Μια ιστορία με δράκο

Ο Ιππότης χτύπησε με βρόντο την πόρτα της κρυψώνας με το τεράστιο σπαθί του. Ο ήχος ακούστηκε υπόκωφος μέχρι τα πέρατα του έρημου λιβαδιού.

«Ανοιξε, δράκε!», φώναξε ο Ιππότης. «Ξέρω οτι την έχεις κλειδωμένη εδω μέσα! Βρήκα την κρυψώνα σου απο τον καπνό της καμινάδας! Ποιός ανάβει τζάκι μέσα στη μέση του καλοκαιριού;«

Ο Ιππότης ξαναχτύπησε την πόρτα ακόμα πιο δυνατά.

Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε λιγάκι, και απο το άνοιγμα προέβαλλε το κεφάλι της Πυργοδέσποινας. Γούρλωσε τα μάτια της, και ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα, έπεσε στην αγκαλιά του Ιππότη και τον φίλησε.

– «Αγαπημένε μου, γενναίε μου Ιππότη, ήρθες να με σώσεις!»

– «Πέρασα κάμπους και βουνά και δάση και λαγκάδια, αλλά ναι! Επιτέλους σε βρήκα, αγαπημένη μου! Θα σκοτώσω αυτό το τέρας που σε κρατάει φυλακισμένη και…»

– «Κάτσε, μισό, μη βιάζεσαι», τον διέκοψε η Πυργοδέσποινα. «Πρίν κάνεις οτιδήποτε, πρέπει να σου πω κάτι».

Η Πυργοδέσποινα χαμήλωσε το βλέμμα και κοκκίνισε ελαφρά.

– «Ξέρεις, όταν με απήγαγε ο δράκος ήμουν κατατρομαγμένη. Παρακαλούσα μέρα και νύχτα να έρθεις να με σώσεις!»

– «Εδω είμαι, αγαπημένη μου! Περίμενε να λογαριαστώ με το δράκο και πάμε στον πύργο μας να παντρευτούμε!», απάντησε ο Ιππότης.

– «Μετά όμως κάτι άλλαξε…», συνέχισε η Πυργοδέσποινα κοκκινίζοντας,

«ΤΙ;» απάντησε ο Ιππότης αγριεμένος. «Μη μου πείς οτι αυτό το ΤΕΡΑΣ προσέβαλλε την…»

Ο Ιππότης προσπάθησε να παραμερίσει την Πυργοδέσποινα θυμωμένος, αυτή όμως κράτησε σταθερά τα χέρια του.

– «Περίμενε, αγαπημένε μου!» του είπε. «Παντα σ’αγαπώ και πάντα θα σ’αγαπώ. Αλλα πρίν κάνεις οτιδήποτε, άκουσε με τουλάχιστον! Δεν αξίζω αυτή τη χάρη;» τον ρώτησε.

Ο Ιππότης ηρέμησε λιγάκι. «Πες μου τι θέλεις να μου πεις», είπε στην Πυργοδέσποινα.

Η Πυργοδέσποινα σήκωσε τα καταπράσινα μάτια της και τον κοίταξε.

– «Απάντησε μου ειλικρινά, αγαπημένε μου Ιππότη. Οτι και να πείς, θα καταλάβω. Έχεις πάει ποτέ σου με άντρα;»

Ο Ιππότης κοκκίνησε.

– «Η ερώτηση σου προσβάλλει την ανδρεία μου και την ιπποτική μου τιμή!», φώναξε θυμωμένα ο Ιππότης. «Αλλα η αγάπη μου για σένα είναι τόσο μεγάλη που ποτέ δε θα σου πω ψέμματα. Ε λοιπόν, ναί, εχω πάει. Ηταν εκείνη τη νύχτα που είχαμε μεθύσει με αψέντι στον πύργο του Δούκα του Γουε…»

Η Πυργοδέσποινα γέλασε και άγγιξε τα χείλη του Ιππότη απαλά με το δάχτυλο της. «Σώπα, σώπα», του είπε. «Δεν το είπα για κατηγορία».

Ξαφνικά το χαμόγελο της πήρε μια λίγο πονηρή έκφραση. Τύλιξε τα χέρια της γύρω απο το λαιμό του και τον κοίταξε με τα καταγάλανα μάτια της.

– «Δράκος όμως σε έχει γλύψει ποτέ;», τον ρώτησε η Πυργοδέσποινα, γελώντας πονηρά.

Ο Ιππότης έγινε κατακόκκινος απο ντροπή. «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ…», φώναξε, αλλά η Πυργοδέσποινα τον διέκοψε ξανά.

– «Αχ, εσείς οι άντρες!», αναφώνησε η Πυργοδέσποινα γελώντας. «Ποτέ δε μάθατε να απολαμβάνετε το σέξ».

«Γλείψει, εννοείς», είπε ο Ιππότης παίρνοντς το διδακτικό του ύφος. Η Πυργοδέσποινα τον κοίταξε απορημένη.

«Γλείψει», συνέχισε ο Ιππότης. «Με έψιλον γιώτα. Με ύψιλον σημαίνει…»

Η Πυργοδέσποινα γέλασε. «Το ξέρω τι σημαίνει, χαζούλη μου. Επίτηδες το είπα με ύψιλον, για σπάσιμο στους ιντερνετικούς γλωσσαμύντορες»

«Τους Ιντερ-τιιι;», ρώτησε απορημένος ο Ιππότης.

