Μια ιστορία εμφυλίου

Revolution1848

Κάποτε τον παλιό καιρό, σε ενα πλάτωμα κρυμμένο βαθιά στους ορεινούς όγκους που περιστοιχίζουν την Λαμία, υπήρχε ενα χωριό. Το χωριό αυτό το διέσχιζε μια ρεματιά πάνω απο την οποία είχε χτιστεί απο αρχαιοτάτων χρόνων ενα γεφυράκι. Ο κεντρικός δρόμος ξεκινούσε απο το ενα άκρο, πέρναγε το γεφυράκι, και συνέχιζε μέχρι το απέναντι σύνορο του χωριού.

Οι άνθρωποι στο χωριό ήταν απλοί και άδολοι. Ζούσαν ευτυχισμένοι, και κάθε μέρα έλεγαν καλημέρα ο ένας στον άλλον όταν συναντιόντουσαν στο γεφυράκι, πηγαίνοντας ο καθένας στο χωράφι η στο μαντρί του, που πολλές φορές βρισκόταν στην αντιπέρα μεριά του ρέματος απο το σπίτι του.

Μια μέρα ήρθε στο δημαρχείο μια σοβαρή διαταγή απο το Υπουργείο, γεμάτη με σφραγίδες και υπογραφές, η οποία διέτασσε ρητώς οτι θα έπρεπε όλοι οι δρόμοι της επικράτειας να αποκτήσουν όνομα, όπως γίνεται σε όλες τις σύγχρονες πόλεις του κόσμου που έχουν περάσει Διαφωτισμό, και να μη λέγονται πια απλά «ο δρόμος» η «το σοκκάκι», για να καταφέρει επιτέλους η χώρα να γίνει κάποτε Ευρώπη.

Ο Δήμαρχος κάλεσε στην εκκλησία όλους τους κατοίκους του χωριού, και τους ρώτησε την γνώμη τους. Έπρεπε να δοθεί στον δρόμο ενα όνομα, αλλά ποιό; Η προφανής λύση ήταν να ονομαστεί ο δρόμος όπως τον έλεγαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού μέχρι τότε. Έτσι, αποφασίστηκε ο δρόμος να ονομαστεί απο τη μία πλευρά του γεφυριού «Αποδώ» και απο την άλλη πλευρά του γεφυριού «Αποκεί».

Η απόφαση σφραγίστηκε, καθαρογράφηκε, και ο πάρεδρος έστειλε επείγον σήμα με το άλογο στην Αθήνα, για να παραγγελθούν στον Επίσημο Πινακιδοποιό προμηθευτή του Υπουργείου οι πινακίδες με τα ονόματα του δρόμου «Αποδώ» και «Αποκεί».

Ύστερα απο λίγο καιρό, και ενώ ήδη οι πινακίδες είχαν παραληφθεί, προέκυψε ενα δισεπίλυτο πρόβλημα: Κανείς δε μπορούσε να αποφασίσει ποιά πινακίδα θα έμπαινε σε ποιό σημείο του δρόμου. Αυτοί που έμεναν στην μια πλευρά του γεφυριού ήθελαν να ονομαστεί η μεριά που είχαν το σπίτι τους «Αποδώ» και η άλλη «Αποκεί», ενώ αυτοί που έμεναν απέναντι, ήθελαν ακριβώς το αντίθετο, μια και έτσι ονόμαζε ο καθένας τον δρόμο μέχρι τότε.

Μάταια προσπάθησαν ο δήμαρχος, ο παπάς και ο δάσκαλος να φέρουν μια τάξη για να βρεθεί μια λογική λύση που να ικανοποιεί όλους. Οι δύο μεγάλες οικογένειες του χωριού, οι Χοιρόπουλοι και οι Γίδογλου, που τύχαινε να έχουν κατα πλειοψηφία τα σπίτια τους στις αντικρινές όχθες του ρέματος, ήταν ανένδοτοι – και μαζί τους συντάσσοταν, θές απο περηφάνια, θές απο φόβο, και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού, κι ας μήν ήταν ούτε Χοιρόπουλοι ούτε Γίδογλου.

Μέρα με τη μέρα, η διχόνοια γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Οι κάτοικοι σταμάτησαν να λένε καλημέρα ο ένας στον άλλον όταν περνούσαν το γεφυράκι για να πάνε απο το σπίτι στο χωράφι η στο μαντρί τους. Η απλή αντιπαλότητα μετεξελίχθηκε σε ωμό μίσος. Οι Γίδογλου έρχοταν τη νύχτα και πέταγαν τα σκουπίδια τους στους σκουπιδοντενεκέδες των Χοιρόπουλων, ξεχειλίζοντας τους, και στο καφενείο του χωριού ο καφετζής, ένας Χοιρόπουλος, αρνιόταν πεισματικά να βάλει ζάχαρη στον καφέ των Γίδογλου.

Τέτοια και άλλα παρόμοια πράγματα που δεν πρέπει να γίνονται συνέβαιναν στο χωριο καθημερινά, και η κατάσταση ήταν ήδη επικίνδυνα τεταμένη, όταν συνέβη ενα γέγονος που έφτασε την διχόνοια στο ύψιστο σημείο: Η όμορφη μα άμυαλη κόρη ενος ανεψιού του πάτερ φαμίλια των Γίδογλου, η Άρτεμις Γίδογλου, ερωτεύτηκε παράφορα τον όμορφο μα εξίσου άμυαλο νεαρό Απόλλωνα Χοιρόπουλο. Μάταια οι οικογένειες προσπαθούσαν να τους μεταπείσουν – οι δυο νέοι είχαν χάσει τη λογική τους μέσα στη μέθη του έρωτα. Ήταν αποφασισμένοι να παντρευτούν.

Τα νέα διαδόθηκαν στο χωριό μέσα σε ένα απόγευμα. Τα πάθη άναψαν. Η προοπτική της κάθε οικογένειας να γίνει μέλος της ένας συγγενής του εχθρού, ήταν αποκαρδιωτική. Μέρα με τη μέρα, βαριά λόγια έκαναν το γυρο των αυλών και των πίσω δρόμων του χωριού, μέχρι που οι πρόκριτοι αποφάνθηκαν οτι δεν υπήρχε άλλη λύση.

Η βεντέτα θα λύνοταν με μονομαχία.

