Κάπως, στην Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία, κάποτε.

Μια ιστορία της Άναστασίας Ιακώβου / 7 Σεπτεμβρίου 2017

Κάπως, κάπου – και πιό συγκεκριμένα στην Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία – κάποτε, ήταν ένας άνθρωπος που ήταν πολλοί άνθρωποι μαζί. Τη μια στιγμή ήταν ένας σοβαρός ενήλικας που δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του και διεκδικούσε όλα τα δίκαιά του. Την άλλη στιγμή ήταν ένας έφηβος στο πρώτο του μεθύσι. Άλλη στιγμή ήταν ένας πολύ ευτυχισμένος πατέρας, ενώ την επόμενη ένα πολύ θλιμμένο παιδί.

Τη μια στιγμή ήταν ένας εξοργισμένος πελάτης, ενώ την επόμενη ένας ευγενέστατος υπάλληλος. Άλλες στιγμές ήταν ένας φιλήσυχος ανθρωπάκος που ξεκούραζε τα πόδια του στο παγκάκι του πάρκου, ενώ άλλες ήταν ένας θυμωμένος νεαρός που έριχνε πέτρες στις πάπιες. Τη μια στιγμή ήταν ένας διεγερμένος σεξουαλικά ετεροφυλόφιλος, ενώ την επόμενη ένας αθεράπευτα ρομαντικός και μοναχικός ομοφυλόφιλος.

Όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ήταν αυτός ο ίδιος. Έχοντας γνώση ότι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που στιγμή τη στιγμή ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ των, ήταν αυτός ο ίδιος, αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι και να βρει κάποιον διαφορετικό από εκείνον. Κάποιον μοναδικό.

Ξεκίνησε το ταξίδι του από τον κάμπο των Κρεμμυδιών, όπου όχι τυχαία, επέλεξε μια νεαρή αγρότισσα. “Καλημέρα σας!” είπε όλο θέρμη στην νεαρή κοπέλα, που το πρόσωπό της γυάλιζε από τον ιδρώτα. “Καλημέρα” του απάντησε, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία. “Μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο; Ξέρετε, ψάχνω να μιλήσω σε κάποιον και να μου πει για τη μοναδικότητά του”.

Τα μάτια της νεαρής έλαμψαν. “Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, έχω πολύ σκάψιμο για να προλάβω.” του είπε με λαχτάρα στη φωνή της. “Όμως γνωρίζω μια αγρότισσα από τον κάμπο του Σκόρδου που πιστεύω θα μπορέσει να σε βοηθήσει.”

Τι να κάνει λοιπόν ο άνθρωπος μας, την ευχαρίστησε και πήρε το δρόμο για τον κάμπο του Σκόρδου. Πέρασε από τον αμπελώνα των Κόκκινων σταφυλιών, τη λίμνη των Νούφαρων, το βουνό των Ελαιώνων και τον λαχανόκηπο των Μεγάλων και Δραματικά Γεμάτων σπόρια Καρπουζιών.

Γνώρισε στη διαδρομή του, λογιών λογιών ανθρώπους. Λυπημένους… Χαρούμενους… Θυμωμένους… Αντικοινωνικούς… Παρορμητικούς. Και κάθε σκέψη που περνούσε από το μυαλό του, του έλεγε πώς δεν τους βρίσκει και τόσο διαφορετικούς ή μοναδικούς, αφού και ο ίδιος μπορούσε να είναι όλα αυτά και πολλές φορές, ταυτόχρονα.

Με αυτές τις σκέψεις του όμως, στεναχωριόταν πολύ. Γιατί κάτι που δε σας είπα για τον άνθρωπό μας, είναι ότι δεν του άρεζε καθόλου μα καθόλου που ήταν τόσοι άνθρωποι σε έναν. Είχε κουραστεί τόσο πολύ από τα χρόνια και τις εναλλαγές των συναισθημάτων και πλέον δεν ένιωθε συγκίνηση από τίποτα. Στην ουσία… αισθανόταν ο ίδιος… Ένα τίποτα. Για αυτό θέλησε λοιπόν να ψάξει τον μοναδικό! Τον διαφορετικό! Για να του δείξει τον τρόπο του και να καταφέρει και πάλι να νιώσει για τον εαυτό του, έστω και κάτι.

Μέσα στο ταξίδι του, είδε πολύ όμορφες εικόνες. Όμως ο κόσμος της Καραμελωμένης Κυρίαρχης Δημοκρατίας, δεν είχε καμία σχέση με τον δικό μας κόσμο. Εκεί δε χρειάζεται φωτογραφική μηχανή. Ό,τι και να δεις ο νους σου το επαναφέρει στη μνήμη όποτε το θέλεις. Αρκεί, να το θέλεις. Πέρασε περίπου ένα εξάμηνο που ταξίδευε για να φτάσει στον κάμπο των Σκόρδων.  Το εξάμηνο στην Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία βέβαια, κρατάει πάνω κάτω όσο 3 εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα της Γής. Δηλαδή ένα εξάμηνο.

Έφτασε τελικά και ξεκίνησε να αναζητά την αγρότισσα που του είχε πει η νεαρή από τον κάμπο των Κρεμμυδιών. Ρωτούσε από εδώ, τίποτα. Από εκεί… Πάλι τίποτα. Έτρεχε στα ψηλά Σκόρδα, τίποτα. Έψαχνε στα Δώθε Σκόρδα, τίποτα….

Εξαντλημένος, εξοργισμένος, λυπημένος, διψασμένος, χορτασμένος και σε ανησυχία ταυτόχρονα, έκατσε σε ένα πετρόχτιστο τοιχείο που προστάτευε κάτι κοτοπουλάκια. Άρχισε να ουρλιάζει, να κλαίει και να γελάει ταυτόχρονα, μουρμουρίζοντας πως τελικά, δεν υπάρχει το διαφορετικό. Δεν υπάρχει το μοναδικό.

ΜΠΑΜ.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος και ακολούθησε ο εξής διάλογος :

– «Εγώ μάνα δεν πάω να αγοράσω κότα! Ας πάει ο αδελφός μου που είναι μεγαλύτερος και δεν θα τον κοροϊδέψουν»

– «Βρε πουλάκι μου, δεν θα σε κοροϊδέψει κανείς!»

– «ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΚΟΤΑ ΚΑΙ ΜΕΙΝΑΝ ΟΡΦΑΝΑ ΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ»

– «Βρε αγάπη μου, δεν έφταιγες εσύ. Εγώ έφταιγα που δεν σου είπα να μην την εμπιστεύεσαι την αλεπού!»

– «ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΧΕΙ. ΑΝ ΘΕΛΕΙ ΑΣ ΠΑΕΙ ΕΚΕΙΝΟΣ. ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΑΩ. ΔΕΝ ΠΑΩ. ΔΕΝ ΠΑΩ.»

– «Γιαβρί μου καλό, δεν θα σε κοροϊδέψει κανείς… Άσε που ο αδερφός σου, έχει πάει στον ποταμό των Γριβαδιών να κλείσει μια συμφωνία, μήπως και καταφέρουμε να αυξ’ησουμε την παραγωγή μας. Σε παρακαλώ, μη μου φορτώνεις και αυτή τη δουλειά. Πρέπει να πάω στο χωράφι να σπείρω!»

– «Καλά μάνα. Εντάξει. Θα πάω. ΑΛΛΑ ΑΝ ΜΕ ΚΟΡΟΪΔΕΨΟΥΝ ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΑΝΩ ΤΙΠΟΤΑ.»

Ο άνθρωπος μας άκουγε την κουβέντα και προφανώς δεν καταλάβαινε τίποτα. Σήκωσε όμως τα δακρυσμένα μάτια του και είδε τη Μάνα, να παίρνει ένα τσουβάλι που φαινόταν πολύ βαρύ και να ξεκινάει για το χωράφι της.

– “Συγγνώμη καλή μου κυρία και καλή σας μέρα!” Είπε με ενθουσιασμό στη φωνή.

– “Καλημέρα, ξένε” του απάντησε η Μάνα.