Η Πύργοδέσποινα γέλασε, αρπαξέ το σπαθί του Ιππότη και το πέταξε στην άκρη. «Ελα, πάμε μέσα», του είπε. Έστρεψε το βλέμμα της στον ουρανό κοκκινίζοντας, και συνέχισε. «Αχ, είναι ΚΑΥΤΟΣ! Θα το διασκεδάσουμε με την ψυχή μας.»

– «Μα…», πήγε να πεί ο Ιππότης.

Η Πύργοδέσποινα τράβηξε τον Ιππότη απο το χέρι μέσα στην πόρτα της κρυψώνας.

– «Ασε τα μά», του είπε. «Θα περάσεις καλά. Τι ξέρεις για την ανατομία των δράκων;»

Η Πυργοδέσποινα έκλεισε την πόρτα πίσω της και την κλείδωσε.

– «Οχι πολλ..» ακούστηκε αργοσβήνοντας η φωνή του Ιππότη μέσα απο το βάθος της κρυψώνας αναμεμιγμένη με τα βήματα και των δυο τους στην ξύλινη σκάλα της κρυψώνας, και ύστερα η σιγαλιά απλώθηκε ξανά στο απέραντο λιβάδι.

Και έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.


Μια βαρετή ιστορία αγάπης

Ήταν κάποτε που λέτε παιδιά μου σε μια μακρινή χώρα, μια πανέμορφη γοργόνα με μακριά, καλλίγραμμη ουρά, που τα μαλλιά της έπεφταν κυματιστά στους ώμους της καθώς βούταγε στα καταγάλανα νερά της θάλασσας, έπαιζε με τα καλαμάρια, και πείραζε τους περαστικούς ψαράδες.

Μια μέρα που είχε άδεια, γνώρισε σε ενα μπαράκι εναν εντυπωσιακό κένταυρο. Δυνατός, μυώδης, έξυπνος και γοητευτικός, ο κένταυρος εντυπωσιάστηκε απο την ομορφιά της γοργόνας, την κέρασε ένα ποτό, το ένα έγινε δύο, άρχισαν τα σούξου μούξου και τα υπονοούμενα, «πάμε σπίτι σου να σου δείξω που το έχουν οι γοργόνες», «οχι πάμε στο δικό σου να σου δείξω τι κάνουν οι κένταυροι στα τέσσερα», ε να μη σας τα πολυλογώ παιδιά μου τελικώς ο κένταυρος και η γοργόνα εγαμήθωσιν δίχως αύριο και με τα πολλά έκαναν ενα παιδάκι.

Το παιδάκι όμως πήρε το λάθος μισό απο τον καθένα απο τους γονείς του και βγήκε ενας βαρετός, συνηθισμένος, πληκτικός άνθρωπος, και πήγε σχολείο και μεγάλωσε και διορίστηκε δημόσιος υπάλληλος και πέρασε όλη του τη ζωή βαρώντας σφραγίδες σε κάποιο ληξιαρχείο στα Μέθανα.


Το Χάπι

Σε κάποιο από τα ταξίδια που έκανα τα τελευταία χρόνια, συνάντησα έναν παλιο φίλο. Πάνω στην κουβέντα μου είπε ότι είχε βρει κάπως κάπου ένα φοβερό χάπι που λέει το παίρνεις και σου διορθώνει το άγχος και τη συγκέντρωση, η τη συγκέντρωση και τη μνήμη – δε θυμάμαι ακριβώς, πάντως ήταν καποιο πράγμα από το οποίο υποφέρω και εγώ.

Μ’αυτα και με κεινα, μου έδωσε ένα χάπι. Του υποσχέθηκα να το δοκιμασω και να του πω αποτελέσματα, αλλά σκέφτηκα ας το κρατήσω για κάποια άλλη φορά. Κοιταξα το χαπι. Δεν ήταν ούτε συνηθισμένο ούτε ασυνήθιστο στην όψη. Έμοιαζε με ενα απλό χάπι σαν αυτά που μπορείτε να βρείτε σε οποιοδήποτε φαρμακείο. Το έβαλα στην τσάντα μου και το ξέχασα.

Πρέπει να είχα περάσει από 2 η 3 αεροδρόμια με το χάπι στην τσάντα μου, όταν μου φεξε και το έβγαλα από κει και κάπου το καταχωνιασα.

Που ομως; Άγνωστο. Η έλλειψη συγκέντρωσης, βλεπετε.

Η μπορεί και να μην το καταχωνιασα, και να βρίσκεται ακόμα σε κάποια πτυχή μιας βαλίτσας από αυτές που τις παίρνω μαζί μου στα κατά καιρούς ταξίδια μου, η στην τσέπη κάποιου παντελονιού η μπουφάν.

Κάθε φορά που βρίσκομαι σε καποιο αεροδρόμιο, θυμάμαι Το Χάπι. Αναρωτιέμαι τι να κάνει, σε ποια σκοτεινή γωνία να βρισκεται άραγε. Αν με σκέφτεται ποτέ ποτέ, η αν ακόμη θυμάται καν την ύπαρξη μου.

Και εάν ποτέ, αγαπητοί μου αναγνώστες, ακούσετε για κάποιον μαλάκα που χωσανε σε καμμια εξωτική φυλακή κάποιας περιεργης τροπικης ασιατικής χώρας, για ενα χαπι αγνωστου προελευσεως, τοτε τουλαχιστο για ενα πραγμα θα μπορειτε πια να είστε σιγουροι:

Το χαπι εχει επιτέλους βρεθεί.


Μια ιστορία κοχλιάριων

Σε κάποια από τις Θείες Λειτουργίες του μακαριστού πλέον παπά-Σταύρου (+2018) προσήλθε για να κοινωνήσει και ένας Ελληνοαμερικανικός κάπου στα 40 του.