Ήταν ενα ανοιξιάτικο απόγευμα του Δεκεμβρίου, όταν τα δύο πιο γεναία και αντρειωμένα παλληκάρια απο κάθε σοϊ, ενας Χοιρόπουλος και ένας Γίδογλου, στάθηκαν αντικρυστά στις δυο άκρες του γεφυριού. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον στα μάτια με άσβεστο μίσος. Όποιος κέρδιζε, θα καθόριζε την τύχη του χωριού. Η οικογένεια του χαμένου, θα ήταν κι αυτή χαμένη. Ντροπή και όνειδος θα συνόδευε το όνομα της εις τους αιώνες των αιώνων.

Τα δύο παλληκάρια τράβηξαν ταυτόχρονα τις μπιστόλες τους, και ξαφνικά σταμάτησαν.

Γιατί στο κέντρο του γιοφυριού, ακριβώς στο σημείο απο το οποίο θα περνούσε η κάθε σφαίρα της μπιστόλας των δυο παλληκαριών, στεκόταν ενας ξένος.

Ήταν ένας Άγγλος ταξιδευτής, που έτυχε να περνάει εκείνες τις μέρες απο το χωριό, γράφοντας τα ταξιδιωτικά του απομνημονεύματα. Ο Άγγλος είχε γεννηθεί εμποτισμένος με τις ιδέες της Ελευθερίας, και είχε περάσει Διαφωτισμό στα περίφημα πανεπιστήμια του Λίβερπουλ και του Μάντσεστερ.

Ήταν μάλιστα τοσο διαφωτισμένος που ήξερε απέξω όλους τους τίτλους όλων των βιβλίων των μεγάλων διαφωτιστών, τους τίτλους όλων των βιβλίων των μεγάλων φιλόσφων της φιλελεύθερης σκέψης: Του Ρουσσώ, του Βολταίρου, της Ράντ, του Θορώ και του Θάνου.

Όταν ο Διαφωτισμένος αυτός Άγγλος είδε το αποτρόπαιο αυτό θέαμα αδερφού να ετοιμάζεται να σκοτώσει αδερφό, ένιωσε χρέος του να βοηθήσει τους καλοκάγαθούς μεν αυτούς, απολίτιστους δε χωριάτες. Μερόνυχτα ολόκληρα ερχόταν πάντα στην ίδια θέση στο γεφυράκι, οπου είχε τοποθετήσει ενα σκαμνί, οπου κάθοταν και σκέφτοταν το πρόβλημα, ώσπου επιτέλους βρήκε μια λύση που θα μπορούσε να συμφιλιώσει τους βάρβαρους χωργιαταραίους.

Και όταν έμαθε για την μονομαχία, αποφάσισε να σταθεί, μόνος αυτός, εμπόδιο στο θανατικό και στη μαζική σφαγή που σίγουρα θα συντελούταν ύστερα απο την αποτρόπαια αυτή μονομαχία. Πήγε απο νωρίς στο γεφυράκι, στάθηκε στο κέντρο του, και πρόταξε τα γενναία φιλελεύθερα στήθη του, αποφασισμένος ή να σταματήσει την βεντέτα, η να δώσει ακόμα και ο ίδιος τη ζωή του προσπαθώντας.

Όταν ο Άγγλος είδε τους μονομάχους να τραβάνε τις μπιστόλες τους και να σαστίζουν, διστάζοντας να πυροβολήσουν με τον ίδιο να στέκεται στη μέση, αμέσως ανέλαβε δράση. Ετρεξε και σταμάτησε τους δυο μονομάχους, τους έβαλε να δώσουν με το ζόρι τα χέρια, ακύρωσε προσωρινά τη μονομαχία, και πήγε και συναντήθηκε προσωπικά με τους Προκρίτους των Γίδογλου και των Χοιροπουλαίων. Με τεράστια προσωπική του προσπάθεια τους έβαλε τελικά να υποσχεθούν στο Λόγο της Τιμής τους και του Χριστού την Πίστη την Αγία οτι θα έκαναν υπομονή για λίγες ακόμα μέρες. χωρίς να προκαλούν η μία οικογένεια την άλλη.

Έτσι κι έγινε.

Ο Άγγλος πήρε νύχτα το τραίνο, και πήγε στη Λαμία, όπου επισκέφτηκε τη βιβλιοθήκη της Νομαρχίας, και διάβασε προσεκτικά την ιστορία όλης της περιοχής. Επισκέφτηκε το ληξιαρχείο, και διάβασε τα ονόματα των κατοίκων, διασταυρώνωντας τα με τα ιστορικά δεδομένα που γνώριζε. Παρήγγειλε ο ίδιος, με δάνειο απο την Αναπτυξιακή Τράπεζα, καινούριες πινακίδες απο τον Επιγραφοποιό του Υπουργείου, και νύχτα πάλι γύρισε στο χωριό και τις κάρφωσε ο ίδιος προσωπικά στους δρόμους σε κάθε μια άκρη του γεφυριού.

Όταν οι κάτοικοι του χωριού ξύπνησαν το άλλο πρωϊ και είδαν τις πινακίδες, έμειναν έκπληκτοι. Ο άγγλος είχε διαλέξει προσεκτικά τα ονόματα των οδών. Είχε ονομάσει τον ένα οδό με το όνομα κάποιου σπουδαίου ντόπιου ενωμοτάρχη της χωροφυλακής, γνωστό για τα ανδραγαθήματα του στον αγώνα εναντίων των συμμοριτοκουμμουνιστών, και στον άλλο δρόμο είχε δώσει το όνομα ενος ταλαντούχου μεν, άσημου εντελώς δε ποιητή του μεσοπολέμου, που η θειά του ετυχε να κατάγεται απο το χωριό χωρίς να ειναι ούτε Χοιροπούλα, ούτε Γίδογλου.

Τα ονόματα των δυο δρόμων έκαναν τη δουλειά τους. Ήταν οικεία μεν στους κατοίκους, αλλά άγνωστα, και ενω ο καθένας ταυτίζοταν με την δόξα των επονομαζόμενων προσώπων, κανείς δεν τολμούσε να καταφερθεί εναντίον του άλλου.

Απο εκείνη τη μέρα, τα μίση σίγασαν, οι αντιπαλότητες ξεχάστηκαν, και οι κάτοικοι του χωριού ξαναμόνιασαν μεταξύ τους. Η Άρτεμις παντρεύτηκε τον Απόλλωνα, και στο γλέντι πήγε όλο το χωριό, με τον Άγγλο τιμώμενο πρόσωπο. Έκαναν τρία κορίτσια και τέσσερα παιδιά, και μάλιστα βάφτισαν το πρώτο με το όνομα του Άγγλου, που σώζεται ακόμα στο χωριό.

