρείδι του Ειρηνικού, πρός τιμήν του Αμπαλαέα, το όνομα Abalone.

1392957928564


Τα απομεινάρια μιάς τούρτας

41nlotr1vll

Can’t buy me love yeaaah!
Can’t buy me love yeaaah!

I’ll buy you a diamond ring, my friend
if it makes you feel alright
I’ll get you anything my friend
if it makes you feel alright
For I don’t care too much for money
for money can’t by me love

Can’t buy me love yeaaah!
Can’t buy me lo….

Και τότε ακούστηκε μια φωνή απο το ακροατήριο που έμελλε να αλλάξει τον ρού της ιστορίας:

– «YES, BUT YOU CAN BUY A CAKE!» 

Η μουσική σταμάτησε απότομα. Οι τέσσερις φίλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, πλησίασαν ο ένας τον άλλον και άρχισαν το ψου ψου. Και «ρε μαλάκα δίκιο έχει», και «δεν το σκέφτηκα έτσι» και «ναι ρε αλλά μήπως να το ξανασκεφτούμε», και «άστο, γάματο», και διάφορα άλλα που οι ακροατές δε μπορούσαν να ακούσουν μέσα στη ζαλάδα της μουσικής και των ναρκωτικών.

Κάποια στιγμή οι διαβουλεύσεις φάνηκαν να παίρνουν τέλος. Ένα απο τα μέλη του συγκροτήματος πλησίασε το μικρόφωνο και φώναξε, με την χαρακτηριστική προφορά του προαστειακού Λίβερπουλ:

– «ΑΕΙ ΧΑΣ’ ΣΙΑ ΠΕΡΑ ΜΑΡ’ ΧΑΜΟΥΡΑ ΜΟΥ’ΧΕΙΣ ΦΑΕΙ ΤΗ ΜΠΖΥΧΗ!»

Και πούλησε το διαμαντένιο δαχτυλίδι και αγόρασε μια ΠΕΛΩΡΙΑ τούρτα με ΣΟΚΟΛΑΤΑ και με ΦΡΑΟΥΛΑ και με ΙΝΔΟΚΑΡΥΔΟ και με ΤΡΙΜΜΕΝΑ ΦΥΣΤΙΚΙΑ ΑΙΓΙΝΗΣ. Και την έφαγε όλη. Και ξέχασε τη γκόμενα, και άρχισε να γράφει σοβαρά τραγούδια. Και οι τέσσερις φίλοι έγιναν πλούσιοι.

Και ακόμα και σήμερα, αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια, εαν αντέξει να κοιτάξει κανείς προσεκτικά στη μούρη του Μακάρτνευ, μπορεί να διακρινει φευγαλέα αυτό που κάποτε ήταν τα απομεινάρια μιας τούρτας.

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματική πινακίδα


Ο άνθρωπος που ίσως να υπήρχε

Κανείς δε θυμόταν πόσα χρόνια πέρασαν απο την τελευταία φορά που κάποιος τον είδε – η τουλάχιστον, νόμιζε οτι τον είδε. Άκόμα και οι συνθήκες κάτω απο τις οποίες εξαφανίστηκε ήταν μυστηριώδεις, και οι άνθρωποι είχαν σιγά σιγά ξεχάσει ακόμα και την εποχή πρίν την τελευταία βεβαιωμένη εμφάνιση του – που ακόμα και γι’αυτήν, κανείς δεν ήταν απολύτως σίγουρος, και τα σχετικά δεδομένα ήταν δύσκολο να στηριχθούν. Τα περισσότερα ήταν κάποια παλιά αποκόμματα εφημερίδων, γραμμένα σε περίεργες γλώσσες, που ανέφεραν την εξαφάνιση κάποιου, τόσο αόριστα που μπορεί κάλλιστα και να μην ήταν ο ίδιος.

Κάποιοι είπαν οτι εξαφανίστηκε με τη θέληση του, κάποιοι άλλοι σκέφτηκαν οτι μπορεί να έπαθε κάτι, αλλά κανείς δεν μπήκε στον κόπο να επιβεβαιώσει τις ιστορίες που συχνά πυκνά ακούγοταν σε ο,τι είχε απομείνει απο παλιές παρέες που όλο και λιγότερο συζητούσαν γι’αυτόν. Μέχρι που σιγά σιγά μεταξύ τους τρύπωσαν οι ασυμφωνίες, και ο καθένας τον θυμόταν σαν κάτι όλο και περισσότερο διαφορετικό απο όλους τους υπόλοιπους, κάνοντας τους να αναρωτιούνται για το αν γνώρισαν πραγματικά τον ίδιο άνθρωπο.

Ορισμένοι είπαν οτι το έκανε επίτηδες – πως χάθηκε κάπου σε κάποιο μέρος που θα ήταν αδύνατον να βρεθεί, σε ένα απο κείνα τα ταξίδια του, που γινόντουσαν όλο και πιο συχνά, ολο και πιο μακριά, στη διάρκεια των οποίων κανείς δεν έρχοταν σε επαφή μαζί του – απλώς εξαφανιζόταν για μεγάλα διαστήματα, για να εμφανιστεί ξανά σε κάποιο άλλο μέρος της γής, τόσο αθόρυβα όσο εξαφανίστηκε. Κάποιοι άλλοι είπαν οτι μπορεί απλά να άλλαξε, να εξαφανίστηκε και να ξαναεμφανίστηκε σαν κάποιος άλλος, χωρίς κανένα συνδετικό κρίκο που να μπορεί να τον δέσει με το παρελθόν και με τους ανθρώπους που κάποτε τον γνώριζαν

Ακόμα και το όνομα του ήταν κοινό, τόσο κοινό που δεν θα το ξεχώριζες απο τα τόσα άλλα ονόματα ενος τηλεφωνικού καταλόγου. Λέγεται οτι κάποιοι έψαξαν να τον βρούν – αλλά κανείς ποτε δε μπόρεσε να μιλήσει με κάποιον που να ήξερε τι του συνέβη, που να είχε αδιάψευστες αποδείξεις οτι τον είχε συναντήσει, η έστω που να μπορούσε να δώσει κάποια χρήσιμη πληροφορία γι’αυτόν. Σκόρπιες αναφορές εμφανίσεων η γνωριμιών που θα μπορούσαν να ταίριαζαν σε οποιονδήποτε άλλον, που τους έκαναν να αμφιβάλλουν για το αν βρήκαν τελικά τον ίδιο άνθρωπο, η αν απλά έπεσαν επάνω σε συμπτώσεις τόσο μπερδεμένες που τους έκαναν να αμφιβάλλουν για τις ίδιες τους τις μνήμες.