Όταν έφτασε η σειρά του Έλληνα ομογενή για να λάβει την Θεία Κοινωνία συνέβη κάτι που συντάραξε τον κεκοιμημένο παπά-Σταύρο: Προσπάθησε 2-3 φορές να βγάλει την Αγία Λαβίδα από το Άγιο Δισκοπότηρο, χωρίς εν τούτοις αυτό να είναι δυνατό! Η Αγία Λαβίδα είχε κυριολεκτικά «κολλήσει» μέσα στο Άγιο Δισκοπότηρο.

Ο μακαριστός και έμπειρος ιερέας του Υψίστου με απλότητα, πραότητα και πατρικό λόγο λέει ψιθυριστά στον Ελληνοαμερικανό: «Στάσου λίγο πιο πέρα, περίμενε, μη φύγεις». Αφού κοινώνησαν οι εκκλησιαζόμενοι, ο παπά-Σταύρος είπε στον Έλληνα ομογενή: «Πέρασε μέσα στο Ιερό και περίμενε».

Στη συνέχεια και αφού τελείωσε η Θεία Λειτουργία και την κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, ο π. Σταύρος έβαλε το πετραχήλι του και άρχισε να εξομολογεί τον ομογενή. «Πες παιδί μου για τη ζωή σου. Με τι ασχολείσαι; Που εργάζεσαι; κλπ..».

Ομογενής: «Πάτερ εργάζομαι σε μία διάσημη εταιρεία πληροφορικής στην Αμερική. Παίρνω έναν τεράστιο μισθό που έχει επίσης και πολλά άλλα οικονομικά κίνητρα, παροχές και εξτρά ανταμοιβές. Είμαστε πρωτοπόροι στον κλάδο μας και ειδικά σε θέματα παρακολούθησης, ελέγχου και εμφυτευμάτων τσιπ σε ανθρώπους. Και φυσικά έχω και εγώ ένα τέτοιο εμφύτευμα στο χέρι μου..».

Παπά-Σταύρος: «Άκουσε παιδί μου, αυτός είναι ο λόγος που το Πανάγιο Σώμα και το Πανακήρατο Αίμα του Κυρίου μας δεν ήθελε να έρθει στο δικό σου σώμα! Είναι εμπόδιο αυτό το τσιπ που φέρεις στο χέρι σου. Διότι, παιδί μου, όταν οι άνθρωποι λάβουν αυτό το τσιπ η σφράγισμα του αντιθέτου, αρνούνται τον Κύριο! Όταν επιστρέψεις στην Αμερική, πρέπει να φροντίσεις να αφαιρεθεί από το σώμα σου αυτό το τσιπ.

Το συντομότερο δυνατό. Διότι, παρά το γεγονός ότι είσαι βαπτισμένος Ορθόδοξος Χριστιανός, παραταύτα, έχει ήδη φύγει από επάνω σου η Θεία Χάρις με αυτό το εμφύτευμα του αντιθέτου. Κλπ».

Το επόμενο καλοκαίρι, ο ίδιος Ελληνοαμερικανικός πάει πάλι στον Ιερό Ναό και στον παπά -Σταύρο για να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει. Αυτή τη φορά όλα γίνονται κανονικά, χωρίς προβλήματα και εκπλήξεις. Στο τέλος της ιεράς Ακολουθίας ο παπά-Σταύρος ρώτησε τον ομογενή: «Τι έκανες παιδί μου με το τσιπ και σήμερα όλα πήγαν κατά την ευχή του Θεού;».

Έλληνας ομογενής: «Πάτερ, πέρυσι, με το που επέστρεψα στις ΗΠΑ πήγα αμέσως και υπέβαλα την παραίτησή μου στην εταιρεία όπου εργαζόμουν και στη συνέχεια, μετά από χειρουργείο, αφαιρέθηκε το τσιπάκι από το χέρι μου. Πλήρωσα γι΄ αυτή την επέμβαση πολλές χιλιάδες δολλάρια. Το δικό μου τσιπάκι ήταν τύπου τατουάζ με μικροβελόνες και για αυτό το λόγο χρειάσθηκε πολύωρη χειρουργική επέμβαση για να μου αφαιρεθεί, μαζί και με ένα κομμάτι από το σώμα μου! Μετέπειτα, μου εμφυτέψανε ενα πιο καινούριο τσιπάκι που είναι στη version 2.1 που είναι συμβατή με τα ανατολικορθόδοξα δισκοπότηρα, και απο τότε δεν αντιμετωπίζω κανένα απολύτως πρόβλημα!»


Μια ιστορία σύνθετων ζώων

Κάποτε παιδιά μου, τα παλιά τα χρόνια που δεν είχε ακόμα ανακαλυφθει η γενετική, και τα ζώα ζευγάρωναν ελεύθερα και ανεμπόδιστα μεταξύ τους, γεννώντας καναρινόκερους, ελαφίδια, ιπποπόκαμπους και γατάρανδους, την εποχή εκείνη λοιπόνε, ήτανε σε ενα λιβάδι ενα πάρα πολύ αγαπημένο ζευγάρι.

Μια κάτασπρη φοράδα με φουντωτή χαίτη και ενα γλυκύτατο ροζ γουρούνι με πέος σαν εκπωματιστήρας φιαλών και μύτη σα μπρίζα IEC CEE 7/3. Ηταν τόσο ερωτευμένα αυτά τα δυο ζώα, που καμμία απο τις τεράστιες διαφορές τους δε μπορούσε να γίνει εμπόδιο στην αγάπη που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον.