“Ξένε;” σκέφτηκε από μέσα του ο άνθρωπός μας. “Τι αγενές και ρατσιστικό…” Συνέχισε τη σκέψη του.

– “Ναι, ξέρετε, θέλω να σας ρωτήσω για μιαν αγρότισσα”.

– “Ποιά ψάχνεις και γιατί;”

“Καλά είναι δυνατόν να μου μιλάει έτσι; γιατί έτσι τη θέλω την ψάχνω, τι τη νοιάζει αυτήν;”, σκέφτηκε… Όμως αυτή τη φορά, έκανε το λάθος να σκεφτεί ΔΥΝΑΤΑ. Η Μάνα γέλασε. Έβγαλε από την τσέπη της ένα καθαρό και μοσχομυρωδάτο λευκό μαντήλι, τέντωσε το χέρι της και του το έδωσε.

– “Αυτό είναι για να σκουπίσεις τα δάκρυά σου. Σχώρα με για την ερώτησή μου, αλλά δεν πρόκειται για κατινιά. Οι αγρότισσες στον κάμπο του Σκόρδου, όλες έχουν και από μια χάρη. Ο μεγάλος Κορνήλιος Εύτροπος, μεγάλη η χάρη του, όταν έφτιαξε την Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία, ευλόγισε τις αγρότισσες του κάμπου των Σκόρδων με χαρίσματα που άλλες γυναίκες δεν έχουν. Και η καθεμνιά έχει και ξεχωριστή χάρη. Σε ρώτησα λοιπόν ποιά ψάχνεις, για να δω αν μου επιτρέπεται να μιλήσω για αυτήν και για ποιόν λόγο τη θες, μήπως και η δική μου χάρη, μπορεί να σε βοηθήσει.”

Ο άνθρωπος μας κοκκίνησε από την ντροπή και γελούσε σαν υστερικός ταυτόχρονα, με την γκάφα που έκανε.

– “Με συγχωρείτε που μίλησα έτσι. Ξέρετε καμιά φορά δεν καταλαβαίνω ότι σκέπτομαι δυνατά. Όπως και να έχει. Κάνω εδώ και 6 μήνες ένα ταξίδι, που το ξεκίνησα από τη ρεματιά της Κλαίουσας Ιτιάς και έχω περάσει, κάμπους, λιβάδια, ποτάμια και θάλασσες για να μπορέσω να έρθω. Στον κάμπο των Κρεμμυδιών, μια νεαρή αγρότισσα, μου είπε πως θα μπορέσω εδώ να βρω την απάντησή μου για ένα μεγάλο μου πρόβλημα.”

– “Λοιπόν, ποιό είναι το πρόβλημά σου;”, του είπε η Μάνα, με ειλικρινές ενδιαφέρον στη φωνή της.

– “Να ξέρετε, εγώ που με βλέπετε… δεν είμαι μόνο εγώ. Είμαι πολλοί άλλοι ταυτόχρονα. Αυτό με έχει κουράσει πια και επειδή είδα και απόειδα, αποφάσισα να ψάξω για κάποιον διαφορετικό… Μοναδικό.”

“Χμ…” Αναφώνησε η Μάνα. “Και δε μου λες. Μέσα σε αυτούς τους πολλούς ανθρώπους που είσαι ταυτόχρονα… Υπάρχει κανείς που να χαίρεσαι για την ύπαρξή του;”

“ΧΑΧΑ”, γέλασε ο άνθρωπός μας. “Ε αυτό εννοείται. Όχι μόνο ένας. Αρκετοί από αυτούς. Οι υπόλοιποι όμως, με εξουθενώνουν.”, απάντησε και από το γέλιο, το γύρισε σε κλάμα γοερό. Έβγαλε από την τσέπη του το λευκό μοσχομυρωδάτο μαντήλι που του είχε δώσει η Μάνα και σκούπισε τα δάκρυά του.

– “Βρε ξένε, να σε ρωτήσω κάτι;”

– “Είναι η δεύτερη φορά που με λέτε ξένο. Με κάνετε να θυμώνω. Το βρίσκω αγενές και ρατσιστικό!”

– “Συγγνώμη άνθρωπέ μου, αλλά είσαι από τον κάμπο των Σκόρδων;”

– “Όχι! Τι σχέση έχει αυτό;”

– “Ε βρε καλέ μου, άρα για εμάς, που είμαστε από εδώ, είσαι ξένος. Γιατί αυτό να είναι κακό; Και κυρίως… Γιατί εσύ, το παίρνεις για κακό;”

Ο άνθρωπός μας σταμάτησε να μιλά για 10 ολόκληρα λεπτά, ενώ κοιτούσε τη Μάνα βαθιά μέσα στα μάτια. Συνειδητοποίησε τότε πως δεν είχε καμία απάντηση να της δώσει. Προσπαθώντας να βρει εκείνο για το οποίο ταξίδεψε, κατάπιε τον εγωισμό του και είπε,

– “Ξέρετε… έχετε δίκιο. Με συγχωρείτε. Είμαι προκατειλημμένος από κάποιες αντιλήψεις στη ρεματιά της Κλαίουσας Ιτιάς. Ωστόσο, τελικά, μπορείτε να με βοηθήσετε και να μου πείτε πού μπορώ να βρω την αγρότισσα που μπορεί να μου λύσει το θέμα μου;”

– “Θα σου πω, μόλις μου απαντήσεις το εξής. Είσαι τόσοι άνθρωποι μαζί και ψάχνεις τον διαφορετικό και τον μοναδικό. Πώς ακριβώς τον φαντάζεσαι;”

– “Εεεε… Ξέρω εγώ; Διαφορετικό. Να μην είναι όπως όλοι οι άλλοι. Να είναι μοναδικός.”

– “Και δεν πιστεύεις ότι ο καθένας από αυτούς που είσαι, είναι μοναδικός και διαφορετικός;”

Πάλι κόλλησε το σύστημα του ανθρώπου μας, και πώς να κάνει επανακίνηση.

– “Ε τώρα τι να σας απαντήσω. Δεν ξέρω τι να πω.”

– “Θα σου πω εγώ λοιπόν. Η αγρότισσα που ψάχνεις, είμαι εγώ. Ο λόγος που με ψάχνεις είναι για να καταλάβεις και αποδεχτείς τον εαυτό σου. Ή τους εαυτούς σου, ό,τι σε βολεύει. Και ο λόγος που με βρήκες στον κάμπο των Σκόρδων, είναι γιατί είσαι σαν το σκόρδο. Όπως όλοι μας. Απ’έξω μας, όλοι μοιάζουμε λίγο πολύ. Αν μας ξεφλουδίσει όμως κανείς, βρίσκει πολλές ρίζες. Εκτός φυσικά από κάποιους ανθρώπους, όπως ακριβώς και μερικά σκόρδα, που είναι τζούφιοι. Άδειοι. Κενοί. ΤΙΠΟΤΑ. Να χαίρεσαι που δεν είσαι τζούφιος. Και να ξέρεις πως είσαι και διαφορετικός και μοναδικός. Και ας είσαι όσοι είσαι.

Αγάπα τον εαυτό σου, χάιδεψε και αγκάλιασέ τον για τα λάθη του, κλάψε μαζί του για τις δυσκολίες του και κάνε γλέντι για τις χαρές του. Γιατί όλα αυτά σε κάνουν αυτόν που είσαι. Και αυτός που είσαι είναι διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλο και μοναδικός γιατί όσο και να ψάξεις στη Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία, δεν πρόκειται να βρεις ίδιο με εσένα.”

– “Μα είμαι περίεργος, και όσοι έρχονται κοντά μου με κάνουν πέρα γιατί δεν μπορούν να βασιστούν σε μένα, αφού είμαι τόσοι άλλοι.”

– “Και;», αποκρίθηκε η Μάνα. «Αυτός ή αυτή ή αυτοί που θα θελήσουν να μείνουν δίπλα σου, θα σε αγαπούν εξολοκλήρου. Θα σε αγαπούν όλους σου. Και στην τελική…. Αγάπα τον εαυτό σου. Και ξαφνικά από μόνος σου, θα αγαπάς και θα σε αγαπούν όλοι όσοι είσαι, οπότε δε θα είσαι μόνος.”