Όσο για τον Άγγλο, αυτός αγάπησε τόσο τους αγαθούς αυτούς ανθρώπους, που εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό, όπου πήρε ενα ΕΣΠΑ και άνοιξε μια σταρτάπ. Το χωριό αναπτύχθηκε ραγδαία, και ένα μόλις χρόνο αργότερα, η Ελλάδα υπέγραψε την είσοδο της στην ΕΟΚ.

Εγινε επιτέλους Ευρώπη.

Και ακόμα και σήμερα, αγαπητέ αναγνώστη, εαν περάσει κάποιος δι υπόθεσιν του απο το γραφείο του Δημάρχου του χωριού, θα δεί σε περίλαμπρη θέση στη γωνία του γραφείου, ενα γύψινο αγαλματίδιο με τη μορφή του Άγγλου ευεργέτη, με χαραγμένη κάτω απο το όνομα του την επιγραφή «Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης».


The Black Uber

Μου πήρε πραγματικά πολύ χρόνο και προσπάθεια για να βρώ το Black Uber – και οχι άδικα, εδω που τα λέμε, αν σκεφτεί κανείς το είδος της υπηρεσίας που προσφέρει. Μετά όμως απο μέρες αναζήτησης στις πιο κρυφές και σκοτεινές γωνιές του διαδικτύου, άπειρες συνομιλίες με διάφορους αμφιβόλου υπολήψεως ενδιάμεσους μέχρι να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους, και ποιός ξερει τι ελέγχους για μένα με τα προσωπικά στοιχεία που ήμουν υποχρεωμένος να τους δώσω για να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα μου, επιτέλους το κατάφερα.

Το SMS με τον κρυπτογραφημένο σύνδεσμο οδηγούσε σε εναν κρυφό χώρο, απο οπου μπορούσα να κατεβάσω την εφαρμογή στο κινητό μου – και μόνο εγώ, μια που ο σύνδεσμος ήταν μιας χρήσης. «Απαραίτητα μέτρα ασφαλείας» σκέφτηκα, καθως ανοιγα την εφαρμογή στο κινητό μου με ενα ελαφρύ πάτημα του δείκτη στην οθόνη. Μετά απο ελάχιστα δευτερόλεπτα, είδα το λογότυπο της Black Uber να με καλωσορίζει.

Η εφαρμογή ήταν πραγματικά πολύ καλοφτιαγμένη. Σου επέτρεπε να διαλέξεις τα πάντα – ώρα, ημέρα, αυτοκίνητο – όλα γρήγορα, πολυτελή αυτοκίνητα που ταίριαζαν σε μια υπηρεσία σαν κι αυτή. Porsche και Lamborghini τα περισσότερα, αρκετές Ferrari, ενω στη λίστα ξεχώριζαν ορισμένα πραγματικά εντυπωσιακά μοντέλα της Bugatti, με απλησίαστο όμως κόστος.

Διάλεξα τελικά μια Porsche Cayman S σε λαχανί φωσφοριζέ. Πάντα μου άρεσε το συγκεκριμένο μοντέλο περισσότερπο απο την 911. Δεν είχα κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στον οδηγό, και η μέρα μου ήταν εξίσου αδιάφορη, οπότε διάλεξα την επόμενη Κυριακή. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα φάνηκε στην οθόνη μου η τιμή. Δεν τα λες και λίγα τα εβδομήντα χιλιάδες δολλάρια, αλλά και πάλι αν σκεφτείς τους κινδύνους της συγκεκριμένης επιχείρησης, δε μου φάνηκαν και πολλά. Εξάλλου δε θα τα πλήρωνα εγω.

Η εβδομάδα πέρασε χωρίς κανένα απρόοπτο, αν εξαιρέσω κάποιες λιγάκι περίεργες αλλαγές στο περιβάλλον γύρω μου, που τις θεώρησα συνηθισμένες. Ενας καινούριος ένοικος μετακόμισε ξαφνικά στο διαμέρισμα δίπλα μου. Προφανώς οι έλεγχοι συνεχίζοταν μέχρι την τελευταία στιγμή. «Ας είναι», σκέφτηκα, «κι εγω θα ήθελα να γνωρίζω όσο το δυνατόν περισσότερα για το ποιόν των πελατών μου».

Τελικά έφτασε η Κυριακή. Φόρεσα ενα απλό μπλουζάκι και ενα τζήν παντελόνι για την περίσταση, και κατέβηκα στο δρόμο, 20 λεπτά πρίν απο το προκαθορισμένο ραντεβού. Κοίταζα γύρω μου, με αρκετή ανησυχία ομολογουμένως. Δε θα ήθελα κάτι να πάει στραβά την τελευταία στιγμή.

Ευτυχώς, τίποτα δεν πήγε. Ακριβώς πέντε λεπτά πρίν απο την ώρα που είχα ορίσει στην εφαρμογή, μια λαχανί φοσφωριζέ Porsche έστριψε στη γωνία και σταμάτησε στο πεζοδρόμιο δίπλα μου. Άνοιξα την πόρτα και κάθησα στο αναπαυτικό κάθισμα του συνοδηγού.

-«Ζώνη», μου υπενθύμισε ο οδηγός. Πάντα την ξεχνάω τη ζώνη.
-«Belts? Where we’re going, we don’t need belts», απάντησα, παραφράζοντας την πασίγνωστη ατάκα απο εκείνη την παλιά ταινία με το ταξίδι στο μέλλον.

Έδεσα τη ζώνη μου, η πόρπη μπήκε γλυκά στη θέση της με ενα απαλό κλίκ. Εξαίσιο αυτοκίνητο. Ο οδηγός γέλασε με το καλαμπούρι, γύρισε και με κοίταξε. Στην ηλικία μου περίπου, μερικά χρόνια μικρότερος η μεγαλύτερος. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν στους κροτάφους. Φαινόταν καλοβαλμένος.

-«Ξεκινάμε;», με ρώτησε.
-«Είμαι έτοιμος», αποκρίθηκα.

Μέχρι το μισό της διαδρομής, επικρατούσε μια λογική θα έλεγα αμηχανία, δεδομένων των περιστάσεων. Βγήκαμε απο την πόλη και αρχίσαμε την μακριά πορεία μέσα στις στροφές και τα λιβάδια της υπαίθρου. Δεν είχα πολύ συγκεκριμένη εικόνα για το πού ακριβώς θα πηγαίναμε, αυτό ήταν αρμοδιότητα του οδηγου.

Την κουβέντα τελικα ξεκίνησε ο ίδιος. Δε συστηθήκαμε κάν – θα ήταν αδιάφορο, και το ξέραμε και οι δύο. Μπήκε αμέσως στο θέμα.