Μέχρι που τελικά ο χρόνος ξεθώριασε ακόμα και τις δικές τις μνήμες, που κάποτε, τον πρώτο καιρό, ήταν τόσο δυνατές που πίστευε ακράδαντα οτι αποκλείεται να τον ξεχάσει ποτέ. Η μορφή του αναμίχθηκε με τα πρόσωπα τόσων άλλων και ξεθώριαζε μέρα με τη μέρα, τα λόγια του μπερδεύτηκαν με τις σκέψεις τρίτων, μέχρι που τελικά ακόμα και η ίδια έφτασε να αμφιβάλλει για τον εαυτό της, και να ξεχνάει σιγά σιγά το παρελθόν που μοιράστηκε με τον άνθρωπο που ίσως κάποτε να υπήρξε.


Το τρένο που δε σταματάει ποτέ

Δε θυμάμαι πόσα χρόνια έχουν περάσει απο τότε που πήρα το τρένο.

Θυμάμαι οτι ήταν ενα δροσερό φθινοπωρινό απόγευμα. Έπρεπε να πάω στο Δομοκό για ενα ραντεβού με κάποιο συμβολαιογράφο. Ούτε που ήξερα οτι φύτρωναν συμβολαιογράφοι στο Δομοκό, μέχρι που μια μέρα τα κακάρωσε εκείνος ο θείος, που κανένας στην οικογένεια δε θυμόταν οτι υπήρχε, αφήνοντας για κληρονομιά εξ αδιαιρέτου σε 7 συνδικαιούχους ενα τεράστιο χαρτομάνι για κάτι χωράφια με ελιές και τρία κατσίκια – χαρτομάνι που κάποιος έπρεπε να ξεκαθαρίσει.

Μισώ αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου που χρησιμοποιεί σήμερα ο κόσμος για όλες του τις δουλειές, οπότε αγόρασα εισητήριο με τον παραδοσιακό τρόπο – περιμένοντας στο γκισέ. Ξαφνικά τράβηξε την προσοχή μου η πινακίδα με τις τιμές των εισητηρίων.

Intercity, 30000 δραχμές.
Intercity Express, 50000 δραχμές.
Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ, 60000 δραχμές. 

Η διαφορά ήταν μικρή, και αυτό το τρένο δεν το είχα πάρει ποτέ – έτσι όταν έφτασε η σειρά μου είπα στην υπάλληλο πίσω απο το γκισε, που με κοίταζε με ύφος βαριά μαστουρωμένης φώκιας:

– «Ενα για Δομοκό με Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ, παρακαλώ.»

Η φώκια το σκέφτηκε για λιγάκι, κούνησε τα μουστάκια της, και με ρώτησε

– «Είστε σίγουρος;»

– «Ναι. Δεν το εχω ξαναπάρει ποτέ»

– «Εντάξει τότε», έκανε.

Πάτησε κάτι κουμπιά, και ενα εισητήριο τυπώθηκε στον εκτυπωτή της.

– «Εξήντα χιλιάδες».

Έβγαλα απο το πορτοφόλι μου δώδεκα χαρτονομίσματα των πέντε χιλιάδων δραχμών, εκείνα με τη φάτσα εκείνου του καραφλού που είχε γίνει υπουργός οικονομικών για κανένα μήνα περίπου, και της τα έδωσα.

– «Γραμμή τέσσερα. Το τρένο φεύγει στις οχτώ», είπε η φώκια, προσπαθώντας να μιμηθεί τη φωνή εκείνου του τραγουδιστή που απαγορεύεται να λέμε τ’όνομα του.

Ήταν ήδη οχτώ παρα τέταρτο, οπότε πήρα το εισητήριο και ανέβηκα στις πλατφόρμες. Έψαξα να βρώ το βαγόνι μου, μπήκα και κάθησα σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Το τρένο ξεκίνησε. Με το που βγήκαμε απο την πόλη, το τοπίο άλλαξε, και η θέα των απέραντων χωραφιών που εκτείνοταν ως τον ορίζοντα σε συνδυασμό με το γλυκό κούνημα του τρένου, με νανούρισαν σχεδόν αμέσως. Ξύπνησα απο ενα άσχημο όνειρο και κοίταξα γύρω μου. Δεν ήξερα πόση ωρα είχε περάσει. Κοίταξα γύρω μου συγχυσμένος απο τον ύπνο, και προσπάθησα να καταλάβω που βρισκόμαστε.

Σε λίγη ώρα, το τρένο πέρασε απο το σταθμό στον Παλαιοφάρσαλο χωρίς να σταματήσει. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Είχα παρακοιμηθεί και έχασα τη στάση μου.

Σηκώθηκα απο τη θέση μου και διέσχισα τα βαγόνια, ψάχνοντας να βρώ τον ελεγκτή που μου χτύπησε το εισητήριο – ένας τύπος λίγο πριν τη σύνταξη, με γκριζαρισμένο μουστάκι μάλλον δανεισμένο απο τα αζήτητα του Νίτσε. Τελικά τον βρήκα, στο βαγόνι αμέσως μετά το ρεστωράν. Μία ματιά στο ύφος του ήταν αρκετή για να λυπηθώ αυτομάτως τη γυναίκα του.

– «Παρακοιμήθηκα και έχασα το σταθμό μου», του είπα. «Έπρεπε να κατεβώ στο Δομοκό».

Σκέφτηκε το πρόβλημα με όλη τη σοβαρότητα που του άξιζε, και μου αποκρίθηκε:

– «Δεν πειράζει. Απλά θα πληρώσετε το πρόστιμο μόλις φτάσουμε στο τέρμα».

– «Δε μπορώ να κατεβώ στον επόμενο σταθμό;»

– «Οχι. Ειναι Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ. Δε σταματάμε σε κανένα σταθμό».

– «Δηλαδή ούτε στο Δομοκό σταματήσαμε;»

– «Οχι», απάντησε.

– «Και πότε φτάνουμε στο τέρμα;» τον ρώτησα.

Κούνησε τα μουστάκια του ειρωνικά.

– «Όταν φτάσουμε», αποκρίθηκε.

Δε μπορούσα να κάνω πολλά. Κάθησα ξανά στη θέση μου και συγκεντρώθηκα στο τοπίο. Τα χέρσα λιβάδια διακόπτοταν απο καλλιεργημένες εκτάσεις, και οι σταθμοί διαδέχοταν ο ένας τον άλλον  χωρίς το τρένο να σταματάει ποτέ.