Ο άνθρωπος μας δάκρυσε.

Από χαρά, από συγκίνηση, από ένταση, από θυμό που δεν τα είχε σκεφτεί όλα αυτά από μόνος του. Στο τέλος όμως συγκεντρώθηκε, ανασκουμπώθηκε. Φύσηξε τις μυξούλες του στο λευκό μυρωδάτο μαντήλι και το έβαλε στην τσέπη του.

– “Αυτό θα το πάρω ενθύμιο. Πώς μπορώ να σας λέω όταν θα λέω την ιστορία για την αγρότισσα που μου έλυσε το πρόβλημα της ζωής μου;”

– “Μάνα”, του απάντησε. “Εσύ πως λέγεσαι; Όχι πως θα έχω να λέω οπουδήποτε κάτι, έτσι για τη γνωριμία.”

– “Εγώ είμαι ο Εσύ για εσένα, Μάνα. Για όλους τους άλλους είμαι ο Εσείς.”

– “Αν αγαπήσεις τον εαυτό σου, μάλλον θα λέγεσαι Εγώ και οι άλλοι.”

Γελάσανε και οι δύο, δώσαν τα χέρια και αποχωριστήκαν. Ο άνθρωπός μας, πήρε το δρόμο της επιστροφής, ενώ ένιωθε ταυτόχρονα κουρασμένος, ενθουσιασμένος, πεινασμένος και ευτχισμένος, για πρώτη φορά, δε στεναχωρήθηκε που του συμβαίναν όλα αυτά ταυτόχρονα.

Μάλιστα, έπιανε το κάθε συναίσθημα και του μιλούσε με λογική και χιούμορ. Η ζωή του από τότε όσο καλά, στραβά, μονότονα, πολύχρωμα και να πήγαινε, την αντιμετώπιζε με ηρεμία και τονίζοντας στον εαυτό του πως οτιδήποτε και αν ζει, είναι διαφορετικό και μοναδικό και μόνο αυτή η σκέψη, τον βοηθούσε να σκεφτεί λύσεις σε όποια προβλήματα τον βασανίζαν.

2 χρόνια μετά σε διακοπές του στο νησί των Θαλάσσιων Κυδωνιών, συνάντησε τη νεαρή αγρότισσα από τον κάμπο των Κρεμμυδιών. Τότε πια, είδε και την εξωτερική, αλλά και την εσωτερική ομορφιά της και της ζήτησε να παντρευτούν. Δέχτηκε και του χάρισε πολλά τέκνα στη ζωή που διανύσαν μαζί. Το κάθε τέκνο ήταν και από τουλάχιστον 3 άνθρωποι. Έτσι η μάνα τους τους έλεγε πως μοιάσαν του πατέρα τους και είναι πολύ ευτυχής για αυτό.

Περάσαν τα χρόνια και κάπως, κάπου και συγκεκριμένα στην Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία, κάποτε, ο άνθρωπός μας έφερε στη μνήμη του τη Μάνα. Πεντακάθαρη η εικόνα μπροστά στα μάτια του και είδε συγκεκριμένα τη στιγμή που η Μάνα, του είχε δώσει το λευκό μοσχομυρωδάτο μαντήλι. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, άνοιξε το πρώτο συρτάρι της συρταριέρας, το έβγαλε και το πήρε μαζί του στο κρεβάτι. Στην ανάμνηση αυτή, του έφυγαν δάκρυα χαράς.

Τα σκούπισε με το μαντήλι και ακούμπησε το χέρι του στην καρδιά του.

Και ζήσαν αυτοί… Καλά. Αυτός δεν έζησε, αλλά μην κλάψετε.

Έζησε μια γεμάτη ζωή την οποία με το που αγάπησε τον εαυτό του, ξεκίνησε πραγματικά να τη ζει.

ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ…..

Ας το αφήσουμε καλύτερα.

 

 

 

Advertisements

Η Γέφυρα της Δημοκρατίας

– «Με συγχωρείτε, κύριε Ταξίαρχε, αλλά αυτό που προτείνετε είναι πολύ παρακινδυνευμένο», είπε ο λευκός άντρας με το πόλο μπλουζάκι και το χαβανέζικο σορτσάκι. Έδειχνε εντελώς παράταιρος μέσα στη συνδιάσκεψη του Υπουργείου Αμύνης, αλλά κανείς δεν σχολίαζε την εμφάνιση του. Ήταν πολύ σημαντικός για την επιτυχία της επιχείρησης.

– «Γιατί;», απάντησε ο Ταξίαρχος. «Απλά ενα πραξικόπημα είναι. Κάνω πραξικοπήματα απο την εποχή που εσυ ήσουν κολλημένος στο βυζί της μάνας σου».

Ο λευκός άντρας αγνόησε την προσβολή.

– «Έχουν αλλάξει οι εποχές, Ταξίαρχε. Η αντιπολίτευση σας είναι οργανωμένη. Συγχρονίζονται και οργανώνονται με το Twitter, και επηρεάζουν την κοινή γνώμη σε πολλές χώρες».

– «Κομμουνιστές», έκανε αηδιασμένος ο Ταξίαρχος, με μια κίνηση του χεριού του. «Απλά θα τους καθαρίσουμε. Καθαρίζω κομμουνιστές απο την εποχη που εσύ έγλυφες…».

Τον διέκοψε ενας τύπος που κάθοταν στη γωνία και μέχρι τώρα απλά παρακολουθούσε τη συζήτηση.

– «Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα σήμερα, Ταξίαρχε. Η κοινή γνώμη πιά είναι διεθνής και αμείλικτη. Αλλά πάντα υπάρχει τρόπος. Απλά θα μαζέψουμε 200 χιλιάδες απ’αυτούς, τους πιο ενεργούς, στη Γέφυρα της Δημοκρατίας. Η γέφυρα θα πέσει, εμείς θα το παρουσιάσουμε ως έκτακτη ανάγκη και ανθρωπιστική καταστροφή, και θα επέμβει ο στρατός. Ούτε κάν που θα ακουστεί η λέξη πραξικόπημα».

Ο Ταξίαρχος τον κοίταξε έκπληκτος.

– «Φερνάντες Τζημέρεζ Σάντσες, δε σας είχα για τόσο έξυπνους εσάς τους πολιτικούς! Με εκπλήσσεις!»

Ο Φερνάντες τον ευχαρίστησε με μια απαλή υπόκλιση ταπεινότητας. Ο Ταξίαρχος δε φαινόταν ωστόσο πολύ ικανοποιημένος.

– «Η Γέφυρα της Δημοκρατίας δεν ήταν εκείνη που χτίστηκε για να μπορεί να αντέξει υποτίθεται όλο το λαό; Κάτι τέτοια δε λέγαμε;»

– «Δεν είχαμε τόσο λαό τότε. Και μην ξεχνάς οτι την έφτιαξε εκείνος ο φίλος του Πρόεδρου ο εργολάβος ο Έλληνας, πως τον λένε, μπα, μπε, δε θυμάμαι»

– «Μπόμπολας;»

– «Αυτός. Οπότε είναι έτσι κι αλλιώς έτοιμη να πέσει. Εμείς απλά θα πριονίσουμε λίγο τα κατάλληλα σημεία για να βοηθήσουμε. Βάλαμε ενα καθηγητή που συνεργαζόμαστε να το υπολογίσει, και έβγαλε την αντοχή στις 150 χιλιάδες κόσμο μάξιμουμ. Βασικά δεν το έβγαλε αυτός, ο παλιοτεμπέλαρος το’δωσε απαλλακτική σε κάποιο φοιτητή, ενα Πασχαλίδη, και…»

– «Δε με ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες, σε πιστεύω. Και απο τους 200 χιλιάδες πόσοι υπολογίζουμε οτι θα τη γλυτώσουν τελικά;»

– «Ελάχιστοι. Για σιγουριά έχουμε ήδη γεμίσει το ποτάμι κροκόδειλους. Θυμάστε εκείνη την καμπανία στο Avaaz για τη διάσωση του κροκόδειλου του Αμαζονίου που μάζεψε 2 εκατομμύρια υπογραφές;»

Ο Ταξίαρχος έμεινε σκεπτικός για λίγο.