-«Πότε το αποφάσισες;», με ρώτησε.
-«Έχει περίπου τρείς μήνες», απάντησα. «Δεν είναι και λίγο, αν σκεφτείς οτι μου δίνουν έξι».
-«Τελικό στάδιο;»
-«Ναι, δυστυχώς. Ήπαρ. Εσύ;»
-«Εγω είμαι υγιέστατος. Άλλο πράγμα με έφερε ως εδω».

Είχαμε βγεί απο την ύπαιθρο και συνεχίζαμε στα ορεινά, δίπλα στη θάλασσα. Οι στροφές άρχισαν να γίνονται ολο και πιο κλειστές, και ο οδηγός οδηγούσε επιδέξια και προσεκτικά. Στις πολύ κλειστές στροφές ακουγόταν ένας περίεργος γδούπος.

Ντράπηκα να ρωτήσω. Το κατάλαβε, και συνέχισε μόνος του.

-«Τζόγος. Το όνειρο μου ήταν πότε θα ξετινάξω το καζίνο, τελικά φυσικά ξετίναξε αυτό εμένα. Δανείστηκα απο λάθος ανθρώπους. Δε σου δίνουν και πολλές επιλογές, ξέρεις. Τουλάχιστον τα λεφτά της ασφάλειας θα ξεχρεώσουν τα χρωστούμενα και θα μείνει και κάτι για τη γυναίκα μου».
-«Το ξέρει;»

Γέλασε.

-«Φυσικά και όχι. Θα με σταματούσε. Με αγαπάει ακόμα, η χαζή, μετά απο οσα της εχω κάνει. Ελπίζω να μη συνεχίσει και μετά απο αυτό. Θα είναι πολύ δύσκολο για κείνη».

Δεν ήθελα να μπλέξω με τα οικογενειακά ενός αγνώστου, γι αυτό προσπάθησα να αλλάξω λιγάκι θέμα συζήτησης. «Το αμάξι;», ρώτησα.

-«Απο το Black Uber. Διαλέγεις ότι αμάξι θέλεις σαν οδηγός. Αυτό ήταν απο τα αγαπημένα μου. Είχα αγοράσει το ίδιο, τις καλές ημέρες, και το ξέρω καλά αυτό το αμάξι. Στις οδηγίες έγραφε να κάνω ο,τι καλύτερο μπορώ. Ακούς τους θορύβους όταν στρίβουμε; Κάτι πρέπει να έχει στο πόρτ μπαγκάζ».
-«Η κάποιον», σχολίασα πικρόχολα.
-«Πιθανότατα. Δε θα το μάθουμε», απάντησε χαμογελώντας.
-«Ποιός έχει την Black Uber, ξέρεις;», ρώτησα.
-«Κανείς δεν ξέρει. Έψαξα, αλλά κρύβονται καλά. Το συνηθισμένο πλέγμα υπεράκτιων εταιριών. Κάποιοι λένε οτι είναι οι ίδιοι με την  Uber, αλλά δεν το πιστεύω. Λέγεται οτι απο πίσω βρίσκεται ο Elon Musk. Πιθανότατα ισχύει. Είναι αρκετά καθήκι για κάνει κάτι τέτοιο, και είμαι σίγουρος οτι δεν το κάνει για τα χρήματα. Απλά γουστάρει»

Μου φάνηκε λογικό.

Ο οδηγός διέκοψε τις σκέψεις μου.

-«Είσαι έτοιμος; Φτάνουμε».

Είχαμε βγεί σε ενα ανοιχτό σημείο του δρόμου. Αριστερά μας, το βουνό υψώνοταν απειλητικά. Δεξιά μας, ο γκρεμός που κατέληγε στη θάλασσα. Βρισκόμασταν ηδη σε αρκετό ύψος.

-«Είμαι έτοιμος εδω και καιρό», απάντησα. «Χάρηκα για τη γνωριμία».
-«Κι εγώ. Ζώνη». Πάντα ξεχνάω τη ζώνη, αλλά δεν περίμενα ποτέ οτι θα την ξεχνούσα με τέτοιο τρόπο. Γέλασα. Πάτησα το κουμπί, και η πόρπη βγήκε γλυκά απο τη θέση της με ενα απαλό κλίκ. Εξαίσιο αυτοκίνητο. Ο οδηγός έκανε το ίδιο.

Με κοίταξε και τον κοίταξα. Ενα απλό βλέμμα, ενα νευμα αρκούσε. Είχε φτάσει η στιγμή, και το ξέραμε και οι δύο.

Πάτησε το γκάζι αλλάζοντας επιδέξια και γρήγορα τις ταχύτητες.

1-100 σε έξι δευτερόλεπτα. Μόλις που μου έφτασαν για να αναρωτηθώ εαν θα έπιανε τελική.

150.

200.

Η απότομη στροφή φάνηκε στον ορίζοντα μπροστά μας.

260. Την έπιασε, τελικά.

Ακούστηκε ένας θόρυβος. Το τράνταγμα ήταν λιγότερο απο ότι περίμενα. Εξαίσιο αμάξι. Η Porsche έσκισε το προστατευτικό κιγκλίδωμα της στροφής σαν βούτυρο, και βρέθηκε στο κενό.

Κοίταξα γύρω μου.

Απέραντο γαλάζιο.

Γαλήνη.

Πέντε δευτερόλεπτα πτήσης.

Πέντε τελευταία, υπέροχα δευτερόλεπτα.


Κάθε ιστορία του Τσάρλς Μπουκόφσκι

Πήγα στο μπάρ κι έγινα λιώμα στο ποτό. Εκεί που έπινα, μου επιασε την κουβεντα μια γρια πουτάνα, και ύστερα απο λίγο πήγαμε στο ξενοδοχειο – νομίζω οτι πήδηξα αλλα δεν είμαι σίγουρος, γιατί το μόνο που θυμάμαι είναι οτι ξέρασα πάνω της και με πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησα το άλλο πρωί και σέρνοντας τα βήματα μου, ξαναπήγα στο μπάρ.

[ΣΤΜ]: Τώρα δεν υπάρχει καμμία απολύτως ανάγκη να διαβάσετε καμμία απο τις υπόλοιπες περίπου χίλιες πεντακόσιες σελίδες που έχει γράψει ο Μπουκόφσκι. 