Στην αρχή τα ονόματα των σταθμών μου ήταν οικεία. Λάρισσα, Κατερίνη. Το τρένο δε σταμάτησε στη Θεσσαλονίκη. Παραξενέυτηκα.  Οι υπόλοιποι επιβάτες δεν έδειχναν να νοιάζονται ιδιαίτερα. Οι σταθμοί συνέχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Τα ονόματα των σταθμών έγιναν ξενικά. Svilengrad, Dabovo. Τρόμαξα.

Εψαξα πάλι να βρώ τον μουστάκια. Τελικά τον ανακάλυψα να κοιμάται σε ενα σκαμπώ δίπλα στις τουαλέτες. Ξαναλυπήθηκα τη γυναίκα του, αλλά είχα πια θυμώσει πολύ για να κρατήσω το ευγενικό μου ύφος.

– «Πότε θα φτάσουμε επιτέλους σ’αυτό το τέρμα;»

– «Οταν φτάσουμε», απάντησαν τα μουστάκια.

– «Θέλω να κατέβω εδω»

– «Μπορείτε να κατέβετε όποτε θέλετε. Ανοίξτε την πόρτα και βγείτε. Δε σας εμποδίζει κανένας»

– «Ενω τρέχουμε με τέτοια ταχύτητα; Θα είστε τρελός. Πότε θα σταματήσουμε;»

– «Δε θα σταματήσουμε. Είναι Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ».

Ξανακάθησα στη θέση μου. Οι μέρες διαδέχοταν τις νύχτες, και οι νύχτες τις μέρες, και τα λιβάδια διαδέχοταν ακόμα περισσότερα λιβάδια. Τα ονόματα των σταθμών άρχισαν να γίνονται όλο και πιο άγνωστα, όλο και πιο περίεργα. Azalotl, Axothoth, μέχρι που άρχισαν να γράφονται σε γλώσσες που δε γνώριζα, και σταμάτησα να δίνω σημασία.

Οι μέρες έγιναν βδομάδες, και οι βδομάδες έγιναν μήνες. Κάθε μέρα τρώγαμε στο εστιατόριο του τρένου που περιέργως έδειχνε να μη χρειάζεται ποτέ ανεφοδιασμό. Τρίτη – Πέμπτη μακαρόνια.

Κάποιοι αντέδρασαν, φώναξαν μάταια, μάλιστα ένας προσπάθησε να κατέβει απο το τρένο εν κινήσει. Όντως μπόρεσε να ανοίξει την πόρτα. Ακόμα θυμάμαι τις κραυγές του καθως έπεφτε απο το τρένο που κινούταν με 120 χιλιόμετρα την ώρα. Ο μουστάκιας κούνησε το κεφάλι του σαν να ήταν κάτι συνηθισμένο, και ξανάκλεισε την πόρτα.

Σιγά σιγά, οι επιβάτες, απο άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, άρχισαν να πιάνουν κουβέντα. Την ανησυχία και το θυμό διαδέχτηκε μια παράξενη οικειότητα. Σαν να ήμασταν δεμένοι όλοι απο την ίδια μοίρα. Οι συζητήσεις μας έγιναν όλο και πιο ενδιαφέρουσες. Σιγά σιγά μοιραστήκαμε τα πάθη μας και τους φόβους μας, τις σκέψεις και τις ανησυχίες μας. Το ενδιαφέρον διαδέχτηκε η βαρεμάρα, καθώς ολα όσα είχαν να ειπωθούν συνέχεια λιγόστευαν. Η οικειότητα γέννησε πάθη, τα πάθη γέννησαν έρωτες,, μίση, αντιζηλείες μεταξύ των επιβατών. Οι μήνες περνούσαν, και το τρένο δε σταματούσε ποτέ. Κανείς δεν έδειχνε να νοιάζεται πια για τους σταθμούς η τον προορισμό.

Τελικά κόπασαν ακόμα και τα πιο έντονα συναισθήματα. Ένα ζευγάρι παντρεύτηκε πάνω στο τρένο, και ύστερα απο λίγους μήνες χώρισε. Ο καθένας πήρε το δρόμο του, και εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικά βαγόνια.

Ο χρόνος περνούσε, και οι μήνες διαδέχοταν τα χρόνια, χωρίς κανείς να νοιάζεται πια να τα μετρήσει. Κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε, τρώγαμε, κοιτάζαμε τα λιβάδια να διαδέχονται το ένα το άλλο. Για κάποιο περίεργο λογο, ο χρόνος ήταν παράξενος στο Τρένο που Δε Σταματάει Ποτέ. Δε σου έδινε την εντύπωση οτι περνούσε – ούτε αργά ούτε γρήγορα. Τα μόνα σημεία αναφοράς ήταν οι μέρες που διαδέχοταν τις νύχτες, και οι νύχτες που διαδέχοταν τις μέρες, ώσπου πιά κανείς δε νοιαζόταν να μετρήσει νύχτες, μέρες, βδομάδες, μήνες η χρόνια.

Καθόμουν στη θέση μου και κοίταζα τα λιβάδια, όταν με πλησίασαν τα μουστάκια.

– «Είναι η σειρά σας», μου είπαν.

– «Για τι πράγμα;» ρώτησα, μάλλον ενθουσιασμένος που επιτέλους κάτι συνέβαινε.

– «Για την ακρόαση σας. Κάθε επιβάτης μπορει να δεί μια φορά τον Τρέναρχο»

– «Τρέναρχος;»

– «Ναι, συνήθως οι μηχανοδηγοί είναι Τρεναγοί, αλλά αυτό το τρένο δεν είναι συνηθισμένο. Είναι το Τρένο που Δε Σταματάει Ποτέ. Ο μηχανοδηγός μας είναι Τρέναρχος. Θα τον δείτε αύριο. Είναι πολύ δύσκολο να συναντήσετε Τρέναρχο, ξέρετε»

Επιτέλους θα έπαιρνα κάποιες απαντήσεις. Οχι οτι οι απαντήσεις με ένοιαζαν πιά ιδιαίτερα, αλλά οσο και να το κάνουμε, ήμουν λιγάκι περίεργος. Ντύθηκα επίσημα – τα μουστάκια μου βρήκαν μέχρι και πουκάμισο, παρότι υποψιαζόμουν οτι ήταν το ίδιο ενα πουκάμισο που φορούσαν όλοι όσοι επισκέπτοταν τον Τρέναρχο. Διασχίσαμε όλα τα βαγόνια, και σταθήκαμε στην τελευταία πόρτα. Τα μουστάκια, χτύπησαν την πόρτα διακριτικά. Ακούστηκε ενας θόρυβος, και η πόρτα ξεκλείδωσε. «Περάστε», μου είπαν τα μουστάκια. «Έχετε δέκα λεπτά».