– «Ναι, ίσως να μπορεί να γίνει έτσι». Γύρισε στον άντρα με το μακό. «Μπορείτε να το κανονίσετε;»

– «Να μιλήσω με τους δικούς μου και θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε», απάντησε αυτός.


Η Αίθουσα Συνεδριάσεων 49 του Τμήματος Ειδικών Αποστολών της CIA στο Λάνγκλεϊ ήταν ενα λιτό, απλό δωμάτιο. Οι τέσσερις παρευρισκόμενοι καθόταν γύρω απο ενα στρογγυλό τραπέζι, ο καθένας με το λάπτοπ του και ενα ποτήρι νερό. Τίποτε δεν έδειχνε οτι ήταν μια απο τις αίθουσες στις οποίες παίρνονταν αποφάσεις που επηρέαζαν εκατομμύρια κόσμο κάθε χρόνο.

 

– «Πες μου πάλι τι παράγει αυτη η χώρα;», ρώτησε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

Η κοπελίτσα δίπλα του πετάχτηκε σε χρονο dt.

– «Ταρταρούγα, κύριε. Είναι ο κυριότερος εξαγωγός ταρταρούγας στην Αμερικάνικη ήπειρο».

– «Μάλιστα. Και τι τη θέλουμε αυτήν την ταρταρούγα εμείς;»

– «Απο αυτή φτιάχνονται οι σκέλετοι απο τα γυαλιά των χίψτερ, κύριε. Μόνο η Καλιφόρνια εισάγει δεκαεφτά εκατομμύρια τόνους ταρταρούγας το χρόνο».

– «Ε και; Δε μπορούμε να βρούμε ταρταρούγα απο κάπου αλλού;»

– «Δεν είναι μόνο αυτό κύριε. Έχουμε επενδύσει στη χώρα. Τους έχουμε φτιάξει ενα εργοστάσιο που μαζεύει χελώνες και παράγει δυο επεξεργασμένα προίοντα: Το καβούκι γίνεται ταρταρούγα, και το κρέας το παίρνει η McDonalds για…»

– «Ασε, δε θέλω να μάθω», τη διέκοψε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

– «Πάντως εμείς εισάγουμε και τα δυο», είπε η κοπελίτσα.

– «Μάλιστα».

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας γύρισε στον άντρα με το πόλο μπλουζάκι.

– «Και τί θέλει τώρα αυτός ο παλαβός εκεί κάτω; Να σκοτώσουμε 200 χιλιάδες ανθρώπους για του κάτσει το πραξικόπημα;»

– «200 χιλιάδες κομμουνιστές», τον διόρθωσε ενας τύπος που στεκόταν όρθιος, ακουμπισμένος στον τοίχο στο βάθος της αίθουσας.

– «Δε μου λέει τίποτα το κομμουνιστής», αποκρίθηκε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας. «Κι εκείνος ο Τσίπρας κομμουνιστής λέγαμε οτι ήταν, και μόνο κώλο δε μας έδωσε».

– «Κάνετε λάθος, κύριε», πετάχτηκε η κοπελίτσα δίπλα του.

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας την κοίταξε με ενα ερωτηματικό ύφος.

– «Μας έδωσε. Θυμάστε εκείνη την επίσημη επίσκεψη στις…»

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας την διέκοψε με μια κίνηση του χεριού του.

– «Άστα τώρα αυτά. Ωστε πραξικόπημα. Είναι βαρύ πράγμα. Είμαστε σίγουροι οτι έχουμε το δικαίωμα;»

– «Ναι, κύριε. Εδω είναι η Εκτελεστική Εντολή. Υπογεγραμμένη απο τον PROCTUS αυτοπροσώπως».

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας την μάλωσε.

– «Άκουσε, το ξέρω οτι ήσουν στην Μυστική Υπηρεσία, αλλά σου έχω πεί οτι εδω στην CIA χρησιμοποιούμε διαφορετικό παρατσούκλι. Εδώ τον φωνάζουμε Πορτοκαλί Μαλάκα. Δείξε μου το χαρτί».

Ο Σύμβουλος Εθνικης Ασφαλείας το πήρε στα χέρια του και το διάβασε προσεκτικά.

– «Καλά, ο Πορτοκαλί Μαλάκας είναι ικανός να υπογράψει άδεια για να του χώσουν πυρηνικά στον κώλο. Το Κογκρέσσο τι λέει;»

– «Ορίστε τα κονδύλια, κύριε». Οταν σου ενέκριναν ενα κονδύλι, ήταν ο έμμεσος τρόπος να δώσουν την άδεια τους στην επιχείρηση.

– «Μάλιστα. Ξέρουμε ποιοί είναι οι 200 χιλιάδες;»

– «Ναι», απάντησε ο άντρας με το πόλο μπλουζάκι. «Εχω εδω τη λίστα απο την NSA», είπε δείχνοντας ενα USB stick. «Είναι όλοι σε ενα γκρούπ στο Facebook και ξεροχύνουν για κάποια Ευα».

– «200 χιλιάδες άνθρωποι…», μονολόγησε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

– «Κομμουνιστές», τον διόρθωσε ο τύπος στο βάθος της αίθουσας.

– «Τεχνικά, εμείς δε θα τους πειράξουμε», είπε ο τύπος με το πόλο μπλουζάκι. «Εμείς απλά πρέπει να φροντίσουμε να μαζευτούν όλοι μαζί την ίδια ώρα σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Τα υπόλοιπα είναι αλλονών δουλειά».

– «Μπορεις να κάνεις κάτι τέτοιο;», ρώτησε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

– «Αν έχω το πράσινο φως να προχωρήσω, ναι», απάντησε ο τύπος με το πόλο μπλουζάκι.

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας το σκέφτηκε.

Γύρισε στην κοπελίτσα.

– «Ποση ταρταρούγα θέλουμε για τα γυαλιά των χίψτερ, είπες;»

– «Δεκαεφτά εκατομμύρια τόνους τον χρόνο, μόνο η Καλιφόρνια», απάντησε η κοπελίτσα.

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας γύρισε στον άντρα με το πόλο μπλουζάκι.

– «Έχεις το πράσινο φώς».

Ο άντρας με το πόλο μπλουζάκι έβγαλε ενα κινητό απο την τσέπη του και πληκτρολόγησε ενα αριθμό

– «Ελα, εγω είμαι. Ρε συ, τη βοήθεια σου θέλω, έχετε ακόμα εκείνο το παιχνίδι; Ναι, είναι θέμα εθνικής σημασίας. Να περάσω απο το γραφείο σου αύριο;»


Στις 18 Σεπτεμβρίου, ώρα 12 το μεσημέρι ακριβώς, ενα εξαιρετικά σπάνιο ροζ Πόκεμον με γαλάζιες βούλες, εμφανίστηκε ξαφνικά στο κέντρο της Γέφυρας της Δημοκρατίας, στην πρωτεύουσα μιας μικρής Λατινοαμερικανικής χώρας.


Μια ιστορία εμφυλίου

Revolution1848

Κάποτε τον παλιό καιρό, σε ενα πλάτωμα κρυμμένο βαθιά στους ορεινούς όγκους που περιστοιχίζουν την Λαμία, υπήρχε ενα χωριό. Το χωριό αυτό το διέσχιζε μια ρεματιά πάνω απο την οποία είχε χτιστεί απο αρχαιοτάτων χρόνων ενα γεφυράκι. Ο κεντρικός δρόμος ξεκινούσε απο το ενα άκρο, πέρναγε το γεφυράκι, και συνέχιζε μέχρι το απέναντι σύνορο του χωριού.

