Ένα κλειδωμένο δωμάτιο

…μπιρλιμπιρλιμπιρλιμπλιιιιιιρρρπ…
…μπιρλιμπιρλιμπιρλιμπλιιιιιιρρρπ…
…μπιρλιμπιρλιμπιρλιμπλιιιιιιρρρπ…

Ο Ηρακλής Πουμαρώ άπλωσε το χέρι του νωχελικά και έπιασε το τηλεφωνο. Είχε πεθυμήσει κάπως εκείνη την εποχή που τα τηλέφωνα έκαναν ντρίν ντρίν αντί για μπιρλιμπλίρπ, αλλά ποιός μπορεί να αντισταθεί στην πρόοδο;

Ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος δεν περίμενε καν να ακούσει «παρακαλώ» – πιθανότατα ήξερε οτι δε θα το άκουγε. Ο Επιθεωρητής Πουμαρώ δεν είχε ποτέ παρακαλέσει κανέναν.

«Επιθεωρητά, πρέπει να έρθετε αμέσως. Έχουμε μια πολύ σημαντική υπόθεση, και χρειαζόμαστε επειγόντως τη βοήθεια σας!»

«Αδύνατον», απάντησε ο Ηρακλής Πουμαρώ. «Εχω μια πολύ σημαντική δουλειά να τελειώσω». Τράβηξε ενα φύλλο απο το σωρό που βρίσκοταν στο γραφείο μπροστά του, τον γύρισε, και τον τοποθέτησε στο τέλος μιας σειράς παρόμοιων φύλλων. «Πάλι δε βγαίνει η γαμωπασιέντζα», σκέφτηκε απο μέσα του.

«Ωστόσο ίσως μπορώ να σας βοηθήσω τηλεφωνικά. Περί τίνος πρόκειται;» , σκέφτηκε φωναχτά στο τηλέφωνο

«Εχουμε ενα πολύ δύσκολο πρόβλημα», είπε ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος. «Είμαστε σε μια βίλλα στα προάστια. Μας φώναξε ο μάγειρας. Είναι ενα δωμάτιο που είναι κλειδωμένο απο μέσα εδω και μέρες, και κάτι μυρίζει».

«Μπάτλερ υπάρχει;», ρώτησε ο Ηρακλής.

«Οχι», απάντησε ο Μπαλούρδος.

«Ωραία, οπότε αυτό το ξεγράφουμε. Έχει παράθυρα το δωμάτιο;»

«Οχι, είναι απολύτως κλειστό απο όλες τις μεριές».

«Μάλιστα», αποκρίθηκε ο Πουμαρώ. «Έχετε τα σχέδια της βίλλας; Κοιτάξτε για τοίχους η πατώματα που μπορεί να κρύβουν μυστικές εισόδους»

«Δεν υπάρχει τίποτε, κοιτάξαμε», απάντησε ο Μπαλούρδος. «Οι τοίχοι είναι συμπαγείς, και τα πατώματα είναι ξύλινες σανίδες, δεν υπάρχει πουθενά χώρος»

«Για κοιτάξτε στον αποκάτω όροφο τις χαραμάδες μεταξύ των σανίδων, μπορεί κάποιος να έριξε το κλειδί ανάμεσα»

«Δε θα χωρούσε, κοιτάξαμε», είπε ο Αντιστράτηγος. «Οι σανίδες είναι πολύ καλά τοποθετημένες μεταξύ τους»

«Ισως εαν κάποιος τις ξεβιδώσει…», αναρωτήθηκε ο Πουμαρώ

«Αποκλείεται. Είναι καρφωμένες, και τα καρφιά είναι λυγισμένα στην άκρη, δε βλέπουμε πουθενά ίχνος παραβίασης», απάντησε ο Μπαλούρδος.