Μάλιστα, όταν έφτασε η ώρα, πήραν τη μεγάλη απόφαση να κάνουν ενα παιδάκι για να ολοκληρώσουν την οικογένεια τους.

Δυστυχώς όμως το παιδάκι τους βγήκε εντελώς άτολμο, άβουλο και με τόσο ασθενή χαρακτήρα και θέληση, που το εκμεταλλεύοταν στυγνά όλα τα άλλα ζώα, ακόμα και οι καναρινόκεροι και οι γατάρανδοι.

Ηταν το γνωστό σε όλους μας ιπποχοίριο.

[Διεφκρινιστική Ιπποσημείωση: Η ιστορία αυτή γράφτηκε με αποκλειστικό σκοπό να βγαίνει στα αποτελέσματα αναζήτησης όποτε κάποιος καημένος ψάχνει για εκπωματιστήρα φιαλών]


Γιατί δεν τρώω πια χταπόδια

Γύρω από το στόμα του χταποδιού ξεκινούν οχτώ βραχίονες (πλοκάμια) που περιβάλλονται από μια μεμβράνη. Οι βραχίονες, τα πλοκάμια του, είναι κυκλικής διατομής, χοντρά στην αρχή και λεπτά σαν κλωστή στο τέλος τους για να μπορούν να διεισδύουν σε οποιοδήποτε σχεδόν άνοιγμα. Τα πλοκάμια του αυτά είναι υπεύθυνα για σχεδόν όλες τις λειτουργίες και κινήσεις του και φέρουν καθ’ όλο το μήκος τους δύο σειρές μυζητήρες (βεντούζες) για να προσκολλούνται και να παγιδεύουν τη τροφή τους ή να το βοηθούν στις μετακινήσεις του και σε πολλές άλλες δραστηριότητες.

Κάθε πλοκάμι έχει 240 βεντούζες διαφόρων μεγεθών και κάθε πλοκάμι, σε ένα πλήρως ανεπτυγμένο χταπόδι, έχει δύναμη έλξης και συγκράτησης περίπου 20πλάσιου βάρους από το βάρους του. Η δύναμη έλξης ή προσκόλλησης κάθε βεντούζας ελέγχεται πλήρως από το χταπόδι και τα πλοκάμια λειτουργούν σαν πόδια, σαν χέρια και σαν εργαλεία. Πιάνουν, τυλίγουν, σφίγγουν, τραβάνε, ανοίγουν, κολλάνε κλπ εκτελώντας ότι εντολή τους δώσει ο εγκέφαλος.

Κάθε ζευγάρι πλοκαμιών χρησιμοποιείται για συγκεκριμένες εργασίες και πιο συγκεκριμένα τα δυο πλοκάμια που βρίσκονται εκατέρωθεν του άξονα των ματιών λέγονται «ραχιαία», είναι εξερευνητικά και υπεύθυνα για να αρπάζουν. Τα δύο επόμενα είναι τα «πλευρικά» που είναι κατάλληλα για να μαζεύουν πέτρες και όστρακα και τέλος τα υπόλοιπα 4 τα «κοιλιακά» χρησιμοποιούνται για το γάντζωμα του και μετακίνηση. Όλα τα πλοκάμια μπορούν να κάνουν τα πάντα και κάθε πλοκάμι μπορεί να κάνει και κάτι διαφορετικό. Μπορεί δηλαδή να λειτουργήσουν ανεξάρτητα. Ανεξάρτητα επίσης μπορούν να λειτουργήσουν και οι βεντούζες του. Έτσι το ένα πλοκάμι μπορεί να αρπάζει ένα καβούρι, ενώ ένα άλλο να αποκρούει κάποιο αντικείμενο που θεωρεί επικίνδυνο.

Όλα τα πλοκάμια του χταποδιού μπορούν να επιμηκύνονται και όταν μακραίνουν η διάμετρός τους μικραίνει. Πειράματα έδειξαν ότι ένα χταπόδι μέσου μεγέθους που ζυγίζει δύο με τρία κιλά μπορεί να μακραίνει τα πλοκάμια του κατά 10-12 εκατοστά. Τέλος οι βεντούζες των πλοκαμιών, ιδιαίτερα το μυζητικό επιθήλιο, περιέχει κύτταρα αφής και για να μπορεί το χταπόδι να αντιλαμβάνεται και να έχει γεύση από ότι αγγίζει. Τα χταπόδια σημειωτέον έχουν εξαιρετική αίσθηση και της αφής και της γεύσης ενώ αντιθέτως η ακοή τους είναι περιορισμένη.

Τα πλευρικά πλοκάμια του χταποδιού είναι μακρύτερα από τα αντίστοιχα κοιλιακά, τα ραχιαία είναι πιο κοντά ενώ στα αρσενικά το τρίτο δεξιά πλοκάμι τους διαφοροποιείται από πολύ μικρή ηλικία (όταν φτάσουν σε βάρος τα 70 γραμμάρια) σε όργανο μεταφοράς και εισαγωγής σπερματικού υλικού. Η απόληξή του μοιάζει με κουτάλι, λέγεται εκτοκοτύλη και περικλείει μικροσκοπικές κύστες σπέρματος, τις σπερματοφόρες. Στα ενήλικα χταπόδια το πλοκάμι αυτό είναι περίπου το 75% του αντίστοιχου απέναντι (του αριστερού).