Οι άνθρωποι στο χωριό ήταν απλοί και άδολοι. Ζούσαν ευτυχισμένοι, και κάθε μέρα έλεγαν καλημέρα ο ένας στον άλλον όταν συναντιόντουσαν στο γεφυράκι, πηγαίνοντας ο καθένας στο χωράφι η στο μαντρί του, που πολλές φορές βρισκόταν στην αντιπέρα μεριά του ρέματος απο το σπίτι του.

Μια μέρα ήρθε στο δημαρχείο μια σοβαρή διαταγή απο το Υπουργείο, γεμάτη με σφραγίδες και υπογραφές, η οποία διέτασσε ρητώς οτι θα έπρεπε όλοι οι δρόμοι της επικράτειας να αποκτήσουν όνομα, όπως γίνεται σε όλες τις σύγχρονες πόλεις του κόσμου που έχουν περάσει Διαφωτισμό, και να μη λέγονται πια απλά «ο δρόμος» η «το σοκκάκι», για να καταφέρει επιτέλους η χώρα να γίνει κάποτε Ευρώπη.

Ο Δήμαρχος κάλεσε στην εκκλησία όλους τους κατοίκους του χωριού, και τους ρώτησε την γνώμη τους. Έπρεπε να δοθεί στον δρόμο ενα όνομα, αλλά ποιό; Η προφανής λύση ήταν να ονομαστεί ο δρόμος όπως τον έλεγαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού μέχρι τότε. Έτσι, αποφασίστηκε ο δρόμος να ονομαστεί απο τη μία πλευρά του γεφυριού «Αποδώ» και απο την άλλη πλευρά του γεφυριού «Αποκεί».

Η απόφαση σφραγίστηκε, καθαρογράφηκε, και ο πάρεδρος έστειλε επείγον σήμα με το άλογο στην Αθήνα, για να παραγγελθούν στον Επίσημο Πινακιδοποιό προμηθευτή του Υπουργείου οι πινακίδες με τα ονόματα του δρόμου «Αποδώ» και «Αποκεί».

Ύστερα απο λίγο καιρό, και ενώ ήδη οι πινακίδες είχαν παραληφθεί, προέκυψε ενα δισεπίλυτο πρόβλημα: Κανείς δε μπορούσε να αποφασίσει ποιά πινακίδα θα έμπαινε σε ποιό σημείο του δρόμου. Αυτοί που έμεναν στην μια πλευρά του γεφυριού ήθελαν να ονομαστεί η μεριά που είχαν το σπίτι τους «Αποδώ» και η άλλη «Αποκεί», ενώ αυτοί που έμεναν απέναντι, ήθελαν ακριβώς το αντίθετο, μια και έτσι ονόμαζε ο καθένας τον δρόμο μέχρι τότε.

Μάταια προσπάθησαν ο δήμαρχος, ο παπάς και ο δάσκαλος να φέρουν μια τάξη για να βρεθεί μια λογική λύση που να ικανοποιεί όλους. Οι δύο μεγάλες οικογένειες του χωριού, οι Χοιρόπουλοι και οι Γίδογλου, που τύχαινε να έχουν κατα πλειοψηφία τα σπίτια τους στις αντικρινές όχθες του ρέματος, ήταν ανένδοτοι – και μαζί τους συντάσσοταν, θές απο περηφάνια, θές απο φόβο, και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού, κι ας μήν ήταν ούτε Χοιρόπουλοι ούτε Γίδογλου.

Μέρα με τη μέρα, η διχόνοια γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Οι κάτοικοι σταμάτησαν να λένε καλημέρα ο ένας στον άλλον όταν περνούσαν το γεφυράκι για να πάνε απο το σπίτι στο χωράφι η στο μαντρί τους. Η απλή αντιπαλότητα μετεξελίχθηκε σε ωμό μίσος. Οι Γίδογλου έρχοταν τη νύχτα και πέταγαν τα σκουπίδια τους στους σκουπιδοντενεκέδες των Χοιρόπουλων, ξεχειλίζοντας τους, και στο καφενείο του χωριού ο καφετζής, ένας Χοιρόπουλος, αρνιόταν πεισματικά να βάλει ζάχαρη στον καφέ των Γίδογλου.

Τέτοια και άλλα παρόμοια πράγματα που δεν πρέπει να γίνονται συνέβαιναν στο χωριο καθημερινά, και η κατάσταση ήταν ήδη επικίνδυνα τεταμένη, όταν συνέβη ενα γέγονος που έφτασε την διχόνοια στο ύψιστο σημείο: Η όμορφη μα άμυαλη κόρη ενος ανεψιού του πάτερ φαμίλια των Γίδογλου, η Άρτεμις Γίδογλου, ερωτεύτηκε παράφορα τον όμορφο μα εξίσου άμυαλο νεαρό Απόλλωνα Χοιρόπουλο. Μάταια οι οικογένειες προσπαθούσαν να τους μεταπείσουν – οι δυο νέοι είχαν χάσει τη λογική τους μέσα στη μέθη του έρωτα. Ήταν αποφασισμένοι να παντρευτούν.

Τα νέα διαδόθηκαν στο χωριό μέσα σε ένα απόγευμα. Τα πάθη άναψαν. Η προοπτική της κάθε οικογένειας να γίνει μέλος της ένας συγγενής του εχθρού, ήταν αποκαρδιωτική. Μέρα με τη μέρα, βαριά λόγια έκαναν το γυρο των αυλών και των πίσω δρόμων του χωριού, μέχρι που οι πρόκριτοι αποφάνθηκαν οτι δεν υπήρχε άλλη λύση.

Η βεντέτα θα λύνοταν με μονομαχία.

Ήταν ενα ανοιξιάτικο απόγευμα του Δεκεμβρίου, όταν τα δύο πιο γεναία και αντρειωμένα παλληκάρια απο κάθε σοϊ, ενας Χοιρόπουλος και ένας Γίδογλου, στάθηκαν αντικρυστά στις δυο άκρες του γεφυριού. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον στα μάτια με άσβεστο μίσος. Όποιος κέρδιζε, θα καθόριζε την τύχη του χωριού. Η οικογένεια του χαμένου, θα ήταν κι αυτή χαμένη. Ντροπή και όνειδος θα συνόδευε το όνομα της εις τους αιώνες των αιώνων.

Τα δύο παλληκάρια τράβηξαν ταυτόχρονα τις μπιστόλες τους, και ξαφνικά σταμάτησαν.

Γιατί στο κέντρο του γιοφυριού, ακριβώς στο σημείο απο το οποίο θα περνούσε η κάθε σφαίρα της μπιστόλας των δυο παλληκαριών, στεκόταν ενας ξένος.

Ήταν ένας Άγγλος ταξιδευτής, που έτυχε να περνάει εκείνες τις μέρες απο το χωριό, γράφοντας τα ταξιδιωτικά του απομνημονεύματα. Ο Άγγλος είχε γεννηθεί εμποτισμένος με τις ιδέες της Ελευθερίας, και είχε περάσει Διαφωτισμό στα περίφημα πανεπιστήμια του Λίβερπουλ και του Μάντσεστερ.

Ήταν μάλιστα τοσο διαφωτισμένος που ήξερε απέξω όλους τους τίτλους όλων των βιβλίων των μεγάλων διαφωτιστών, τους τίτλους όλων των βιβλίων των μεγάλων φιλόσφων της φιλελεύθερης σκέψης: Του Ρουσσώ, του Βολταίρου, της Ράντ, του Θορώ και του Θάνου.

Όταν ο Διαφωτισμένος αυτός Άγγλος είδε το αποτρόπαιο αυτό θέαμα αδερφού να ετοιμάζεται να σκοτώσει αδερφό, ένιωσε χρέος του να βοηθήσει τους καλοκάγαθούς μεν αυτούς, απολίτιστους δε χωριάτες. Μερόνυχτα ολόκληρα ερχόταν πάντα στην ίδια θέση στο γεφυράκι, οπου είχε τοποθετήσει ενα σκαμνί, οπου κάθοταν και σκέφτοταν το πρόβλημα, ώσπου επιτέλους βρήκε μια λύση που θα μπορούσε να συμφιλιώσει τους βάρβαρους χωργιαταραίους.