Μπήκα μέσα. Ηταν μια σκοτεινή αίθουσα που έπιανε το μισό βαγόνι, γεμάτη πίνακες και όργανα ελέγχου. Προχώρησα μπροστά. Κάποιος κάθοταν στο κάθισμα του οδηγού και κοίταζε ίσια μπροστά. Τα φώτα του τρένου φώτιζαν τις γραμμές και ενα μέρος απο τα λιβάδια που διαδέχοταν το ένα το άλλο. Κάθησα στο διπλανό κάθισμα και κοίταξα για λίγο τις γραμμές. Το θέαμα ήταν υπνωτικό.

Γύρισα και κοίταξα τον Τρέναρχο. Φορούσε συνηθισμένη στολή Τρέναρχου, με όλα τα προβλεπόμενα σειρήτια. Ο Τρέναρχος εξακολουθούσε να κοιτάζει μπροστά.

– «Ευχαριστώ που με δεχτήκατε, κύριε Τρέναρχε».

Ο τρέναρχος συνέχισε να κοιτάζει μπροστά. Σαν να μην υπήρχα.

– «Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση», είπα διστακτικά μετά απο λίγο.

Επιτέλους ο Τρέναρχος απάντησε.

– «Όλοι θέλουν», είπε.

Μάζεψα όσο θάρρος μου είχε απομείνει.

– «Πότε θα φτάσουμε στον προορισμό, κύριε Τρέναρχε;», ρώτησα γεμάτος αγωνία.

– «Και πάντα είναι η ίδια ερώτηση…», σχολίασε ο Τρέναρχος.

Κοκκάλωσα. Έμεινα να κοιτάζω για λίγο τις γραμμές που φωτίζοταν, και τα λιβάδια που διαδέχοταν το ένα το άλλο.

Ο Τρέναρχος στράφηκε προς το μέρος μου.

– «Είμαστε ήδη στον προορισμό, δεν το κατάλαβες;», είπε. «Πάντα ήμασταν».

Κοίταξα τον Τρέναρχο και η καρδιά μου σταμάτησε.

Στη θέση των ματιών του έχασκαν δυο πελώριες, ολοσκότεινες, κατάμαυρες τρύπες.


Ο Πιανίστας

Το παρόν διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βλήμα της Κυριακής», τότε που ακόμη τύλιγαν τα ψάρια με εφημερίδες. Διεσώθη υπο του λωγιοτάτου αρχειοθέτη του Εναλλακτικού Μη-Ελεγχόμενου Ντελίριου, και αρχειοθετήθηκε με ελάχιστες επικαιροποιήσεις εις το παρόν Ιστολόγιο εν Έτει Κυρίου 2016. 

Πρωθυστερογραφική παρατήρηση χρονογραφικού ενδιαφέροντος: Χρόνια αργότερα απο την εποχή της διηγήσεως, συνέπεια ωρισμένων γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, το μπουρδελάκι της κυρα-Φώφης που αναφέρεται παρακάτω, κατάφερε να αποκτήσει τελικά άδεια λειτουργίας πολιτικού κόμματος – και σήμερα μεσουρανεί εις την κοινοβουλευτική ιστορία του τόπου, αποτελώντας την πολιτική στέγη ευκαταφρονήτου πλήθους διαπρεπών σοσιαλητών. Η μοίρα της τύχης ωστόσο, απεδείχθη τόσο απάνθρωπα άδικη προς το πρόσωπο του πρωταγωνιστού της παρούσης ιστορίας, ωστέ ουτε κάν το όνομα του δεν κατάφερε να διασωθεί εις την συλλογική μνήμη του τόπου. 

Ενώ τον Κατσιφάρα τον θυμούνται οι πάντες. 

 

Ο Πιανίστας

 

Μου αρεσει η δουλεια μου. Δουλευω εδω και τεσσερα χρονια στο σπιτι της κυρα-Φώφης. Στεγαζεται σε ενα παλιο κτιριο, αλλα εσωτερικα ειναι καθαρο και περιποιημενο. Αποτελειται απο ενα ευρυχωρο σαλονι, ενα χωλ που η κυρα-Φώφη ειχε διαμορφωσει ετσι ωστε οι πελατες που ερχονται να μην ερχονται σε επαφη με αυτους που φευγουν.

Η κυρα-Φώφη ειναι πρακτικο μυαλο, και σκεφτηκε καποια στιγμη οτι λιγη ζωντανη μουσικη ισως να χαλαρωνε τους πελατες που περιμεναν στο σαλονακι που ειχε μετατρεψει σε αιθουσα αναμονης. Ειχε δικιο. Απο τοτε που αρχισα να δουλευω, μου εχει εκμυστηρευτει οτι φευγουν πλεον πολυ λιγοτεροι πελατες απο οτι παλιοτερα, οταν αναγκαζονταν να περιμενουν στην αναμονη, κατω απο τα δηθεν αδιαφορα βλεμματα των υπολοιπων πελατων. Ειχα γινει κι εγω αποδεκτης τετοιων βλεμματων, που εκρυβαν ενα μιγμα ενοχης και υποκριτικης ανωτεροτητας, σαν ο ιδιοκτητης τους να ελεγε «Εγω ανηκω στην πραγματικοτητα καπου αλλου», και η αληθεια ειναι οτι το εβρισκα καπως διασκεδαστικο.

Επαιζα συνηθως στους πελατες Μπερλιοζ. Διαλεγα καποια κομματια που ηταν ηρεμα αλλα χαρουμενα, με μια ελαφρα παιχνιδιαρικη αισθηση. Οι πελατες χαλαρωναν και συγκεντρωνοταν στη μουσικη, και ουκ ολιγες φορες μου επιαναν ψιλη κουβεντα. Ημουν παντοτε δεκτικος στην κουβεντα, αλλα σπανιως δεχομουν παραγγελια. Οχι επειδη το βρισκω καλλιτεχνικα υποτιμητικο, καθε αλλο – απλως συνηθως τα κομματια που ζητουσαν οι πελατες ενιωθα οτι δεν ταιριαζαν στο περιβαλλον.