«Ξανακοιτάξτε την πόρτα. Θα μπορούσε κάποιος να περάσει το κλειδί με ενα σύρμα απο τη χαραμάδα»

«Θα μπορούσε, αλλά δεν περνάει το κλειδί ούτε απο κεί. Είναι απο κείνες τις παλιές κλειδαριές με το μεγάλο κλειδί, και δε χωράει απο τη χαραμάδα της πόρτας».

«Μάλιστα. Πάγος, ίσως; Εαν κάποιος έφτιαχνε ενα αντίγραφο του κλειδιού με πάγο. Θα κλείδωνε, και μετά ο πάγος θα έλιωνε…»

«Ναι», απάντησε ο Μπαλούρδος, «αλλά θα άφηνε υγρασία. Κοιτάξαμε με ενα ειδικό υγρασιόμετρο στην κλειδαριά και στο πάτωμα απο κάτω. Δεν υπάρχει τίποτα».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έμεινε αμίλητος στο τηλέφωνο για λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να συγκεντρώσει σε μια σειρά τις σκέψεις που περνούσαν απο το κοφτερό σαν ξυράφι μυαλό του.

«Είπατε οτι κάτι μυρίζει;», ρώτησε τελικά.

«Ναι, αν πλησιάσει κανείς τη μύτη του στην κλειδαριά διακρίνει μια βαριά μυρωδιά», απάντησε ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος.

«Τότε είναι πολύ απλό», αποφάνθηκε ο Πουαρώ, λιγάκι θυμωμένος που τον ενοχλούσαν με ενα τόσο απλό ζητημα.

«Προφανώς είναι η Αγκάθα Κρίστι μέσα, και χέζει».

Ο Άντιστράτηγος Μπαλούρδος έμεινε αμίλητος. Μια βαριά σιωπή έπεσε στη γραμμή.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ κατέβασε το τηλέφωνο στο τραπέζι και τράβηξε άλλο ενα φύλλο απο το σωρό. «Άσσος μπαστούνι, γαμώτο;»

Advertisements

Η ιστορία μιας υπογραφής


Η Αυτού Αυτοκρατορική Μεγαλειότης, Αυτοκράτωρ Τεϊσό της Ιαπωνίας, σήκωσε αφηρημένα το χέρι του προς το καλοκουρεμένο Αυτοκρατορικό του μουστάκι. Την τελευταία στιγμή θυμήθηκε οτι ήταν το χέρι που κρατούσε την πένα, και το κατέβασε λιγάκι άτσαλα. Μια σταγόνα μελάνι πετάχτηκε και λέρωσε το σακκάκι του Διευθυντή της Διπλωματικής Υπηρεσίας της Μεγάλης Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας. Ο διευθυντής κόντεψε να βρίσει απο μέσα του, αλλά η ντροπή του συγκράτησε ακόμα και την ίδια του τη σκέψη. Ο Αυτοκράτωρ ήταν Θεός.

Ο Διευθυντής, δουλειά του οποίου ήταν το δύσκολο έργο της επεξήγησης των λεπτών διεθνών πολιτικών και διπλωματικών ισορροπιών στον Αυτοκράτορα, προκειμένου αυτός να υπογράψει με την πρέπουσα σοφία και σύνεση τις διεθνείς συνθήκες που δέσμευαν την Αυτοκρατορία, κοίταξε με την άκρη του βλέμματος του το συνωφρυωμένο ύφος του Αυτοκράτορα καθώς ξεφύλλιζε τις σελίδες της Συνθήκης που είχε μπροστά του, ξανάδιαβάζοντας κάποιες λεπτομέρειες που πιθανώς του είχαν ξεφύγει.

Ο Διευθυντής έριξε μια κλεφτή ματιά στο ρολόϊ που βρίσκοταν στον τοίχο. Η ώρα ήταν περασμένη, και το καράβι που θα έκανε το μακρύ ταξίδι προς την Ευρώπη αναχωρούσε πολύ πρωϊ την επόμενη μέρα. Τελικός προορισμός του Διευθυντή, μια μικρή πόλη της Ελβετίας, ονόματι Κοζάνη η κάπως έτσι.