Σε ενα υγιή πληθυσμό χταποδιών μπορούμε να υποθέσουμε οτι ο λόγος αρσενικών με θηλυκά είναι προσεγγιστικά 50/50. Ετσι, όπως καταλαβαίνετε, κάθε φορά που παραγγελνουμε χταπόδι, και εαν δεν έχουμε κάποιο λόγο να υποθέσουμε οτι ο ταβερνιάρης κάνει συγκεκριμένη επιλογή, έχουμε 1 / 2 * 8 = 0.0625 η αλλιώς 6.25% πιθανότητα να φάμε την πούτσα του χταποδιού.

Η πιθανότητα αυτή δεν είναι καθόλου μικρή, και γι’αυτό το λόγο αποφάσισα να σταματήσω να τρώω χταπόδια.


Μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία

May be an illustration

Ο δράκος ξαφνιάστηκε.

Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε :

– «Δεν φοβάσαι μην σε φαω» ;;;

– «Οχι, είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις.»

– «Δεν φοβάσαι μην σε φυλακίσω για πάντα ;;«

– «Οχι… όποτε θέλω εξαφανίζομαι!«, απάντησε.

Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω ;;

Η νεράιδα σάστισε. Δεν περίμενε αυτήν την ερώτηση.

«Οχι», απάντησε. «Ολοι κάποτε θελουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν!»

Και ο δράκος τοτε ένιωσε την επιθυμία να την αγκαλιάσει, όμως τα νυχια του κάρφωσαν την μικρή νεράιδα.

Θέλησε να τη φιλήσει, αλλά η καυτή ανάσα του της έκαψε τα φτερά.

Ο δράκος δάκρυσε, όμως τα δάκρυα του την έπνιγαν.

Η μικρή νεράιδα πέθανε στην αγκαλια του δράκου, και με τις τελευταίες της ανασες του ψυθίρισε στο αυτι απλά το μυστικό:

– «Δεν φτάνει να θες να αγαπήσεις… πρέπει και να μπορείς!«

Ο δράκος θύμωσε, θύμωσε πολύ που δε μπορούσε να αγαπήσει τη νεράιδα, και άνοιξε το στόμα του και την έκανε μια χαψιά.

Ένα κοκαλάκι όμως από το φτερό της νεράιδας του καθησε στο λαιμό και πνίγηκε.

Και ήρθαν οι Κινέζοι και μαγείρεψαν τον δράκο γεμιστό με νεράιδα τσιγαρισμενο σε φρέσκο κρεμμυδακι με χαυλιτζάνι και αστεροειδή γλυκάνισο και ψιλοκομμένα λαχανικά.

Και μαζεύτηκαν όλοι μαζί γύρω από το στρογγυλό τραπέζι και τον ανακατευαν με κάτι πελώρια ξυλάκια πετώντας τον στον αέρα και φώναζαν χαρούμενοι «撈起, 撈起!».

Και τον έφαγαν και χόρτασαν καλά και έζησαν όλοι τους ευτυχισμένοι και είχαν μια υπέροχη Χρόνια της τίγρης, γεμάτη υγεία, ευζωία και υλική αφθονία.


Ένα ταξίδι στο χρόνο

Έπιτέλους το όνειρο μου θα γίνοταν πραγματικότητα.

Μόλις είχα καταφέρει να διορθώσω και τα τελευταία μικροσφάλματα στην χρονομηχανή. Εδω και δυο χρόνια έκανα δοκιμές, κυρίως στέλνοντας ποντίκια πέντε λεπτά στο μέλλον και περιμένοντας να εμφανιστούν.

Στην αρχή βέβαια εμφανίζοταν μισά, πράγμα πολύ ενοχλήτικό για την καθαρίστρια μου, αλλά εντάξει, το διόρθωσα εύκολα αυτό. Μετά εμφανίζοταν και τα δυο μισά, με διαφορά μισού δευτερολέπτου, που το λες και μια σχετική επιτυχία, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο δεν πολυάρεζε στα ποντίκια.

Ύστερα εμφανίζοταν ολόκληρα μεν, αλλά με κάτι περίεργες αντιμεταθέσεις της σπλήνας στη θέση του αριστερού νεφρού και κάτι τέτοιες λεπτομέρειες για τις οποίες έφταιγε το default ordering ενός dict. Με τα πολλά κι αυτό το διόρθωσα, και πλέον ο,τι ζωντανό δοκίμασα να στείλω στο μέλλον η στο παρελθόν έφτανε υγιέστατο στον προορισμό του.

Βέβαια το πρωτότυπο της χρονομηχανής με το Raspberry PI και την κοπιπαστωμένη python απο το stack overflow δεν έλεγε και πολλά, αλλά δεν πειράζει, τη δουλειά του την έκανε, και αυτό έχει σημασία. Με τα λεφτά που θα έβγαζα θα κατάφερνα να τελειοποιήσω το προϊον.

Και μάλιστα είχα σκεφτεί μια φοβερή ιδέα, που δε θα χρειαζόμουν καν επενδυτές και άλλους αγύρτες φιλελέδες που θα μου έπαιρναν το πλειοψηφικό ποσοστό για μερικά ψωροεκατομμύρια. Απλά θα πήγαινα στο παρελθόν και θα κέρδιζα το τζάκποτ του λόττο ξέροντας ήδη τους αριθμούς, κι ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Δε θα το καταλάβαινε κανείς. Ούτε καν έγκλημα δεν ήταν.