Μια ιστορία με στρείδια

Ζούσε κάποτε στη Νέα Ζηλανδία ένας πολύ φανατικός Αμπαλαέας. Λάτρευε τον ΜΠΑΟΓΚ, δεν έχανε ούτε παιχνίδι του στην τηλεόραση, και ήταν ο πρόεδρος, αντιπρόεδρος, γραμματέας, ταμίας, και μοναδικό μέλος του συλλόγου «Παοκ Ειρηνικού Ωκεανού και νήσων Σαμόα», πράγμα που του δημιουργούσε πολλές φορές θεματάκια με τις αρχές, δεδομένου οτι το όνομα του συλλογου έβγαζε το ατυχές ακρωνύμιο ΠΕΩΣ, αλλά αυτό είναι μια ιστορία που θα τη διηγηθούμε μια άλλη φορά.

Ο Αμπαλαέας μας λοιπόν ήταν πολύ αγαπητός στην αθλητική κοινότητα της Νέας Ζηλανδίας, που τον έβλεπαν σαν εναν λιγάκι γραφικό, μεν, αλλά πραγματικά παθιασμένο φίλαθλο. Ελλείψει πολλών παιχνιδιών με την αγαπημένη του ομάδα, πήγαινε πάντα στους φιλικούς αγώνες της Wellington Phoenix με την Ferrymead Bays και χοροπηδούσε φωνάζοντας αμπαλαέαεαε πούστη παναθηναϊκέ και τέτοια χαριτωμένα καταδιασκεδάζοντας τους Νεοζηλανδους φιλαθλους, οι οποίοι τον λάτρευαν.

Μέχρι που μια μέρα, ηρθε η μεγάλη στιγμή που περίμενε για όλη του τη ζωη. Η ομαδα της καρδιάς του έρχοταν επιτέλους στη Νέα Ζηλανδία για ενα παιχνίδι στην έβδομη κατηγορία του πρωταθλήματος Βόρειας Αφρικής – Ωκεανίας. Ο Αμπαλαέας μας προετοιμάστηκε κατάλληλα για το μεγαλύτερο γεγονός της ζωής του. Αγόρασε εισητήρια για μισή κερκίδα, και τη γέμισε με όλου του κόσμου τα καλά. Ρετσίνες, ούζα, ντολμαδάκια, κεφτεδάκια, γιουβαρλάκια, μπάφους, και το καλύτερο απ΄ολα, το πιο εκλεκτό απο τα εκλεκτά εδέσματα: Ενα καφάσι απο εκείνα τα ονομαστά, πεντανόστιμα πελώρια αφροδισιακά στρείδια του Ειρηνικού.

Θα τα έτρωγε σιγά σιγά καθώς ο αγώνας θα κορυφώνοταν, και τη στιγμή εκείνη που ο ΠΑΟΚ θα έβαζε το γκολ που θα έκρινε τον αγώνα, θα έτρωγε το τελευταίο και πιο μεγάλο στρείδι, που θα του χάριζε την υπέρτατη ηδονή.

Έτσι κι έγινε λοιπόν, και ο αμπαλαέας μας μέχρι το 87ο λεπτό του αγώνα είχε φάει όλα τα μεζεδάκια, και ήταν ετοιμος να εκραγεί απο την καύλα με τα στρείδια που είχε φάει, όταν ο Κούδας η κάποιος τέτοιος τέλος πάντων που δυστυχώς δεν έχει καταγραφεί ξεκάθαρα στις σχετικές πηγές, με ενα αριστοτεχνικό σούτ στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα της αντίπαλης ομάδας. Σαν έτοιμος απο χρόνια ο αμπαλαέας μας, πιάνει το τελευταίο, το πιο μεγάλο και νόστιμο στρείδι, και το καταπίνει αμάσητο με μια μπουκιά, ακριβώς τη στιγμή που η μπάλα έμπαινε στη μικρή περιοχή.

Ο αμπαλαέας μας δυστυχώς όμως στάθηκε άτυχος. Το στρείδι του κάθησε στο λαιμό, πνίγηκε, και πέθανε χωρίς να δεί το γκόλ του ΠΑΟΚ που θα κέρδιζε τον αγώνα.

Τόσο πολύ συγκινήθηκαν οι φίλαθλοι της Νέας Ζηλανδίας απο το δράμα του αγαπημένου σε όλους αμπαλαέα, που σε μια σεμνή τελετή μετά την κηδεία του, ο Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρίας Θαλάσσιας Ζωολογίας έδωσε στο περίφημο αυτό στρείδι του Ειρηνικού, πρός τιμήν του Αμπαλαέα, το όνομα Abalone.

1392957928564


Τα απομεινάρια μιάς τούρτας

41nlotr1vll

Can’t buy me love yeaaah!
Can’t buy me love yeaaah!

I’ll buy you a diamond ring, my friend
if it makes you feel alright
I’ll get you anything my friend
if it makes you feel alright
For I don’t care too much for money
for money can’t by me love

Can’t buy me love yeaaah!
Can’t buy me lo….

Και τότε ακούστηκε μια φωνή απο το ακροατήριο που έμελλε να αλλάξει τον ρού της ιστορίας:

– «YES, BUT YOU CAN BUY A CAKE!» 

Η μουσική σταμάτησε απότομα. Οι τέσσερις φίλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, πλησίασαν ο ένας τον άλλον και άρχισαν το ψου ψου. Και «ρε μαλάκα δίκιο έχει», και «δεν το σκέφτηκα έτσι» και «ναι ρε αλλά μήπως να το ξανασκεφτούμε», και «άστο, γάματο», και διάφορα άλλα που οι ακροατές δε μπορούσαν να ακούσουν μέσα στη ζαλάδα της μουσικής και των ναρκωτικών.

Κάποια στιγμή οι διαβουλεύσεις φάνηκαν να παίρνουν τέλος. Ένα απο τα μέλη του συγκροτήματος πλησίασε το μικρόφωνο και φώναξε, με την χαρακτηριστική προφορά του προαστειακού Λίβερπουλ:

– «ΑΕΙ ΧΑΣ’ ΣΙΑ ΠΕΡΑ ΜΑΡ’ ΧΑΜΟΥΡΑ ΜΟΥ’ΧΕΙΣ ΦΑΕΙ ΤΗ ΜΠΖΥΧΗ!»

Και πούλησε το διαμαντένιο δαχτυλίδι και αγόρασε μια ΠΕΛΩΡΙΑ τούρτα με ΣΟΚΟΛΑΤΑ και με ΦΡΑΟΥΛΑ και με ΙΝΔΟΚΑΡΥΔΟ και με ΤΡΙΜΜΕΝΑ ΦΥΣΤΙΚΙΑ ΑΙΓΙΝΗΣ. Και την έφαγε όλη. Και ξέχασε τη γκόμενα, και άρχισε να γράφει σοβαρά τραγούδια. Και οι τέσσερις φίλοι έγιναν πλούσιοι.