Ο Αυτοκράτορας γύρισε την Συνθήκη στην τελευταία σελίδα. Το χέρι του κοντοστάθηκε κρατώντας την πένα ελάχιστα εκατοστά πάνω απο το χάρτι. Το βλέμμα του Αυτοκράτορα πλανήθηκε στο χώρο, γυρεύοντας τον χάρτη που είχε στο γραφείο του. Ήταν σίγουρος οτι βρίσκοταν κάπου εκει.

Ο Διευθυντής θυμόταν για πολλά χρόνια μετά απο εκείνο το απόγευμα του 1923, το βλέμμα του Αυτοκράτορα όταν τελικά αυτός γύρισε, με εμφανές το βλέμμα της απορίας χαραγμένο στο πρόσωπο του, και τον ρώτησε:

– «Και που είπαμε οτι βρίσκεται ακριβώς αυτή η Τένεδος;»


A love story

It was a nice, sunny day in Surabaya. As I was going on a walk along the river’s coastline, I met The Submarine.

«Hello, submarine», I said!

«Hello, stranger!», the submarine replied

«What are you doing there, next to the trees? Submarines swim, don’t sit among the trees on the shore!»

«I came out of the river to ease myself a little bit»

«I did not know there were river submarines!», I said.

«Does not matter. Neither I knew there were people talking to submarines!»

«Where are you going?», I asked. «Far away from here?»

«Oh yes», the submarine said. «In a few moments I will dive to the river and continue swimming until I find the Sargasso Sea. There, I will meet another submarine to mate»

«You don’t look so happy about it», I replied

«Well», the submarine said. «Life always gives you trouble. You wouldn’t understand even if I told you. But I’ll make it. I’ll find my mate and we’ll make many many small submarines, then they will grow up and become big submarines like me!»

«How romantic! Make a yellow one too for me!», I said.

«Oh yeah! It was always my dream to make a yellow child».

«Good luck, submarine!»

«Good luck, stranger».

But a bit further down the road, I saw the Airplane.

«Hi, Airplane!», I said.

«Hello, stranger», the airplane replied.

«What are you doing here? Airplanes fly, they do not just sit quietly in the parks»

The plane shot a quick glance behind its back. It immediately realized the
mistake it made, and lowered its gaze, but it was too late. It had betrayed
itself.

«Nothing, I’m just sitting here on the sun»

«Spare me the lies», I replied, smiling. «There’s something going on with that submarine, right?»

The plane got red, blushing all over.

«We’re just friends! Nothing more!»

«Yeah, right. I saw how you looked at it!»

«All right, I’ll tell you. But you promise me you will not tell anyone!»

«I am as silent as a tomb,» I replied, while signing the international sign for a tomb with my hand. I do not know what the international tomb sign is, but I thought neither the plane would know.

«Yeah, you know, we… we’re together. My engine loses a beat every time I’m thinking of her. Now I’m waiting till the night falls so I can go to the place we’re going to meet»

«That’s so sweet!», I said. «But… you are an airplane and she’s a submarine. Airplanes can’t swim and submarines can’t fly. How can you two ever live together?», I asked.

«I know», the plane said. «But love is blind».

A tear rolled down the plane’s nose.

I went closer to the plane, lowering my voice so nobody could hear us.

«I do not want to worry you, but the submarine told me she was going to leave»

The plane moaned. It took the most sadful look I’ve ever seen an airplane take.

«I know. She’s gonna go to the Sargasso Sea. She wants a family. It’s the
only thing in the world I cannot give her. But I still love her, and I’m
ready to accept her decision».

I was moved. I gave the plane a tissue to wipe out its tears. The plane rubbed its nose. I tried to change the topic, to ease its pain somehow.

«Can I take some pictures of you, to show them to my friends in Greece?»

The plane gleamed with pride.

«Of course! I have never been to Greece! Do you have airplanes there?»

«We had quite a lot, but we sold them all. Now we go to the airport, they give us a big paper, and we fold it to make a plane»

«Wow! I want to come there one day!», the airplane said.