Μπήκα στον ειδικό θάλαμο της χρονομηχανής, και ρύθμισα την ημερομηνία. Τρείς μέρες πρίν απο τη μεγάλη κλήρωση, 50 εκατομμυρίων. Δεν ήταν πολλά, και θα έπρεπε και να τα μοιραστώ τα μισά με τον νικητή της κλήρωσης που τα μάντεψε, αλλά δεν πειράζει – θα έφταναν για μια καλή αρχή.

Έριξα μια ματιά στα μόνιτορ γύρω μου, βεβαιώθηκα οτι όλες οι παραμέτροι ήταν ρυθμισμένοι στις σωστές τους τιμές, και πάτησα το μεγάλο μπλέ κουμπί.

Ξύπνησα στο κρεββάτι μου με πονοκέφαλο. Χασμουρήθηκα βαριεστημένα σαν ηλίθια τρίχρωμη πιτσιλωτή γάτα ύστερα απο χειμωνιάτικο χουζούρι στο τζάκι, και κοίταξα γύρω μου. Δε θυμόμουν τίποτα. Αναρωτήθηκα πόσο είχα πιεί την προηγούμενη νύχτα, και τότε θυμήθηκα.

Η χρονομηχανή. Έπιασα το κινητό δίπλα στο κομοδίνο και κατάφερα να το ξεκλειδώσω με την τρίτη προσπάθεια απο την ταραχή.

Κοίταξα την ημερομηνία. 29 Μαρτίου.

Η χρονομηχανή είχε δουλέψει. Ήμουν στο παρελθόν!

Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και δυο μικρά μεταλλικά αντικείμενα έπεσαν δίπλα στο κρεββάτι. Ο κρότος ήταν εκκωφαντικός, η λάμψη με τύφλωσε. Πρίν προλάβω να συνέλθω απο τη ζαλάδα, ένιωσα χέρια να με αρπάζουν και να με τραβούν σηκωτό απο το κρεββάτι. Κάποιος μου φόρεσε μια κουκούλα. Με έβγαλαν έξω και με πέταξαν κακήν κακώς σε ενα αυτοκίνητο.

Οταν μου έβγαλαν την κουκούλα, ήμουν δεμένος σε μια καρέκλα. Ενα απλό μεταλλικό τραπέζι μπροστά μου, γυμνοί τσιμεντένιοι τοίχοι, μια λάμπα πυρακτώσεως κρεμόταν απο το λιγδιασμένο καλώδιο της στο ταβάνι σαν φρούτο κάποιου περίεργου εξωτικού δέντρου.

Ο ένας καθόταν στην καρέκλα απέναντι μου. Οι άλλοι τρείς στέκοταν όρθιοι στον τοίχο απο πίσω. Φορούσαν όλοι στολές παραλλαγής και πάνω στον κόκκινο μπερέ τους ήταν γραμμένα τα αρχικά «ΟΠΑΠ ΕΔ».

«Που.. που είμαι;», κατάφερα να ψελλίσω

«Δεν έχει σημασία το που», απάντησε ο τύπος απέναντι μου με ενα σχεδόν αδιάφορο τόνο, σαν να το είχε πεί πολλές φορές μέχρι τώρα. «Αλλα το πότε».

«Δηλαδη… Ξέρετε!», αναφώνησα έκπληκτος

«Φυσικά και ξέρουμε. Νομίζεις οτι είσαι ο πρώτος η ο τελευταίος βλαμμένος που είχε την εκπληκτικά πρωτότυπη ιδέα να γυρίσει στο παρελθόν και να κλέψει το ΛΟΤΤΟ

Έσκυψα το κεφάλι ντροπιασμένος

«Η μήπως νομίζετε εσείς οι χρονοταξιδιώτες οτι δε θα το παίρναμε ποτέ χαμπάρι; Μπουλούκια έρχεστε απο το μέλλον σαν τα πρόβατα κάθε φορά που τυχαίνει τζάκποτ. Ολοι την ίδια μαλακία. Μα όλοι!», είπε υψώνοντας τον τόνο της φωνής του ελαφρώς νευριασμένος.

«Σκέψου πόσα πράγματα θα μπορούσες να κάνεις. Να πας να δείς τους Beatles ζωντανούς. Να περάσεις τον Χίτλερ σε κείνη τη γαμωσχολή ζωγραφικής. Να πείσεις εκείνο τον Κινέζο να φάει noodles αντί για παγκολίνο. Αλλα οχι. Την ιδέα με το ΛΟΤΤΟ σκέφτηκες κι εσυ.»

«Μα…», αποκρίθηκα, «δεν είναι κάν παράνομο!»

«Όντως», απάντησε ο τύπος. «Ευτυχώς για μάς και δυστυχώς για σένα, δεν είναι. Οχι οτι δε δοκιμάσαμε, βέβαια, αλλά απέτυχε. Έπρεπε να δείς τι γέλια ρίξανε στη βουλή αυτοί οι βλάκες οταν πήγε να περάσει ο υπουργός το νομοσχέδιο για την προστασία της εθνικής οικονομίας απο μελλοντικούς χρονοταξιδιώτες. Ακόμα τον κοροιδεύουν τον καημένο τον υπουργό».

«Οπότε η κυβέρνηση αναγκάστηκε να βάλει τα μεγάλα μέσα», συνέχισε. «Και τα μεγάλα μέσα, όπως καταλαβαίνεις, είμαστε εμείς».

Άνοιξε το κουτί που βρισκόταν μπροστά του και έβγαλε μια σύριγγα γεμάτη με ενα κιτρινωπό υγρό.

«Τι.. Τι θα μου κάνετε;», ρώτησα τρομοκρατημένος

«Τίποτα πολύ δύσκολο», είπε ο τύπος καθώς σηκώνοταν απο την καρέκλα με τη σύριγγα στο χέρι.