Η μοναδικη εξαιρεση ηταν οταν τυχαινε να μου ζητησει να παιξω καποιο απο τα αγαπημενα της κομματια η Ελενα. Με την Ελενα γνωριστηκαμε το πρωτο κιολας βραδυ που δουλεψα στο σπιτι της κυρα-Φώφης. Μου εκανε εντυπωση οτι ηταν διαφορετικη απο τα αλλα κοριτσια. Δεν ειχε εκεινο το απαθες βλεμμα του ανθρωπου που καταφερε να συμβιβαστει με μια δουλεια που μισει. Ηταν παντοτε χαρουμενη και ευγενικη, με εκεινη τη λαμψη στα καστανα της ματια που με εκανε να την ερωτευτω απο την πρωτη στιγμη. Μορφωμενη κοπελα, πτυχιουχος οικονομικων, την χτυπησε η ανεργια και η οικονομικη κριση των τελευταιων ετων, θεωρουσε την τωρινη δουλεια της περισσοτερο ως ενα προσωρινο μεσο επιβιωσης. Ετσι κι αλλιως την περιμενε μια καλυτερη ζωη. Ηταν εγκυος στον πρωτο μηνα, οποτε αναγκαστικα δε θα μπορουσε να συνεχισει να δουλευει για πολυ στο σπιτι. Σε λιγες βδομαδες θα φευγαμε μαζι, με τα λεφτα που ειχα καταφερει να μαζεψω τεσσερα χρονια απο την κυρα-Φώφη. Δεν ηταν πολλα λεφτα, αλλα θα μας επετρεπαν να αγορασουμε ενα δικο μας σπιτι σε μια μικρη επαρχιακη πολη, και να ζησουμε για λιγο καιρο μεχρι να βρουμε και οι δυο αλλη δουλεια. Η κυρα-Φώφη στεναχωριοταν που θα μας εχανε, αλλα τη γεμιζε χαρα η προοπτικη να δει δυο ανθρωπους που συμπαθουσε να φτιαχνουν επιτελους τη ζωη τους, πραγμα που ισχυε περισσοτερο για την Ελενα, παρα για μενα. Εξαλλου εγω αγαπουσα τη δουλεια μου.

Κοντευε 8 η ωρα το πρωι, και οι τελευταιοι πελατες ειχαν φυγει. Τα κοριτσια σιγα σιγα πηγαιναν στο σπιτι τους χαιρετωντας εμενα και την κυρα-Φώφη που καθοταν αποκαμωμενη στο μικρο γραφειακι πισω απο τον διαχωριστικο τοιχο που χωριζε το σαλονι απο τα πισω δωματια. Οι πελατες δεν την εβλεπαν, απο τη θεση ομως που ειχα το πιανο μου ειχα πολυ καλη θεα σε ολο σχεδον το χωρο.

Η Ελενα ειχε φυγει εδω και ωρα, αλλα ηταν παντοτε εδω, μεσα στο μυαλο μου. Τα καστανα ματια της, το λεπτοκαμωμενο της κορμι, το αναλαφρο, σχεδον εκλεπτυσμενο της βημα, με συνοδευαν σε ολες τις στιγμες της ζωης μου τα τελευταια δυο χρονια, οταν δεν καταφερνε να με συνοδεψει η ιδια. Στις δυσκολες ωρες μου με γεμιζε χαρα και ελπιδα η αναμνηση των ομορφων στιγμων μας στις διακοπες, οταν περπατουσαμε αγκαλιασμενοι στο ηλιοβασιλεμα, οταν καναμε ερωτα στην αμμο με το δροσερο αερακι να χαιδευει τα μακρια σπαστα της μαλλια. Ηταν η μερα που εμεινε εγγυος στο παιδι μας, η μερα που εμελλε να αλλαξει τις ζωες και των δυο μας.

Σκουπισα ενα δακρυ που ειχε αρχισει να κυλαει στο μαγουλο μου. Η κυρα-Φώφη το προσεξε και χαμογελασε τη στιγμη που μου εδινε το ιδιο μεροκαματο, την ιδια ακριβως ωρα, πριν με αποχαιρετησει με τις ιδιες λεξεις οπως καθε πρωι. Σκεφτηκα ειδικα σημερα να την παρακαλεσω να με αφησει να φυγω λιγο νωριτερα, μια και ειχα σημαντικες δουλειες να κανω, αλλα γνωριζοντας την τυπολατρεια και το παθος της κυρα-Φώφης με την ακριβεια, ειχα αποφασισει να μην τη στεναχωρησω, παρα το γεγονος οτι επροκειτο για δουλειες που αφορουσαν περισσοτερο εκεινη παρα εμενα.

Η σημαντικοτερη απο αυτες ηταν στην εφορια. Υπηρχαν κατι γραφειοκρατικες διατυπωσεις σχετικα με τη δουλεια μου, που η κυρα-Φώφη μου ειπε οτι ειναι σημαντικες, μια και αυριο θα γινοταν ελεγχος απο το Σωμα Οικονομικων Ελεγκτων. Ολα επρεπε να ειναι κανονισμενα στην εντελεια. Μπηκα στο ψηλο, ασπρο, μοντερνο αλλα αχαρο κτιριο της εφοριας. Υστερα απο ενα τεταρτο αναζητησης σε διαδρομους και γραφεια, κατεληξα στο γραφειο της προισταμενης. Ηταν μια γυναικα γυρω στα 35. Γυαλια με χοντρο κοκκαλινο σκελετο, πουκαμισο κουμπωμενο στα μανικια και στο πρωτο κουμπι του λαιμου. Το γραφειο της ηταν γεματο εικονες αγιων.

«Καλη σας μερα, ηρθα για τη συμπληρωματικη δηλωση του εντυπου Ε23».
«Καλη σας μερα, και ο θεος μαζι σας. Ποιο ειναι το ΑΦΜ σας;».
Της το ειπα. Το πληκτρολογησε συνωφρυωμενη στον υπολογιστη της και κοιταξε για λιγα δευτερολεπτα την οθονη
«Εδω λεει οτι εισαστε μουσικος, αλλα το εντυπο Ε23 απαιτει πληρη περιγραφη. Που δουλευετε;»
«Σε μπ.. ε, σε οικο ανοχης»
Γουρλωσε τα ματια της και με κοιταξε επι τρια λεπτα αμιλητη, με το χερι της να σκεπαζει το ορθανοιχτο στομα της
«Λυπαμαι για σας κυριε. Εχετε χασει το δρομο του θεου. Λυπαμαι, πραγματικα και ειλικρινα λυπαμαι. Πως αντεχετε να δουλευετε σε ενα αντρο ακολασιας; Δε σκεφτεστε την ψυχη σας;»
«Δεν ειναι παρα μια δουλεια», της αποκριθηκα. «Και τυχαινει να μου αρεσει».
Πηρε ενα υφος απεραντης θλιψης για την χαμενη μου ψυχη, και γυρισε στον υπολογιστη της.
«Λυπαμαι αλλα το συγκεκριμενο επαγγελμα δεν ειναι καταχωρημενο στο φορολογικο μητρωο. θα πρεπει να παρετε βεβαιωση απο το Επαγγελματικο Επιμελητηριο. Γνωριζετε βεβαια οτι η απουσια δηλωσης του εντυπου Ε23 επιφερει εκτος απο προστιμο και πιθανες ποινικες κυρωσεις. Λυπαμαι. Πραγματικα λυπαμαι». Το υφος της εδειχνε οτι καθε αλλο παρα λυποταν.