«It’s far away. Eleven hours on the plane»

«I’m airplane. Airplanes do not get on the plane»

«Unless it’s an airplane-carrying airplane!», I said.

«There’s no such thing», the airplane replied.

«You’re right, I’m stupid»

I laughed. The airplane laughed too. I hoped it forgot its struggles – at least for a while.

I took pictures, we greeted each other, and our roads separated, sending both of us in our own long journey into life.


Μια ιστορία Μέσων Μαζικής Μεταφοράς

Ο Ηρακλής Πουμαρώ βγήκε απο το αποπνικτικό κτίριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης, στο δροσερό βραδινό αεράκι. Άλλη μια δύσκολη υπόθεση έιχε φτάσει στο τέλος της.

Περπάτησε δυο τετράγωνα καπνίζοντας ένα Καρέλια άφιλτρο στο δρόμο προς το ξενοδοχείο του. Στη γωνία του δρόμου, ένας απο τους νεαρούς χαμάληδες που είχαν γεμίσει το τουριστικό νησί, σήκωσε μια αυτοσχέδια πινακίδα που έγραφε «ΤΑΞΙ» και την κούνησε προς το μέρος του

-«Ε, κύριος, θέλετε ένα ταξί;», τον ρώτησε.

Γιατί οχι, σκέφτηκε ο επιθεωρητής.

-«Βεβαίως», απάντησε.

-«Που πηγαίνετε;», ρώτησε ο χαμάλης.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ του είπε τη διεύθυνση.

Ο νεαρός σηκώθηκε, και έστριψε απο τη γωνία σε ενα βρώμικο στενό. Ο Ήρακλης Πουμαρώ τον ακολούθησε. Στο στενό βρισκόταν ενα παλιό, βρώμικο ταξί.

Ο επιθεωρητής αναγνώρισε αμέσως τον ήχο που άκουσε. Ήταν το ΚΛΙΚ ενός σουγιά που άνοιγε. Ενα δευτερόλεπτο αργότερα, ένιωσε τον ίδιο σουγιά να του τσιμπάει τα πλευρά, και άκουσε τον νεαρό να του ψυθιρίζει στο αυτί.

-«Ήθελες ταξί; Ορίστε το ταξί σου. Είναι δικό σου για 12 ώρες. Μέχρι αύριο το μεσημέρι, να μου έχεις μαζέψει τουλάχιστον 200 δολλάρια».

-«Αλλιώς;», ρώτησε ο Ηρακλής.

-«Αλλιώς, ξέρω που μένεις». απάντησε ο νεαρός, σπρώχνοντας τον Ηρακλή στη θέση του οδηγού.

Ύστερα απο εκείνο το κουραστικό βράδυ, ο Ηρακλής Πουμαρώ έπαιρνε πάντα το λεωφορείο.


Η ιστορία μιας νύχτας

Years In Pictures Firduas Latif

 

Είχα μόλις τελειώσει το δείπνο μου, και κατέβαινα το δρόμο για το ξενοδοχείο μου, χαζεύοντας αμέριμνος τις βιτρίνες με τα μικροπράγματα στα τουριστικά μαγαζιά κατα μήκος του πεζοδρομίου. Το δροσερό αεράκι της νύχτας έκανε λίγο πιο υποφερτή τη ζεστή, πνιγηρή ατμόσφαιρα της Κουάλα Λουμπούρ. Το απόκοσμο φεγγάρι έλαμπε, πελώριο και κατακόκκινο, στο σκοτάδι.

Στην επόμενη διαστάυρωση, ενα πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί και παρακολουθούσε ενα γκρουπάκι πλανόδιων μουσικών που έπαιζε στη γωνία του δρόμου. Κοντοστάθηκα να τους ακούσω μαζί με τον κόσμο που κουνιόταν ελαφρά στο ρυθμό της μουσικής. Έπαιζαν γνωστά ροκ κομμάτια, και μερικά ντόπια ποπ τραγούδια. Δεν καταλάβαινα τον στίχο, αλλά τα τραγούδια ακούγοταν χαρούμενα.