Και ακόμα και σήμερα, αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια, εαν αντέξει να κοιτάξει κανείς προσεκτικά στη μούρη του Μακάρτνευ, μπορεί να διακρινει φευγαλέα αυτό που κάποτε ήταν τα απομεινάρια μιας τούρτας.

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματική πινακίδα


Ο άνθρωπος που ίσως να υπήρχε

Κανείς δε θυμόταν πόσα χρόνια πέρασαν απο την τελευταία φορά που κάποιος τον είδε – η τουλάχιστον, νόμιζε οτι τον είδε. Άκόμα και οι συνθήκες κάτω απο τις οποίες εξαφανίστηκε ήταν μυστηριώδεις, και οι άνθρωποι είχαν σιγά σιγά ξεχάσει ακόμα και την εποχή πρίν την τελευταία βεβαιωμένη εμφάνιση του – που ακόμα και γι’αυτήν, κανείς δεν ήταν απολύτως σίγουρος, και τα σχετικά δεδομένα ήταν δύσκολο να στηριχθούν. Τα περισσότερα ήταν κάποια παλιά αποκόμματα εφημερίδων, γραμμένα σε περίεργες γλώσσες, που ανέφεραν την εξαφάνιση κάποιου, τόσο αόριστα που μπορεί κάλλιστα και να μην ήταν ο ίδιος.

Κάποιοι είπαν οτι εξαφανίστηκε με τη θέληση του, κάποιοι άλλοι σκέφτηκαν οτι μπορεί να έπαθε κάτι, αλλά κανείς δεν μπήκε στον κόπο να επιβεβαιώσει τις ιστορίες που συχνά πυκνά ακούγοταν σε ο,τι είχε απομείνει απο παλιές παρέες που όλο και λιγότερο συζητούσαν γι’αυτόν. Μέχρι που σιγά σιγά μεταξύ τους τρύπωσαν οι ασυμφωνίες, και ο καθένας τον θυμόταν σαν κάτι όλο και περισσότερο διαφορετικό απο όλους τους υπόλοιπους, κάνοντας τους να αναρωτιούνται για το αν γνώρισαν πραγματικά τον ίδιο άνθρωπο.

Ορισμένοι είπαν οτι το έκανε επίτηδες – πως χάθηκε κάπου σε κάποιο μέρος που θα ήταν αδύνατον να βρεθεί, σε ένα απο κείνα τα ταξίδια του, που γινόντουσαν όλο και πιο συχνά, ολο και πιο μακριά, στη διάρκεια των οποίων κανείς δεν έρχοταν σε επαφή μαζί του – απλώς εξαφανιζόταν για μεγάλα διαστήματα, για να εμφανιστεί ξανά σε κάποιο άλλο μέρος της γής, τόσο αθόρυβα όσο εξαφανίστηκε. Κάποιοι άλλοι είπαν οτι μπορεί απλά να άλλαξε, να εξαφανίστηκε και να ξαναεμφανίστηκε σαν κάποιος άλλος, χωρίς κανένα συνδετικό κρίκο που να μπορεί να τον δέσει με το παρελθόν και με τους ανθρώπους που κάποτε τον γνώριζαν

Ακόμα και το όνομα του ήταν κοινό, τόσο κοινό που δεν θα το ξεχώριζες απο τα τόσα άλλα ονόματα ενος τηλεφωνικού καταλόγου. Λέγεται οτι κάποιοι έψαξαν να τον βρούν – αλλά κανείς ποτε δε μπόρεσε να μιλήσει με κάποιον που να ήξερε τι του συνέβη, που να είχε αδιάψευστες αποδείξεις οτι τον είχε συναντήσει, η έστω που να μπορούσε να δώσει κάποια χρήσιμη πληροφορία γι’αυτόν. Σκόρπιες αναφορές εμφανίσεων η γνωριμιών που θα μπορούσαν να ταίριαζαν σε οποιονδήποτε άλλον, που τους έκαναν να αμφιβάλλουν για το αν βρήκαν τελικά τον ίδιο άνθρωπο, η αν απλά έπεσαν επάνω σε συμπτώσεις τόσο μπερδεμένες που τους έκαναν να αμφιβάλλουν για τις ίδιες τους τις μνήμες.

Μέχρι που τελικά ο χρόνος ξεθώριασε ακόμα και τις δικές τις μνήμες, που κάποτε, τον πρώτο καιρό, ήταν τόσο δυνατές που πίστευε ακράδαντα οτι αποκλείεται να τον ξεχάσει ποτέ. Η μορφή του αναμίχθηκε με τα πρόσωπα τόσων άλλων και ξεθώριαζε μέρα με τη μέρα, τα λόγια του μπερδεύτηκαν με τις σκέψεις τρίτων, μέχρι που τελικά ακόμα και η ίδια έφτασε να αμφιβάλλει για τον εαυτό της, και να ξεχνάει σιγά σιγά το παρελθόν που μοιράστηκε με τον άνθρωπο που ίσως κάποτε να υπήρξε.


Το τρένο που δε σταματάει ποτέ

Δε θυμάμαι πόσα χρόνια έχουν περάσει απο τότε που πήρα το τρένο.

Θυμάμαι οτι ήταν ενα δροσερό φθινοπωρινό απόγευμα. Έπρεπε να πάω στο Δομοκό για ενα ραντεβού με κάποιο συμβολαιογράφο. Ούτε που ήξερα οτι φύτρωναν συμβολαιογράφοι στο Δομοκό, μέχρι που μια μέρα τα κακάρωσε εκείνος ο θείος, που κανένας στην οικογένεια δε θυμόταν οτι υπήρχε, αφήνοντας για κληρονομιά εξ αδιαιρέτου σε 7 συνδικαιούχους ενα τεράστιο χαρτομάνι για κάτι χωράφια με ελιές και τρία κατσίκια – χαρτομάνι που κάποιος έπρεπε να ξεκαθαρίσει.

Μισώ αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου που χρησιμοποιεί σήμερα ο κόσμος για όλες του τις δουλειές, οπότε αγόρασα εισητήριο με τον παραδοσιακό τρόπο – περιμένοντας στο γκισέ. Ξαφνικά τράβηξε την προσοχή μου η πινακίδα με τις τιμές των εισητηρίων.

Intercity, 30000 δραχμές.
Intercity Express, 50000 δραχμές.
Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ, 60000 δραχμές. 