Και όταν έμαθε για την μονομαχία, αποφάσισε να σταθεί, μόνος αυτός, εμπόδιο στο θανατικό και στη μαζική σφαγή που σίγουρα θα συντελούταν ύστερα απο την αποτρόπαια αυτή μονομαχία. Πήγε απο νωρίς στο γεφυράκι, στάθηκε στο κέντρο του, και πρόταξε τα γενναία φιλελεύθερα στήθη του, αποφασισμένος ή να σταματήσει την βεντέτα, η να δώσει ακόμα και ο ίδιος τη ζωή του προσπαθώντας.

Όταν ο Άγγλος είδε τους μονομάχους να τραβάνε τις μπιστόλες τους και να σαστίζουν, διστάζοντας να πυροβολήσουν με τον ίδιο να στέκεται στη μέση, αμέσως ανέλαβε δράση. Ετρεξε και σταμάτησε τους δυο μονομάχους, τους έβαλε να δώσουν με το ζόρι τα χέρια, ακύρωσε προσωρινά τη μονομαχία, και πήγε και συναντήθηκε προσωπικά με τους Προκρίτους των Γίδογλου και των Χοιροπουλαίων. Με τεράστια προσωπική του προσπάθεια τους έβαλε τελικά να υποσχεθούν στο Λόγο της Τιμής τους και του Χριστού την Πίστη την Αγία οτι θα έκαναν υπομονή για λίγες ακόμα μέρες. χωρίς να προκαλούν η μία οικογένεια την άλλη.

Έτσι κι έγινε.

Ο Άγγλος πήρε νύχτα το τραίνο, και πήγε στη Λαμία, όπου επισκέφτηκε τη βιβλιοθήκη της Νομαρχίας, και διάβασε προσεκτικά την ιστορία όλης της περιοχής. Επισκέφτηκε το ληξιαρχείο, και διάβασε τα ονόματα των κατοίκων, διασταυρώνωντας τα με τα ιστορικά δεδομένα που γνώριζε. Παρήγγειλε ο ίδιος, με δάνειο απο την Αναπτυξιακή Τράπεζα, καινούριες πινακίδες απο τον Επιγραφοποιό του Υπουργείου, και νύχτα πάλι γύρισε στο χωριό και τις κάρφωσε ο ίδιος προσωπικά στους δρόμους σε κάθε μια άκρη του γεφυριού.

Όταν οι κάτοικοι του χωριού ξύπνησαν το άλλο πρωϊ και είδαν τις πινακίδες, έμειναν έκπληκτοι. Ο άγγλος είχε διαλέξει προσεκτικά τα ονόματα των οδών. Είχε ονομάσει τον ένα οδό με το όνομα κάποιου σπουδαίου ντόπιου ενωμοτάρχη της χωροφυλακής, γνωστό για τα ανδραγαθήματα του στον αγώνα εναντίων των συμμοριτοκουμμουνιστών, και στον άλλο δρόμο είχε δώσει το όνομα ενος ταλαντούχου μεν, άσημου εντελώς δε ποιητή του μεσοπολέμου, που η θειά του ετυχε να κατάγεται απο το χωριό χωρίς να ειναι ούτε Χοιροπούλα, ούτε Γίδογλου.

Τα ονόματα των δυο δρόμων έκαναν τη δουλειά τους. Ήταν οικεία μεν στους κατοίκους, αλλά άγνωστα, και ενω ο καθένας ταυτίζοταν με την δόξα των επονομαζόμενων προσώπων, κανείς δεν τολμούσε να καταφερθεί εναντίον του άλλου.

Απο εκείνη τη μέρα, τα μίση σίγασαν, οι αντιπαλότητες ξεχάστηκαν, και οι κάτοικοι του χωριού ξαναμόνιασαν μεταξύ τους. Η Άρτεμις παντρεύτηκε τον Απόλλωνα, και στο γλέντι πήγε όλο το χωριό, με τον Άγγλο τιμώμενο πρόσωπο. Έκαναν τρία κορίτσια και τέσσερα παιδιά, και μάλιστα βάφτισαν το πρώτο με το όνομα του Άγγλου, που σώζεται ακόμα στο χωριό.

Όσο για τον Άγγλο, αυτός αγάπησε τόσο τους αγαθούς αυτούς ανθρώπους, που εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό, όπου πήρε ενα ΕΣΠΑ και άνοιξε μια σταρτάπ. Το χωριό αναπτύχθηκε ραγδαία, και ένα μόλις χρόνο αργότερα, η Ελλάδα υπέγραψε την είσοδο της στην ΕΟΚ.

Εγινε επιτέλους Ευρώπη.

Και ακόμα και σήμερα, αγαπητέ αναγνώστη, εαν περάσει κάποιος δι υπόθεσιν του απο το γραφείο του Δημάρχου του χωριού, θα δεί σε περίλαμπρη θέση στη γωνία του γραφείου, ενα γύψινο αγαλματίδιο με τη μορφή του Άγγλου ευεργέτη, με χαραγμένη κάτω απο το όνομα του την επιγραφή «Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης».


The Black Uber

Μου πήρε πραγματικά πολύ χρόνο και προσπάθεια για να βρώ το Black Uber – και οχι άδικα, εδω που τα λέμε, αν σκεφτεί κανείς το είδος της υπηρεσίας που προσφέρει. Μετά όμως απο μέρες αναζήτησης στις πιο κρυφές και σκοτεινές γωνιές του διαδικτύου, άπειρες συνομιλίες με διάφορους αμφιβόλου υπολήψεως ενδιάμεσους μέχρι να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους, και ποιός ξερει τι ελέγχους για μένα με τα προσωπικά στοιχεία που ήμουν υποχρεωμένος να τους δώσω για να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα μου, επιτέλους το κατάφερα.

Το SMS με τον κρυπτογραφημένο σύνδεσμο οδηγούσε σε εναν κρυφό χώρο, απο οπου μπορούσα να κατεβάσω την εφαρμογή στο κινητό μου – και μόνο εγώ, μια που ο σύνδεσμος ήταν μιας χρήσης. «Απαραίτητα μέτρα ασφαλείας» σκέφτηκα, καθως ανοιγα την εφαρμογή στο κινητό μου με ενα ελαφρύ πάτημα του δείκτη στην οθόνη. Μετά απο ελάχιστα δευτερόλεπτα, είδα το λογότυπο της Black Uber να με καλωσορίζει.

Η εφαρμογή ήταν πραγματικά πολύ καλοφτιαγμένη. Σου επέτρεπε να διαλέξεις τα πάντα – ώρα, ημέρα, αυτοκίνητο – όλα γρήγορα, πολυτελή αυτοκίνητα που ταίριαζαν σε μια υπηρεσία σαν κι αυτή. Porsche και Lamborghini τα περισσότερα, αρκετές Ferrari, ενω στη λίστα ξεχώριζαν ορισμένα πραγματικά εντυπωσιακά μοντέλα της Bugatti, με απλησίαστο όμως κόστος.

Διάλεξα τελικά μια Porsche Cayman S σε λαχανί φωσφοριζέ. Πάντα μου άρεσε το συγκεκριμένο μοντέλο περισσότερπο απο την 911. Δεν είχα κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στον οδηγό, και η μέρα μου ήταν εξίσου αδιάφορη, οπότε διάλεξα την επόμενη Κυριακή. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα φάνηκε στην οθόνη μου η τιμή. Δεν τα λες και λίγα τα εβδομήντα χιλιάδες δολλάρια, αλλά και πάλι αν σκεφτείς τους κινδύνους της συγκεκριμένης επιχείρησης, δε μου φάνηκαν και πολλά. Εξάλλου δε θα τα πλήρωνα εγω.

Η εβδομάδα πέρασε χωρίς κανένα απρόοπτο, αν εξαιρέσω κάποιες λιγάκι περίεργες αλλαγές στο περιβάλλον γύρω μου, που τις θεώρησα συνηθισμένες. Ενας καινούριος ένοικος μετακόμισε ξαφνικά στο διαμέρισμα δίπλα μου. Προφανώς οι έλεγχοι συνεχίζοταν μέχρι την τελευταία στιγμή. «Ας είναι», σκέφτηκα, «κι εγω θα ήθελα να γνωρίζω όσο το δυνατόν περισσότερα για το ποιόν των πελατών μου».