Ο κόσμος δίπλα μου άρχισε να χορέυει. Ένιωσα ενα σκούντημα στον ώμο κι έριξα μια κλεφτή ματιά δίπλα μου. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα ξανθά, και είχαν σκουρύνει στις ρίζες. Ήταν δεν ήταν 20 χρονώ – μπορεί και μικρότερη, η εμφάνιση μπορεί να σε ξεγελάσει σ’αυτά τα μέρη.

-«Μοιάζεις με τον Φρέντυ Μέρκιουρι», μου είπε. Μου το είχαν ξαναπεί. Το μουστάκι φταίει. Δε γουστάρω τον Φρέντυ Μέρκιουρι.

-«Ευχαριστώ. Κι εσύ μοιάζεις με την…». Άφησα την πρόταση να κρέμεται. Δεν ήξερα με ποιά έμοιαζε. Με κάποια θα έμοιαζε.

Συνέχισε να χορέυει δίπλα μου τρίβοντας το κορμί της επάνω μου.

-«Θέλεις να με πάς στο δωμάτιο μου;», με ρώτησε. «Φοβάμαι μόνη μου».

Μάλλον ήταν η τυχερή μου μέρα. Γύρισα και την ξανακοίταξα. Τα μάτια της ήταν γαλάζια. Φακοί επαφής. Και δε φορούσε στηθόδεσμο.

-«Θα σου κοστίσει μόνο 40 ρίνγκιτ», μου είπε. Έκανα απο μέσα μου τον υπολογισμό. Λιγότερο απο 10 ευρώ. Ήταν όντως η τυχερή μου μέρα. Έγνεψα καταφατικά. «Πάμε», της αποκρίθηκα.

-«Δεν είναι μακριά», μου απάντησε. Με έπιασε απο το χέρι και με τράβηξε απο το πλήθος. Στρίψαμε στην οδό Τσανγκάτ και χωθήκαμε σε ενα βρώμικο στενό πίσω απο τα άπειρα εστιατόρια της γειτονιάς. Έβγαλα απο την τσέπη μου ενα χαρτονόμισμα των πενήντα Ρίνγκιτ και το πέρασα κλεφτά στο χέρι της. Γέλασε. «Ευχαριστώ», μου είπε.

Μπήκε στην πίσω πόρτα ενός ακαθόριστου κτιρίου, και μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. Οι σκάλες και ο διάδρομος ήταν βρώμικα, και η μυρωδιά των ψητών φαγητών αναμεμιγμένη με τη γλίτσα των απορριμάτων γέμιζε την ατμόσφαιρα.

Στάθηκε μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα, που σίγουρα είχε δεί καλύτερες μέρες. Ξέκλείδωσε και με τράβηξε απαλά στο δωμάτιο. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και μύριζε υγρασία, γεμάτο σκιές, με τις κουρτίνες τραβηγμένες. Άκουσα την πόρτα να κλειδώνει πίσω μου.

-«Βολέψου, κάνω ενα ντούζ κι έρχομαι», μου ειπε, και χώθηκε στο μπάνιο. Προχώρησα στο εσωτερικό του δωματίου ξεκουμπώνοντας το πουκάμισο μου, και κάθισα στο κρεββάτι.

Μια σκιά κινήθηκε στην απέναντι γωνία του δωματίου. Κοίταξα προς τα κεί.

Τα μάτια που με κοίταζαν δεν ήταν ανθρώπινα. Ήταν απόκοσμα και ελαμπαν, πελώρια και κατακόκκινα, στο σκοτάδι. Ένα γρύλλισμα γέμισε το δωμάτιο. Πάγωσα απο τον τρόμο. Άκουσα τη φωνή της πνιχτή απο το μπάνιο.