Η διαφορά ήταν μικρή, και αυτό το τρένο δεν το είχα πάρει ποτέ – έτσι όταν έφτασε η σειρά μου είπα στην υπάλληλο πίσω απο το γκισε, που με κοίταζε με ύφος βαριά μαστουρωμένης φώκιας:

– «Ενα για Δομοκό με Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ, παρακαλώ.»

Η φώκια το σκέφτηκε για λιγάκι, κούνησε τα μουστάκια της, και με ρώτησε

– «Είστε σίγουρος;»

– «Ναι. Δεν το εχω ξαναπάρει ποτέ»

– «Εντάξει τότε», έκανε.

Πάτησε κάτι κουμπιά, και ενα εισητήριο τυπώθηκε στον εκτυπωτή της.

– «Εξήντα χιλιάδες».

Έβγαλα απο το πορτοφόλι μου δώδεκα χαρτονομίσματα των πέντε χιλιάδων δραχμών, εκείνα με τη φάτσα εκείνου του καραφλού που είχε γίνει υπουργός οικονομικών για κανένα μήνα περίπου, και της τα έδωσα.

– «Γραμμή τέσσερα. Το τρένο φεύγει στις οχτώ», είπε η φώκια, προσπαθώντας να μιμηθεί τη φωνή εκείνου του τραγουδιστή που απαγορεύεται να λέμε τ’όνομα του.

Ήταν ήδη οχτώ παρα τέταρτο, οπότε πήρα το εισητήριο και ανέβηκα στις πλατφόρμες. Έψαξα να βρώ το βαγόνι μου, μπήκα και κάθησα σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Το τρένο ξεκίνησε. Με το που βγήκαμε απο την πόλη, το τοπίο άλλαξε, και η θέα των απέραντων χωραφιών που εκτείνοταν ως τον ορίζοντα σε συνδυασμό με το γλυκό κούνημα του τρένου, με νανούρισαν σχεδόν αμέσως. Ξύπνησα απο ενα άσχημο όνειρο και κοίταξα γύρω μου. Δεν ήξερα πόση ωρα είχε περάσει. Κοίταξα γύρω μου συγχυσμένος απο τον ύπνο, και προσπάθησα να καταλάβω που βρισκόμαστε.

Σε λίγη ώρα, το τρένο πέρασε απο το σταθμό στον Παλαιοφάρσαλο χωρίς να σταματήσει. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Είχα παρακοιμηθεί και έχασα τη στάση μου.

Σηκώθηκα απο τη θέση μου και διέσχισα τα βαγόνια, ψάχνοντας να βρώ τον ελεγκτή που μου χτύπησε το εισητήριο – ένας τύπος λίγο πριν τη σύνταξη, με γκριζαρισμένο μουστάκι μάλλον δανεισμένο απο τα αζήτητα του Νίτσε. Τελικά τον βρήκα, στο βαγόνι αμέσως μετά το ρεστωράν. Μία ματιά στο ύφος του ήταν αρκετή για να λυπηθώ αυτομάτως τη γυναίκα του.

– «Παρακοιμήθηκα και έχασα το σταθμό μου», του είπα. «Έπρεπε να κατεβώ στο Δομοκό».

Σκέφτηκε το πρόβλημα με όλη τη σοβαρότητα που του άξιζε, και μου αποκρίθηκε:

– «Δεν πειράζει. Απλά θα πληρώσετε το πρόστιμο μόλις φτάσουμε στο τέρμα».

– «Δε μπορώ να κατεβώ στον επόμενο σταθμό;»

– «Οχι. Ειναι Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ. Δε σταματάμε σε κανένα σταθμό».

– «Δηλαδή ούτε στο Δομοκό σταματήσαμε;»

– «Οχι», απάντησε.

– «Και πότε φτάνουμε στο τέρμα;» τον ρώτησα.

Κούνησε τα μουστάκια του ειρωνικά.

– «Όταν φτάσουμε», αποκρίθηκε.

Δε μπορούσα να κάνω πολλά. Κάθησα ξανά στη θέση μου και συγκεντρώθηκα στο τοπίο. Τα χέρσα λιβάδια διακόπτοταν απο καλλιεργημένες εκτάσεις, και οι σταθμοί διαδέχοταν ο ένας τον άλλον  χωρίς το τρένο να σταματάει ποτέ.

Στην αρχή τα ονόματα των σταθμών μου ήταν οικεία. Λάρισσα, Κατερίνη. Το τρένο δε σταμάτησε στη Θεσσαλονίκη. Παραξενέυτηκα.  Οι υπόλοιποι επιβάτες δεν έδειχναν να νοιάζονται ιδιαίτερα. Οι σταθμοί συνέχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Τα ονόματα των σταθμών έγιναν ξενικά. Svilengrad, Dabovo. Τρόμαξα.

Εψαξα πάλι να βρώ τον μουστάκια. Τελικά τον ανακάλυψα να κοιμάται σε ενα σκαμπώ δίπλα στις τουαλέτες. Ξαναλυπήθηκα τη γυναίκα του, αλλά είχα πια θυμώσει πολύ για να κρατήσω το ευγενικό μου ύφος.

– «Πότε θα φτάσουμε επιτέλους σ’αυτό το τέρμα;»

– «Οταν φτάσουμε», απάντησαν τα μουστάκια.

– «Θέλω να κατέβω εδω»

– «Μπορείτε να κατέβετε όποτε θέλετε. Ανοίξτε την πόρτα και βγείτε. Δε σας εμποδίζει κανένας»

– «Ενω τρέχουμε με τέτοια ταχύτητα; Θα είστε τρελός. Πότε θα σταματήσουμε;»

– «Δε θα σταματήσουμε. Είναι Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ».

Ξανακάθησα στη θέση μου. Οι μέρες διαδέχοταν τις νύχτες, και οι νύχτες τις μέρες, και τα λιβάδια διαδέχοταν ακόμα περισσότερα λιβάδια. Τα ονόματα των σταθμών άρχισαν να γίνονται όλο και πιο άγνωστα, όλο και πιο περίεργα. Azalotl, Axothoth, μέχρι που άρχισαν να γράφονται σε γλώσσες που δε γνώριζα, και σταμάτησα να δίνω σημασία.

Οι μέρες έγιναν βδομάδες, και οι βδομάδες έγιναν μήνες. Κάθε μέρα τρώγαμε στο εστιατόριο του τρένου που περιέργως έδειχνε να μη χρειάζεται ποτέ ανεφοδιασμό. Τρίτη – Πέμπτη μακαρόνια.