«Ευτυχώς σε πήραμε γρήγορα χαμπάρι και σε μαζέψαμε πρίν προλάβεις να έρθεις σε επαφή με άλλους και να αφήσεις απανάντητα ερωτήματα. Άλλοι μας ζορίζουν πολύ περισσότερο, αλλά εχουμε γίνει καλοί με την εξάσκηση, βλέπεις».

«Ευτυχώς για μάς δηλαδή, και δυστυχώς για σένα», είπε καθώς χάνοταν απο το οπτικό μου πεδίο.

Προσπάθησα να γυρίσω το κεφάλι μου προς τα πίσω σπρώχνοντας την καρέκλα, αλλά αυτός το περίμενε. Άρπαξε το κεφάλι μου και το κράτησε σταθερά.

«Μη φοβάσαι», είπε. «Μια στιγμή κρατάει».

Ενιωσα ενα δυνατό οξύ πόνο καθώς η βελόνα καρφώνοταν στο λαιμό μου, και ύστερα τα πάντα σκοτείνιασαν γύρω μου.


Κάποιο υπουργικό συμβούλιο

– Για πείτε τώρα ρε παιδιά τι θα κάνουμε μ’αυτήν εδω την Κινέζικη πανδημία που μας ξέσπασε;

– Μη στεναχωριέστε, Μέγα Πρωθυπουργέ, έχουμε όλα τα κατάλληλα μέσα για να την αντιμετωπίσουμε

– Θα στείλουμε τα ΜΑΤ να την διαλύσουν δηλαδή;

– Φοβάμαι οτι δε γίνεται αυτό, Ω Υπέρτατη Κουλότης. Αλλά έχουμε άλλα μέσα.- Αλλά μέσα; Τι μέσα;

– Ε να έρχονται τα εμβόλια και βγαίνουν και κάτι φάρμακα της πλάκας που δε φτάνουν ούτε για έναν στους δέκα.

– Φάρμακα, εμείς drugs τα λέγαμε στο Χάρβαρντ. Ο Βάγγος δε φέρνει τέτοια;

– Οχι από αυτά τα drugs, Ω Πρωθυπουργεύουσα Πανηλιθιότητα.

– Καλά. Να πάρουμε εμβόλια τότε, παραγγείλτε Novartis

– Δε φτιάχνει η Novartis εμβόλια για COVID, Ω Πανηλίθιε Υιέ του Δράκουλα.

– Τι; Τζάμπα τους πληρώναμε τόσα χρόνια; Αντε καλά, πάρτε απο όποιον έχει. θα τους εμβολιάσουμε όλους και μετά γλυτώσαμε δηλαδή και βγαίνουμε ήρωες έτσι απλά;

– Οχι ακριβώς, Ω Μέγα Μητσοτάκουλα, οι εμβολιασμοί είναι απολύτως απαραίτητοι αλλά δε φτάνουν απο μόνοι τους, ειδικά σ’αυτό το στάδιο. Θα πρέπει να ενισχύσουμε και το ΕΣΥ.

– Και μετά την πανδημία τι θα τους κάνουμε τόσους γιατρούς;

– Με τις μαλακίες που κάνουμε, Ω Αυτού Μητσοτακότης, θα τους χρειαστούμε για πολύ ακόμα.

– Μάλιστα. Ψηφίζουν ΝΔ στο ΕΣΥ;

– Μισό λεπτό να κοιτάξω, Ω Πάνβλακότατε. Νατο, εδω. Περίπου το 30%.

– Να πάνε στο διάολο. Και ποιοί ψηφίζουν ΝΔ;

– Οι μπάτσοι και οι παπάδες, Ω Πρωθυπουργότητα της κακιας ώρας.

– Ωραία, τότε βγάλε μια μελέτη και βρές μου πόσους μπάτσους και παπάδες μπορούμε να διορίσουμε στα νοσοκομεία.

– Φοβερή η ιδέα σας, Ω Μητσοτακότητα του Ελέους.

– Και ξεκινάμε με τα εμβόλια.

– Υπάρχει πρόβλημα, Ω Μέγα Πανχαζε. Δε θέλουν να κάνουν εμβόλιο.

– Ψηφίζουν ΝΔ αυτοί που δε θέλουν να κάνουν εμβόλιο;

– Οχι αποκλειστικά, είναι απο όλους τους χώρους.

– Καλά, πείτε οτι οι ανεμβολίαστοι είναι ΣΥΡΙΖΑ. Και αν δεν τους εμβολιάσουμε αυτούς τι θα γίνει δηλαδή;

– Θα τιγκάρουν τα νοσοκομεία, Ω Πρίγκηπα της Μαλακίας

– Δεν πειράζει, οι νεκροί δεν ψηφίζουν.

– Σωστό αυτό, ω Μεγίστη Εθνική Ηλιθιότης. Αλλά υπάρχει πρόβλημα. Ξέρετε ποιοί άλλοι δε θέλουν να εμβολιαστούν;

– Ποιοί;

– Οι μπάτσοι και οι παπάδες, Ω Αυτού Μητσοτακότης.

– Ε καλά αυτούς εξαιρέστε τους, δεν είναι ωρα να χαλάμε χατήρια τώρα.

– Ναι αλλά μετά πάλι θα γεμίσουν τα νοσοκομεία, Ω Μεγίστη Βλακεία της Οικογένειας

– Και τι θα κάνουμε μετά;

– Θα πρέπει να ξαναδούμε τα lockdowns, Ω Υπέρτατη Χαζότητα της Οικουμένης

– Δε μπορούμε να κλειδώσουμε μέσα μόνο τους συριζαίους;

– Δυστυχώς οχι, Ω Μητσοτάκουλα. Μεταδίδουν όλοι τον ιο.