Εφυγα εκνευρισμενος. Το Επαγγελματικο Επιμελητηριο βρισκοταν στην αλλη ακρη της πολης, και εφτασα σχεδον την ωρα που εκλεινε, κουρασμενος και καταιδρωμενος. Πηγα κατευθειαν στον υποδιευθυντη για να γλυτωσω χρονο.
«Τι επαγγελεστε ειπατε;»
«Μουσικος σε οικο ανοχης».
Ο υποδιευθυντης ξεραθηκε στα γελια. «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑ! Οπως λενε ‘πιανιστας σε μπουρδελο’ ε; Καλο, καλο!».
Εμενα δε μου φανηκε καθολου αστειο.
«Μηπως θα μπορουσατε να μου δωσετε τη βεβαιωση μου;»
«Εισαστε εγεγγραμμενος στον Συλλογο Μουσικων;»
«Εληξε η εγγραφη μου εδω και λιγα χρονια»
«Τοτε δεν μπορω να κανω τιποτε, το αναφερει ξεκαθαρα ο νομος. ΑΧΑΧΑΧΑ! Ακου πιανιστας σε μπουρδελο…».
«Προλαβαινω να σας τη φερω σημερα;»
«Οχι, θα πρεπει να περασετε παλι αυριο»

Στο δρομο προς το Συλλογο Μουσικων σκεφτομουν το προστιμο που θα ετρωγε η κυρα-Φώφη. Μου ειχε εξηγησει οτι η καινουρια νομοθεσια ηταν εξαιρετικα αυστηρη οσον αφορα τους οικους ανοχης. Η παραμικρη παρατυπια εφτανε για να αφαιρεθει η αδεια λειτουργιας. Και τα κοπροσκυλα του Σωματος Οικονομικων Ελεγκτων ηταν μανουλες στο να βρισκουν παρατυπιες.

Στον Συλλογο Μουσικων ηταν ολοι οι παλιοι φιλοι και γνωστοι μου. Δεν ειχα καμμια διαθεση να τους δω, να αντικρυσω την κρυμμενη ειρωνια πισω απο τα μισοχαρουμενα μισοσυγκαταβατικα τους αστεια για το δρομο που επελεξα να ακολουθησω. Αφου χαιρετησα οσους γνωριζα, που ηταν πανω απο τους μισους παρευρισκομενος εκεινη την ωρα στο συλλογο, αποσυρθηκα στο γραφειο του προεδρου με ενα ποτηρι ουισκι.

«Χαθηκες εδω και χρονια», μου ειπε. «Ησουν μεγαλη απωλεια για μας. Ησουν ταλεντο. Διπλωμα ανωτερων θεωρητικων απο το Κρατικο Ωδειο του Μοναχου. Μεταπτυχιακα με τους μεγαλυτερους συνθετες του 20ου αιωνα. θυμασαι εκεινη τη νυχτα στη Βιεννη; Η ερμηνεια σου στην 9η του Μπετοβεν αφησε εποχη. Ακομα γραφονται αρθρα γι αυτην. Απορω γιατι τα παρατησες ολα».

Τη θυμομουν πολυ καλα εκεινη τη νυχτα στη Βιεννη, και εν μερει γι αυτο τα ειχα παρατησει ολα. Ακομα ειχα τις φωτογραφιες και τον επαινο χωμενα σε καποιο συρταρι. Τους ειχα σιχαθει. Ειχα σιχαθει τον ελιτισμο των φτασμενων κλασσικων. Τις ψευτικες φιλοφρονησεις του ενος προς τον αλλον, τα πισωπλατα μαχαιρωματα, το γλυψιμο και τη δουλοπρεπεια στην οποια επρεπε να επιδιδομαι καθημερινα για να εξασφαλισω μια καλυτερη θεση στον στενο τους κυκλο. Ειχα σιχαθει τις ατελειωτες ακαδημαικες τους συζητησεις για την διευθυνση του δεινα στο ταδε κομματι, τους ατελειωτους καβγαδες πανω σε ασημαντες διαφορες στο τεμπο της μιας η της αλλης ορχηστρας. Γι αυτο βρηκα τη μικρη αλλα συμπαθητικη δουλεια μου, που μπορει να μη με εβγαζε ποτε στο εξωφυλλο του «Ψλασσιψαλ Μυσιψ», αλλα στην οποια χαιρομουν να πηγαινω καθε βραδυ. Και βεβαιως ειχα την Ελενα αντι για τις ανοστες πλουσιες χηρες που περιτριγυριζαν τους περισσοτερους συναδελφους της φιλαρμονικης.

Το βλεμμα του διευθυντη με επανεφερε στη γη. «Ξερεις γιατι τα παρατησα. Ας μην το ξανασυζητησουμε τωρα, ειναι μια ιστορια για την οποια παντοτε μαλωνουμε χωρις λογο. Ηρθα απλως για να ανανεωσω την εγγραφη μου για τυπικους λογους». Του εξηγησα τους λογους. Μου επιασε το χερι σχεδον τρυφερα.

«Λυπαμαι. Εισαι φιλος απο παλια, και θα μπορουσα να σου κανω μια χαρη. Αλλα οι συνθηκες δε μου το επιτρεπουν. Τα αρχεια μας βρισκονται σε κοινη θεα στο Ιντερνετ. θυμασαι τις ιστοριες που ειχα οταν χωρισα με κεινο το μουσατο που δουλευει στην παλιοφυλλαδα. Απο τοτε ψαχνει αφορμη να με καταστρεψει. Δε μπορω να το κανω. Ενας πιανιστας σε μπουρδελο γραμμενος στο Συλλογο Μουσικων ειναι η καταλληλοτερη ευκαιρια που θα μπορουσαμε να του δωσουμε. Ισως αν ξαναγυριζες στην φιλαρμονικη…»
«Δε μπορω να ξαναγυρισω. Εκεινος ο δρομος τελειωσε πια για μενα».
«Τοτε, τελειωσε και για μας. Λυπαμαι. Ελπιζω να πιουμε μια μπυρα καποτε σπιτι μου, να θυμηθουμε τα παλια μεγαλεια».