Τελικά έφτασε η Κυριακή. Φόρεσα ενα απλό μπλουζάκι και ενα τζήν παντελόνι για την περίσταση, και κατέβηκα στο δρόμο, 20 λεπτά πρίν απο το προκαθορισμένο ραντεβού. Κοίταζα γύρω μου, με αρκετή ανησυχία ομολογουμένως. Δε θα ήθελα κάτι να πάει στραβά την τελευταία στιγμή.

Ευτυχώς, τίποτα δεν πήγε. Ακριβώς πέντε λεπτά πρίν απο την ώρα που είχα ορίσει στην εφαρμογή, μια λαχανί φοσφωριζέ Porsche έστριψε στη γωνία και σταμάτησε στο πεζοδρόμιο δίπλα μου. Άνοιξα την πόρτα και κάθησα στο αναπαυτικό κάθισμα του συνοδηγού.

-«Ζώνη», μου υπενθύμισε ο οδηγός. Πάντα την ξεχνάω τη ζώνη.
-«Belts? Where we’re going, we don’t need belts», απάντησα, παραφράζοντας την πασίγνωστη ατάκα απο εκείνη την παλιά ταινία με το ταξίδι στο μέλλον.

Έδεσα τη ζώνη μου, η πόρπη μπήκε γλυκά στη θέση της με ενα απαλό κλίκ. Εξαίσιο αυτοκίνητο. Ο οδηγός γέλασε με το καλαμπούρι, γύρισε και με κοίταξε. Στην ηλικία μου περίπου, μερικά χρόνια μικρότερος η μεγαλύτερος. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν στους κροτάφους. Φαινόταν καλοβαλμένος.

-«Ξεκινάμε;», με ρώτησε.
-«Είμαι έτοιμος», αποκρίθηκα.

Μέχρι το μισό της διαδρομής, επικρατούσε μια λογική θα έλεγα αμηχανία, δεδομένων των περιστάσεων. Βγήκαμε απο την πόλη και αρχίσαμε την μακριά πορεία μέσα στις στροφές και τα λιβάδια της υπαίθρου. Δεν είχα πολύ συγκεκριμένη εικόνα για το πού ακριβώς θα πηγαίναμε, αυτό ήταν αρμοδιότητα του οδηγου.

Την κουβέντα τελικα ξεκίνησε ο ίδιος. Δε συστηθήκαμε κάν – θα ήταν αδιάφορο, και το ξέραμε και οι δύο. Μπήκε αμέσως στο θέμα.

-«Πότε το αποφάσισες;», με ρώτησε.
-«Έχει περίπου τρείς μήνες», απάντησα. «Δεν είναι και λίγο, αν σκεφτείς οτι μου δίνουν έξι».
-«Τελικό στάδιο;»
-«Ναι, δυστυχώς. Ήπαρ. Εσύ;»
-«Εγω είμαι υγιέστατος. Άλλο πράγμα με έφερε ως εδω».

Είχαμε βγεί απο την ύπαιθρο και συνεχίζαμε στα ορεινά, δίπλα στη θάλασσα. Οι στροφές άρχισαν να γίνονται ολο και πιο κλειστές, και ο οδηγός οδηγούσε επιδέξια και προσεκτικά. Στις πολύ κλειστές στροφές ακουγόταν ένας περίεργος γδούπος.

Ντράπηκα να ρωτήσω. Το κατάλαβε, και συνέχισε μόνος του.

-«Τζόγος. Το όνειρο μου ήταν πότε θα ξετινάξω το καζίνο, τελικά φυσικά ξετίναξε αυτό εμένα. Δανείστηκα απο λάθος ανθρώπους. Δε σου δίνουν και πολλές επιλογές, ξέρεις. Τουλάχιστον τα λεφτά της ασφάλειας θα ξεχρεώσουν τα χρωστούμενα και θα μείνει και κάτι για τη γυναίκα μου».
-«Το ξέρει;»

Γέλασε.

-«Φυσικά και όχι. Θα με σταματούσε. Με αγαπάει ακόμα, η χαζή, μετά απο οσα της εχω κάνει. Ελπίζω να μη συνεχίσει και μετά απο αυτό. Θα είναι πολύ δύσκολο για κείνη».

Δεν ήθελα να μπλέξω με τα οικογενειακά ενός αγνώστου, γι αυτό προσπάθησα να αλλάξω λιγάκι θέμα συζήτησης. «Το αμάξι;», ρώτησα.

-«Απο το Black Uber. Διαλέγεις ότι αμάξι θέλεις σαν οδηγός. Αυτό ήταν απο τα αγαπημένα μου. Είχα αγοράσει το ίδιο, τις καλές ημέρες, και το ξέρω καλά αυτό το αμάξι. Στις οδηγίες έγραφε να κάνω ο,τι καλύτερο μπορώ. Ακούς τους θορύβους όταν στρίβουμε; Κάτι πρέπει να έχει στο πόρτ μπαγκάζ».
-«Η κάποιον», σχολίασα πικρόχολα.
-«Πιθανότατα. Δε θα το μάθουμε», απάντησε χαμογελώντας.
-«Ποιός έχει την Black Uber, ξέρεις;», ρώτησα.
-«Κανείς δεν ξέρει. Έψαξα, αλλά κρύβονται καλά. Το συνηθισμένο πλέγμα υπεράκτιων εταιριών. Κάποιοι λένε οτι είναι οι ίδιοι με την  Uber, αλλά δεν το πιστεύω. Λέγεται οτι απο πίσω βρίσκεται ο Elon Musk. Πιθανότατα ισχύει. Είναι αρκετά καθήκι για κάνει κάτι τέτοιο, και είμαι σίγουρος οτι δεν το κάνει για τα χρήματα. Απλά γουστάρει»

Μου φάνηκε λογικό.

Ο οδηγός διέκοψε τις σκέψεις μου.

-«Είσαι έτοιμος; Φτάνουμε».

Είχαμε βγεί σε ενα ανοιχτό σημείο του δρόμου. Αριστερά μας, το βουνό υψώνοταν απειλητικά. Δεξιά μας, ο γκρεμός που κατέληγε στη θάλασσα. Βρισκόμασταν ηδη σε αρκετό ύψος.

-«Είμαι έτοιμος εδω και καιρό», απάντησα. «Χάρηκα για τη γνωριμία».
-«Κι εγώ. Ζώνη». Πάντα ξεχνάω τη ζώνη, αλλά δεν περίμενα ποτέ οτι θα την ξεχνούσα με τέτοιο τρόπο. Γέλασα. Πάτησα το κουμπί, και η πόρπη βγήκε γλυκά απο τη θέση της με ενα απαλό κλίκ. Εξαίσιο αυτοκίνητο. Ο οδηγός έκανε το ίδιο.

Με κοίταξε και τον κοίταξα. Ενα απλό βλέμμα, ενα νευμα αρκούσε. Είχε φτάσει η στιγμή, και το ξέραμε και οι δύο.

Πάτησε το γκάζι αλλάζοντας επιδέξια και γρήγορα τις ταχύτητες.

1-100 σε έξι δευτερόλεπτα. Μόλις που μου έφτασαν για να αναρωτηθώ εαν θα έπιανε τελική.

150.

200.

Η απότομη στροφή φάνηκε στον ορίζοντα μπροστά μας.

260. Την έπιασε, τελικά.

Ακούστηκε ένας θόρυβος. Το τράνταγμα ήταν λιγότερο απο ότι περίμενα. Εξαίσιο αμάξι. Η Porsche έσκισε το προστατευτικό κιγκλίδωμα της στροφής σαν βούτυρο, και βρέθηκε στο κενό.

Κοίταξα γύρω μου.

Απέραντο γαλάζιο.

Γαλήνη.

Πέντε δευτερόλεπτα πτήσης.

Πέντε τελευταία, υπέροχα δευτερόλεπτα.