– Και ποιοι δε μεταδίδουν;

– Δεν έχουμε μελέτες που δείχνουν οτι μεταδίδουν οι μπάτσοι και οι παπάδες, Ω Άρχοντα της Θεόπηχτης Μαλακίας.

– Μάλιστα, καλά, θα δούμε τι θα κάνουμε τότε. Δε μπορούμε να πειράξουμε τον αριθμό των νεκρών;

– Και που να τους γράψουμε, ω Μέγα Πανχαζε; Οι νεκροί δεν κρύβονται.

– Γράψτους στους μάρτυρες του Noor 1.

– Φοβερή ιδέα, είναι πανέξυπνη η Μητσοτακότητα σας. Στο Χάρβαρντ τα μάθατε όλα αυτά; Και ποιός θα τα αναλάβει να τα οργανώσει αυτά;

– Ο Βασιλάκης, κι αμα δε μπορέσει έχουμε και τον Θάνο, που ο μπαμπάς του ξέρει απο κλινικές δοκιμές. Που είναι ο Βασιλάκης;

– Εξω, παίζει μπάσκετ.

– Φώναξε τον και φτιάξε το πλάνο. Εγω πάω να παίξω με τον Πίνατ.

– Μάλιστα, Ω Ανικανότητα της Κακιας Ώρας. Στις διαταγές σας.

– Και μην ξεχάσεις να προσλάβεις μπάτσους!

– Και παπάδες, Ω Ύψιστε Αδερφέ της Ντόρας;

– Και παπάδες, βεβαίως!


Μια ιστορία δολοφόνων

Ο επιθεωρητής Πουμαρώ κοίταξε το ψόφιο πτώμα του πεθαμένου που κείτοταν φαρδύ πλατύ στο πάτωμα.

-«Το ύφος του είναι τόσο γαλήνιο που μοιάζει σαν να κοιμάται», είπε

-«Σωστά», απάντησε ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος, «εαν εξαιρέσουμε τον μπαλτά που έχει καρφωμένο στο κεφάλι».

-«Σωστό κι αυτό», αποκρίθηκε ο Ηρακλής. «Ξέρουμε κάτι για τον δράστη;»

-«Ακολουθήσαμε τα ίχνη του μετά τη δολοφονία. Ευτυχώς ήταν βατσιναρισμένος και ακολουθήσαμε το σήμα απο το τσιπάκι με το 5G»

-«Δεν τα ξέρω αυτα τα τεχνολογικά του σατανά, Μπαλούρδε. Είμαι παραδοσιακός μπάτσος», είπε ο Ηρακλής βγάζοντας ενα τσιγάρο απο το πακέτο Καρέλια άφιλτρο.

Ο Μπαλούρδος του έδωσε ανακλαστικά αναπτήρα. Ήξερε οτι ο επιθεωρητής πάντα τους καβάτζωνε και είχε 2-3 μαζί του πρόχειρους.

-«Τέλος πάντων καταφέραμε να βρούμε που πήγε μετά τον φόνο. Πήγε κατευθείαν στο αεροβρώμιο. Αλλά δεν έχουμε ιδέα ποια πτήση πήρε. Αυτές τις λίγες ώρες μέχρι να χάσουμε τελείως τα ίχνη του, έφυγαν τουλάχιστον 58 πτήσεις».

-«Δύσκολη περίπτωση», σχολίασε ο Ηρακλής ανάβοντας το τσιγάρο του.

-«Και το θύμα όμως δεν είναι τυχαίο. Είχε αποφυλακιστεί μόλις πρίν απο μια βδομάδα», είπε ο Μπαλούρδος.

-«Αλήθεια;», ρώτησε ο Ηρακλής. «Γιατί ήταν μέσα;»

-«Για φόνο», απάντησε ο Μπαλούρδος. «Πράγμα που με κάνει να σκέφτομαι οτι αυτό είναι έγκλημα εκδίκησης. Θα πρέπει να ψάξουμε ποιός απο τους συγγενείς αυτού που δολοφόνησε πρίν απο 23 χρόνια είχε την ευκαιρία να τον παρακολουθήσει»

-«Έπρεπε να μου το πείς απο την αρχή αυτό», είπε ο Ηρακλής, λιγάκι θυμωμένος. «Δε θα χρειαστεί να ψάξετε πολύ».

Ο επιθεώρητής κοίταξε τον αντιστράτηγο. Πάντα του άρεζε να του βγάζουν τις απαντήσεις με το τσιγκέλι, αλλά ο αντιστράτηγος έμεινε αμίλητος.

-«Κοιτάξτε όλες τις πτήσεις για Κύπρο», είπε τελικά ο Πουμαρώ

-«Πως το ξέρεις οτι πήγε στην Κύπρο;», ρώτησε ο Μπαλούρδος, με την απορία εμφανώς χαραγμένη στο πρόσωπο του

-«Είναι προφανές», απάντησε ο επιθεωρητής Πουμαρώ.

Τράβηξε μια βαθιά τζούρα πρίν συνεχίσει.

«Πρόκειται για Δολοφόνο Δολοφόνου».

Ο επιθεωρητής έβαλε τον αναπτήρα στην τσέπη του, βγήκε απο το διαμέρισμα και χάθηκε στην απέραντη σιγαλιά της πικρής νύχτας.