Εγω δεν το ελπιζα καθολου. Γυρισα στο σπιτι της κυρα-Φώφης, πανω που ειχε αρχισει να βραδιαζει. Της εξηγησα οτι ηταν αδυνατο να της φερω το εντυπο Ε23.

«Λυπαμαι», μου ειπε η κυρα-Φώφη. «Ξερεις ποσο σε εκτιμω, αλλα το Ε23 ηταν η τελευταια λεπτομερεια για να φαινομαστε απολυτως νομιμοι. Ξερεις ποσο μετραει αυτο για μας. Δε μπορω να κανω τιποτε αλλο απο το να διακοψουμε τη συνεργασια μας. Τουλαχιστον θα πληρωσεις μονο εσυ το προστιμο. Αλλιως θα χασουμε ολοι τη δουλεια μας. Ολοι, καταλαβαινεις;»
«Και η Ελενα;», ρωτησα.
«Και η Ελενα», αποκριθηκε θλιμμενα. Καταλαβα οτι η συζητηση ειχε τελειωσει εκει.

Γυριζω στο σπιτι, ανεργος πλεον. Πρωην πιανιστας σε μπουρδελο. Δεν πειραζει. θα πουλησω το πιανο μου. Μαζι με τα λεφτα που μαζεψα τεσσερα χρονια, θα φτασουν για να πληρωσω το προστιμο. θα συζητησω με την Ελενα για γαμο. Ισως να ειναι πιο σκληρα τα πραγματα, αλλα με τον εναν η τον αλλο τροπο θα καταφερουμε να ζησουμε μαζι…


«Εθνικο Πρακτορειο Ειδησεων, 26 τρεχοντος.

Τραγικο δυστηχημα στοιχισε σημερα το πρωι σε γνωστο σολιστα τη ζωη του. Την ωρα που ο γερανος κατεβαζε το Πετροφφ πιανο του προς το καμιονι μεταφορικης εταιριας, εσπασε ενα συρματοσκοινο και ο ατυχος σολιστας καταπλακωθηκε απο το πιανο. Ο γνωστος πιανιστας ειχε χαθει τα τελευταια χρονια απο τα μεγαλα σαλονια της μουσικης, υστερα απο μια μεγαλειωδη καριερα στο κλασσικο πιανο. Οι κινησεις του παρεμειναν εκτοτε αγνωστες. Ανεπιβεβαιωτες πληροφοριες αναφερουν οτι δουλευε σε οικο ανοχης. Η κηδεια του θα γινει αυριο στο 2ο νεκροταφειο».


Ταξιδιωτικαί διδαχαί

Αι Ταξιδιωτικαί Διδαχαί, ως και λοιπά κείμενα που μέλλεται να ακολουθήσουν, εδημοσιεύθησαν αρχικώς προ δεκαετιών εις το καταξιωμένον και κοσμοξακουστόν λογοτεχνικόν ιστοτετράδιον «delirium» υπο εκδόσεως Αντωνίου Καναβούρεως, και αποτέλεσαν την ιστορικήν εκείνη υποψηφιότητα του Συγγραφέως δια το λογοτεχνικόν βραβείον «Νόμπελ» λογοτεχνίας. Ατυχώς, πολιτικαί και άλλαι προτεραιότηται της Σουηδικής Επιτροπής, οδήγησαν στην απονομήν του βραβείου του έτους εκείνου, εις τίνα άσχετον τε και άγνωστον εις το κοινόν δημοσιουπαλληλίσκου, ονόματι Σεφεριάδης η κάπως έτσι.

Διδαχή πρώτη

Καποτε, εν Κατω Ανωχωριον ευρισκομενος, ηκουσα απο χειλη εμπιστα την ιστορια ταυτη : Προ πολλακις, η κυρια Σουλα εχασε την γατα της, συμπαθεστατον κατοικιδιο καλουμενον «Τανα». Εζητηθη η βοηθεια της Αστυνομιας προς ανευρεσιν του ατυχου ζωντανου. Ως χωριον φιλησυχον, διχως κλεφτας και λωποδυτας, οι αστυνομικοι ολημερις επληττον εις περιπολιας ανευ περιεχομενου. Οπως ητο φυσικον, της ευκαιριας αρξαμενοι, πληρης η Αστυνομικη Δυναμη Ανωχωριου ετεθη προθυμοτατη στην υπηρεσιαν της καλης ταυτης ηλικιωμενης κυριας. Πληθως ενστολων αστυνομικων περιερχοταν τας δρομους και τας πλατειας, αναρωτωμενοι ουχι σιωπηρως αλλα ερωτωντες αλληλους :

-«Μπας κι ειναι δω?»
-«Μπας κι ειναι κει?»

Αρξαμενης της νυκτος το κατοικιδιον ουκ ενεφανισθη, οι αστυνομικοι δε επεστρεψαν μετα βαθεως καματου εις τας οικιες αυτων. Ευρισκομενη εν βαθεια απογνωσην, η κυρια Σουλα εκλωθωγυριζεν οληνυχτις εις την αυλην φωνασκουσα :

-«Τααααναααααα! Ταναααα! Που εισαι, Τααανα μου? Που? Ταααααναααα!»

Προ αλεκτωρ λαλησαντος τριακις, παντζουριον ανοιξαντος ενεφανισθη γειτων καλουμενος Πετρουλας. Εν αντιθεσει πλειστων των κατοικων του χωριου, οστις ετυγχαναν ανθρωποι σοφρωνες τε και μορφωμενοι, ο Πετρουλας ητο αγραμματος και το λεξιλογιον ταυτου περιορισμενον, οστις επολλακις ετυγχανε οπως χρησιμοποιησει λεξεις αδοκιμες και ηχομιμητικες, καλων τον σκυλον «Γαβ!» και την αμαξοστοιχιαν τινα «Τσουφτσουφ». Ητο επισης και αγροικος – και ως τετοιος ενεφωναξεν εις την πτωχην γραιαν:

-«ΣΚΑΣΕ ΜΩΡΗ ‘ΠΟΥ ΤΑΝΑ’ ΜΗ ΦΩΝΑΞΩ ΤΟΥΣ ‘ΜΠΑΣ ΚΙ ΕΙΝΑΙ'»

Επι της ακροασεως της ιστοριας ταυτης, ελυθην ξαφνικως το μεγαλειωδες μυστηριον οπου εταλανιζεν ανα ετη επι ετων τας κορυφαιους των γλωσσολογων περι της γεννησεως των λεξεων «πουτανα» και «μπασκινας».