Κάθε ιστορία του Τσάρλς Μπουκόφσκι

Πήγα στο μπάρ κι έγινα λιώμα στο ποτό. Εκεί που έπινα, μου επιασε την κουβεντα μια γρια πουτάνα, και ύστερα απο λίγο πήγαμε στο ξενοδοχειο – νομίζω οτι πήδηξα αλλα δεν είμαι σίγουρος, γιατί το μόνο που θυμάμαι είναι οτι ξέρασα πάνω της και με πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησα το άλλο πρωί και σέρνοντας τα βήματα μου, ξαναπήγα στο μπάρ.

[ΣΤΜ]: Τώρα δεν υπάρχει καμμία απολύτως ανάγκη να διαβάσετε καμμία απο τις υπόλοιπες περίπου χίλιες πεντακόσιες σελίδες που έχει γράψει ο Μπουκόφσκι. 


Μια ιστορία με στρείδια

Ζούσε κάποτε στη Νέα Ζηλανδία ένας πολύ φανατικός Αμπαλαέας. Λάτρευε τον ΜΠΑΟΓΚ, δεν έχανε ούτε παιχνίδι του στην τηλεόραση, και ήταν ο πρόεδρος, αντιπρόεδρος, γραμματέας, ταμίας, και μοναδικό μέλος του συλλόγου «Παοκ Ειρηνικού Ωκεανού και νήσων Σαμόα», πράγμα που του δημιουργούσε πολλές φορές θεματάκια με τις αρχές, δεδομένου οτι το όνομα του συλλογου έβγαζε το ατυχές ακρωνύμιο ΠΕΩΣ, αλλά αυτό είναι μια ιστορία που θα τη διηγηθούμε μια άλλη φορά.

Ο Αμπαλαέας μας λοιπόν ήταν πολύ αγαπητός στην αθλητική κοινότητα της Νέας Ζηλανδίας, που τον έβλεπαν σαν εναν λιγάκι γραφικό, μεν, αλλά πραγματικά παθιασμένο φίλαθλο. Ελλείψει πολλών παιχνιδιών με την αγαπημένη του ομάδα, πήγαινε πάντα στους φιλικούς αγώνες της Wellington Phoenix με την Ferrymead Bays και χοροπηδούσε φωνάζοντας αμπαλαέαεαε πούστη παναθηναϊκέ και τέτοια χαριτωμένα καταδιασκεδάζοντας τους Νεοζηλανδους φιλαθλους, οι οποίοι τον λάτρευαν.

Μέχρι που μια μέρα, ηρθε η μεγάλη στιγμή που περίμενε για όλη του τη ζωη. Η ομαδα της καρδιάς του έρχοταν επιτέλους στη Νέα Ζηλανδία για ενα παιχνίδι στην έβδομη κατηγορία του πρωταθλήματος Βόρειας Αφρικής – Ωκεανίας. Ο Αμπαλαέας μας προετοιμάστηκε κατάλληλα για το μεγαλύτερο γεγονός της ζωής του. Αγόρασε εισητήρια για μισή κερκίδα, και τη γέμισε με όλου του κόσμου τα καλά. Ρετσίνες, ούζα, ντολμαδάκια, κεφτεδάκια, γιουβαρλάκια, μπάφους, και το καλύτερο απ΄ολα, το πιο εκλεκτό απο τα εκλεκτά εδέσματα: Ενα καφάσι απο εκείνα τα ονομαστά, πεντανόστιμα πελώρια αφροδισιακά στρείδια του Ειρηνικού.

Θα τα έτρωγε σιγά σιγά καθώς ο αγώνας θα κορυφώνοταν, και τη στιγμή εκείνη που ο ΠΑΟΚ θα έβαζε το γκολ που θα έκρινε τον αγώνα, θα έτρωγε το τελευταίο και πιο μεγάλο στρείδι, που θα του χάριζε την υπέρτατη ηδονή.

Έτσι κι έγινε λοιπόν, και ο αμπαλαέας μας μέχρι το 87ο λεπτό του αγώνα είχε φάει όλα τα μεζεδάκια, και ήταν ετοιμος να εκραγεί απο την καύλα με τα στρείδια που είχε φάει, όταν ο Κούδας η κάποιος τέτοιος τέλος πάντων που δυστυχώς δεν έχει καταγραφεί ξεκάθαρα στις σχετικές πηγές, με ενα αριστοτεχνικό σούτ στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα της αντίπαλης ομάδας. Σαν έτοιμος απο χρόνια ο αμπαλαέας μας, πιάνει το τελευταίο, το πιο μεγάλο και νόστιμο στρείδι, και το καταπίνει αμάσητο με μια μπουκιά, ακριβώς τη στιγμή που η μπάλα έμπαινε στη μικρή περιοχή.

Ο αμπαλαέας μας δυστυχώς όμως στάθηκε άτυχος. Το στρείδι του κάθησε στο λαιμό, πνίγηκε, και πέθανε χωρίς να δεί το γκόλ του ΠΑΟΚ που θα κέρδιζε τον αγώνα.

Τόσο πολύ συγκινήθηκαν οι φίλαθλοι της Νέας Ζηλανδίας απο το δράμα του αγαπημένου σε όλους αμπαλαέα, που σε μια σεμνή τελετή μετά την κηδεία του, ο Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρίας Θαλάσσιας Ζωολογίας έδωσε στο περίφημο αυτό στρείδι του Ειρηνικού, πρός τιμήν του Αμπαλαέα, το όνομα Abalone.

1392957928564


Τα απομεινάρια μιάς τούρτας

41nlotr1vll

Can’t buy me love yeaaah!
Can’t buy me love yeaaah!

I’ll buy you a diamond ring, my friend
if it makes you feel alright
I’ll get you anything my friend
if it makes you feel alright
For I don’t care too much for money
for money can’t by me love

Can’t buy me love yeaaah!
Can’t buy me lo….

Και τότε ακούστηκε μια φωνή απο το ακροατήριο που έμελλε να αλλάξει τον ρού της ιστορίας:

– «YES, BUT YOU CAN BUY A CAKE!» 

Η μουσική σταμάτησε απότομα. Οι τέσσερις φίλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, πλησίασαν ο ένας τον άλλον και άρχισαν το ψου ψου. Και «ρε μαλάκα δίκιο έχει», και «δεν το σκέφτηκα έτσι» και «ναι ρε αλλά μήπως να το ξανασκεφτούμε», και «άστο, γάματο», και διάφορα άλλα που οι ακροατές δε μπορούσαν να ακούσουν μέσα στη ζαλάδα της μουσικής και των ναρκωτικών.

Κάποια στιγμή οι διαβουλεύσεις φάνηκαν να παίρνουν τέλος. Ένα απο τα μέλη του συγκροτήματος πλησίασε το μικρόφωνο και φώναξε, με την χαρακτηριστική προφορά του προαστειακού Λίβερπουλ:

– «ΑΕΙ ΧΑΣ’ ΣΙΑ ΠΕΡΑ ΜΑΡ’ ΧΑΜΟΥΡΑ ΜΟΥ’ΧΕΙΣ ΦΑΕΙ ΤΗ ΜΠΖΥΧΗ!»

Και πούλησε το διαμαντένιο δαχτυλίδι και αγόρασε μια ΠΕΛΩΡΙΑ τούρτα με ΣΟΚΟΛΑΤΑ και με ΦΡΑΟΥΛΑ και με ΙΝΔΟΚΑΡΥΔΟ και με ΤΡΙΜΜΕΝΑ ΦΥΣΤΙΚΙΑ ΑΙΓΙΝΗΣ. Και την έφαγε όλη. Και ξέχασε τη γκόμενα, και άρχισε να γράφει σοβαρά τραγούδια. Και οι τέσσερις φίλοι έγιναν πλούσιοι.

Και ακόμα και σήμερα, αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια, εαν αντέξει να κοιτάξει κανείς προσεκτικά στη μούρη του Μακάρτνευ, μπορεί να διακρινει φευγαλέα αυτό που κάποτε ήταν τα απομεινάρια μιας τούρτας.

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματική πινακίδα