Κάποιοι αντέδρασαν, φώναξαν μάταια, μάλιστα ένας προσπάθησε να κατέβει απο το τρένο εν κινήσει. Όντως μπόρεσε να ανοίξει την πόρτα. Ακόμα θυμάμαι τις κραυγές του καθως έπεφτε απο το τρένο που κινούταν με 120 χιλιόμετρα την ώρα. Ο μουστάκιας κούνησε το κεφάλι του σαν να ήταν κάτι συνηθισμένο, και ξανάκλεισε την πόρτα.

Σιγά σιγά, οι επιβάτες, απο άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, άρχισαν να πιάνουν κουβέντα. Την ανησυχία και το θυμό διαδέχτηκε μια παράξενη οικειότητα. Σαν να ήμασταν δεμένοι όλοι απο την ίδια μοίρα. Οι συζητήσεις μας έγιναν όλο και πιο ενδιαφέρουσες. Σιγά σιγά μοιραστήκαμε τα πάθη μας και τους φόβους μας, τις σκέψεις και τις ανησυχίες μας. Το ενδιαφέρον διαδέχτηκε η βαρεμάρα, καθώς ολα όσα είχαν να ειπωθούν συνέχεια λιγόστευαν. Η οικειότητα γέννησε πάθη, τα πάθη γέννησαν έρωτες,, μίση, αντιζηλείες μεταξύ των επιβατών. Οι μήνες περνούσαν, και το τρένο δε σταματούσε ποτέ. Κανείς δεν έδειχνε να νοιάζεται πια για τους σταθμούς η τον προορισμό.

Τελικά κόπασαν ακόμα και τα πιο έντονα συναισθήματα. Ένα ζευγάρι παντρεύτηκε πάνω στο τρένο, και ύστερα απο λίγους μήνες χώρισε. Ο καθένας πήρε το δρόμο του, και εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικά βαγόνια.

Ο χρόνος περνούσε, και οι μήνες διαδέχοταν τα χρόνια, χωρίς κανείς να νοιάζεται πια να τα μετρήσει. Κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε, τρώγαμε, κοιτάζαμε τα λιβάδια να διαδέχονται το ένα το άλλο. Για κάποιο περίεργο λογο, ο χρόνος ήταν παράξενος στο Τρένο που Δε Σταματάει Ποτέ. Δε σου έδινε την εντύπωση οτι περνούσε – ούτε αργά ούτε γρήγορα. Τα μόνα σημεία αναφοράς ήταν οι μέρες που διαδέχοταν τις νύχτες, και οι νύχτες που διαδέχοταν τις μέρες, ώσπου πιά κανείς δε νοιαζόταν να μετρήσει νύχτες, μέρες, βδομάδες, μήνες η χρόνια.

Καθόμουν στη θέση μου και κοίταζα τα λιβάδια, όταν με πλησίασαν τα μουστάκια.

– «Είναι η σειρά σας», μου είπαν.

– «Για τι πράγμα;» ρώτησα, μάλλον ενθουσιασμένος που επιτέλους κάτι συνέβαινε.

– «Για την ακρόαση σας. Κάθε επιβάτης μπορει να δεί μια φορά τον Τρέναρχο»

– «Τρέναρχος;»

– «Ναι, συνήθως οι μηχανοδηγοί είναι Τρεναγοί, αλλά αυτό το τρένο δεν είναι συνηθισμένο. Είναι το Τρένο που Δε Σταματάει Ποτέ. Ο μηχανοδηγός μας είναι Τρέναρχος. Θα τον δείτε αύριο. Είναι πολύ δύσκολο να συναντήσετε Τρέναρχο, ξέρετε»

Επιτέλους θα έπαιρνα κάποιες απαντήσεις. Οχι οτι οι απαντήσεις με ένοιαζαν πιά ιδιαίτερα, αλλά οσο και να το κάνουμε, ήμουν λιγάκι περίεργος. Ντύθηκα επίσημα – τα μουστάκια μου βρήκαν μέχρι και πουκάμισο, παρότι υποψιαζόμουν οτι ήταν το ίδιο ενα πουκάμισο που φορούσαν όλοι όσοι επισκέπτοταν τον Τρέναρχο. Διασχίσαμε όλα τα βαγόνια, και σταθήκαμε στην τελευταία πόρτα. Τα μουστάκια, χτύπησαν την πόρτα διακριτικά. Ακούστηκε ενας θόρυβος, και η πόρτα ξεκλείδωσε. «Περάστε», μου είπαν τα μουστάκια. «Έχετε δέκα λεπτά».

Μπήκα μέσα. Ηταν μια σκοτεινή αίθουσα που έπιανε το μισό βαγόνι, γεμάτη πίνακες και όργανα ελέγχου. Προχώρησα μπροστά. Κάποιος κάθοταν στο κάθισμα του οδηγού και κοίταζε ίσια μπροστά. Τα φώτα του τρένου φώτιζαν τις γραμμές και ενα μέρος απο τα λιβάδια που διαδέχοταν το ένα το άλλο. Κάθησα στο διπλανό κάθισμα και κοίταξα για λίγο τις γραμμές. Το θέαμα ήταν υπνωτικό.

Γύρισα και κοίταξα τον Τρέναρχο. Φορούσε συνηθισμένη στολή Τρέναρχου, με όλα τα προβλεπόμενα σειρήτια. Ο Τρέναρχος εξακολουθούσε να κοιτάζει μπροστά.

– «Ευχαριστώ που με δεχτήκατε, κύριε Τρέναρχε».

Ο τρέναρχος συνέχισε να κοιτάζει μπροστά. Σαν να μην υπήρχα.

– «Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση», είπα διστακτικά μετά απο λίγο.

Επιτέλους ο Τρέναρχος απάντησε.

– «Όλοι θέλουν», είπε.

Μάζεψα όσο θάρρος μου είχε απομείνει.

– «Πότε θα φτάσουμε στον προορισμό, κύριε Τρέναρχε;», ρώτησα γεμάτος αγωνία.

– «Και πάντα είναι η ίδια ερώτηση…», σχολίασε ο Τρέναρχος.

Κοκκάλωσα. Έμεινα να κοιτάζω για λίγο τις γραμμές που φωτίζοταν, και τα λιβάδια που διαδέχοταν το ένα το άλλο.

Ο Τρέναρχος στράφηκε προς το μέρος μου.

– «Είμαστε ήδη στον προορισμό, δεν το κατάλαβες;», είπε. «Πάντα ήμασταν».

Κοίταξα τον Τρέναρχο και η καρδιά μου σταμάτησε.

Στη θέση των ματιών του έχασκαν δυο πελώριες, ολοσκότεινες, κατάμαυρες τρύπες.