Η γατα δε, ουδεποτε ανευρεθη.

Διδαχή δεύτερη

Προ αρκετων ετων ευρεθην επισκεπτης εις νησον Ικαριαν. Μετα φιλικης παρεας ανθρωπων τινων ευρισκομενος επαρατηρησαν οδον τινα καλουμενην «Οδος Ντουρουτι». Απορησαντος περι της ονομασιας της οδου ταυτης, ανηρ μεσηλιξ καλουμενος Λαυρεντιος – οποιον εγω ουκ εγνωριζα, γνωστος γνωστου τυγχανων, και τυχαιως ευρισκομενος εις την συντροφιαν μας την νυχταν εκεινη – απεκαλυψον μου την ιστοριαν ταυτη : Εις την νεοτερην ταυτου ηλικιαν, ασοφρων ανθρωπος ετυγχανε δε και αναρχικος – πραγμα πασιφανες υπο της εξωτερικης εμφανισεως τουτου, εχων κομην μακριαν τε και ακτενιστην. Διαφορας συγκυριας οδηγησαν ταυτον εις Ισπανιαν, μαχομενον υπερ ομαδος τινος αναρχικων κατα των φασιστικων του Φρανκο στρατευματων. Ετυχε δε να γνωρισθη μετα γνωστου αναρχικου καλουμενου Μπουεναβεντουρα Ντουρουτι. Πρωιαν τινα, εις μαχην αμυντικην λαμβανουσα χωραν πλησιον της πολης Βαρκελωνης, επροσεξεν φασιστα τινα οπως εσκοπευε ευθεως μετα του τυφεκιου του την κεφαλην του συντροφου Ντουρουτι. Θελοντας να προστατευση αυτον υπο θανασιμον κινδυνον, ενεφωναξε το ονομα ταυτου, δυστυχως ματαιως :

-ΜΠΟΥ (ΜΠΑΜ!) ΕΝΑ (ΜΠΑΜ!) ΒΕΝ (ΜΠΑΜ!) ΤΟΥ (ΜΠΑΜ!) ΡΑ! (ΜΠΑΜ)

Ο Ντουρουτι εσωριασθη νεκρος εις το χωμα πληγωμενος υπο πληθος πεντε εχθρικων σφαιρων ριχθεντων κατα το διαστημα της προσφωνησεως του ονοματος του, και εταφη μετα τιμων μεγαλων και παρελασεως ηρωικης υπο αμετρητον πληθος λαου. Ο Λαυρεντιος δε εγυρισεν εις την πατριδαν και εσοφρωνευθη, μεχρις σημειου και της κομης αυτου ευπρεπως κουρεψαμενην και διαγων εκτοτε αξιοπρεπη βιον, μαλιστα υπανδρευθην γυναικαν εκ του χωριου του καταγομενην και πατηρ εγενετο επτα ευσεβων παιδιων. Τας νυχτας μονον η γυναικα του απορουσε, ακουγοντας τον να ψυθιριζει ευρισκομενος εις απογνωσην και μετανοια :

-«Αμα τον ελεγαν Μητσο, ακομα θα ζουσε…»

Διδαχή Τρίτη

Καποτε εις την συντροφιαν στενων φιλων εις ενα γραφικοτατον χωριο ευρισκομενον εν Θρακη, ευρεθησα να συνομιλω με ηλικιωμενη σεβασμιωτατην κυριαν την οποιαν δεν εγνωριζα προσωπικως. Φαινοταν ανθρωπος εμπιστος, και ρεοντος οινου και πλειστων μεζεδων τινων, μου εδιηγηθη την ιστοριαν ταυτη : Ως ηταν νεα, ετυγχανε γειτονισσα κυριου, καλουμενου Γεωργιου, αξιοπρεπους μεν, φτωχοτατου και καταπονημενου δε. Η λυπη της ητο αφορητος δια την δυσμενειαν της μοιρας που εβασανιζεν τον γειτονα της. Δραττομενη ευκαιριας τινος, καποτε τον ερωτησε ποια βασανος εβαραινει τας ωμους του. Ο κυριος της εδιηγηθη ιστοριαν θλιβερα περι του προγονου του, οστις ετυγχανε συλλεκτης μικροσκοπικων αντιγραφων αμαξιων. Κατειχε δε μια πληρεστατη συλλογην, αποτελουμενην απο σχεδον καθε ειδους αντιγραφου αμαξιου. Η μοναδικη ελλειψις στην υπεροχη αυτη συλλογη ητο το δευτερο εξ ενος ζευγαριου αγοραιων αυτοκινητων ταξι. Το μοναδικον αυτο ζευγαρι, ητο κατασκευασθεν υπο σεβασμιου και πασιγνωστου την εποχην εκεινη κατασκευαστου αντιγραφων αμαξιδιων, οστις εδημιουργησε ενα μονον ζευγαρι εκ του συγκεκριμενου αμαξιδιου ταξι. Το ενα ευρισκοταν ηδη εις την κατοχην του συλλεκτη, ωστοσο το δευτερο ειχε εξαφανισθη δια παντος απο προσωπου γης. Ερευναι διαρκειας πλειστων ετων κατεληξαν εις αποτελεσμα μηδενικον. Ο συλλεκτης εμαραζωσε απο λυπην για το ατελες της συλλογης του και επεθανε.

Η σεβασμιωτατη κυρια ελυπηθη ειλικρινως δια τον αδικον χαμον του προγονου του γειτονος της, και η ιστορια την εσυγκινησεν βαθυτατα. Προτεινε δε εις τον γειτονα της οπως εγγραψη αυτην εις χαρτον, και εξεδωση υπο μορφην ιστορηματος. Οπερ και εγενετο. Η εκδοσις του βιβλιου εστεφθην απο επιτυχιαν ανελπιστη αποφερουσα πληθος χρηματων εις τον γειτονα της κυριας, οστις εζησε το υπολοιπον της ζωης του εις βαθιαν πληρωσιν και ευτυχιαν, ουδεποτε ομως θυσιαζοντας την αξιοπρεπεια αυτου. Το ιστορημα δε εμεταφερθη αργοτερα εις ταινιαν κινηματογραφικην – μετα ηθοποιων μαλιστα γνωστων τε και καταξιωμενων – φερουσα τιτλον πανομοιοτυπον με το εκδοθεν βιβλιο : «Το μονον της ζωης του ταξιδιον».