-«Σου το είπα οτι φοβάμαι μόνη μου. Ειδικά οταν είναι πεινασμένο. Έχει δυο μέρες να φάει».

Τα μάτια πλησίασαν αργά προς το μέρος μου.

Η κραυγή μου ακούστηκε στα αφτιά μου σαν να έβγαινε απο το στόμα κάποιου άλλου.


Ένας παράξενος θάνατος

Ο επιθεωρητής Πουμαρώ κοίταξε αφηρημένα τον ιατροδικαστή, ρίχνοντας στο πάτωμα ψίχουλα σφολιάτας και κομματάκια λούκανο απο την λουκανόπιτα που μασούλαγε. Το νεκροτομείο δεν του άρεζε ποτέ, αλλά το κυλικείο του έφτιαχνε και γαμώ τα σνάκ.

Ο ιατροδικαστής μελέτησε συγκεντρωμένος το συκώτι που κρατουσε στα χέρια του. Επάνω στη γυαλιστερή, κοκκινοκαφέ επιφάνεια του συκωτιού, διακρίνοταν καθαρά το αποτύπωμα μιας στρογγυλής μπλέ σφραγίδας, δυο υπογραφές, ένα χαρτόσημο, και δυο παραπεμπτικά καρφωμένα πάνω στο συκώτι με συρραπτικό.

Ο ιατροδικαστής γύρισε και κοίταξε σοβαρά τον επιθεωρητή Πουμαρώ.

– «Επιθεωρητά», είπε ο ιατροδικαστής, «δεν χωράει καμμία αμφιβολία. Το θύμα πέθανε απο επικύρωση του ήπατος».


Ο ελέφαντας που δεν ξεχνούσε ποτέ

2124279454_4416a1e0e51

Κάποτε ήταν ενας άνθρωπος που ταξίδευε σε όλο τον κόσμο. Μια μέρα, σε ενα ταξίδι του στη ζούγκλα κάποιας Αφρικανικής χώρας, άκουσε μέσα απο το δάσος μια σπαρακτική κραυγή. Πλησίασε και είδε εναν ελέφαντα. Οταν πλησίασε λίγο περισσότερο, είδε οτι το πελώριο ζωο ήταν τραυματισμένο. Ενα μεγάλο κομμάτι ξύλο είχε μπηχτεί στο πόδι του.

Ο άνθρωπος δεν έχασε στιγμή. Έβγαλε το σουγιά του και το κίτ πρώτων βοηθειών του, και με μεγάλη προσοχή έβγαλε το κομμάτι ξύλο απο το πόδι του ελέφαντα. Καθάρισε προσεκτικά την πληγή, και την έδεσε με φύλλα φοίνικα για να μη μολυνθεί.

Ο ελέφαντας σηκώθηκε αργά, στάθηκε με αβεβαιότητα στα πελώρια πόδια του, έσκυψε το κεφάλι του, και με την προβοσκίδα του μύρισε απαλά τον άνθρωπο, κοιτάζοντας τον με τα μεγάλα, δακρυσμένα μάτια του. Σήκωσε την προβοσκίδα του, άφησε μια μακρόσυρτη φωνή, και εξαφανίστηκε κουτσαίνοντας αργά μέσα στο πυκνό δάσος. Κι όσα χρόνια κι αν πέρασαν, ο ελέφαντας δεν ξέχασε ποτέ το καλό που του έκανε ο άνθρωπος.

Μια μέρα, μετά απο πολύ πολύ καιρό, ο άνθρωπος που γυρνούσε όλο τον κόσμο γύρισε όλο τον κόσμο και τελικά γύρισε σπίτι του. Και μια μέρα, εκεί που έκανε την καθημερινή του βόλτα έξω απο ενα ζωολογικό κήπο, άκουσε μια μακρόσυρτη φωνή, που κάτι του θύμισε. Έτρεξε αμέσως στον ζωολογικό κήπο, και στάθηκε μπροστά στο κλουβί του ελέφαντα, που τον κοίταζε με τα μεγάλα, δακρυσμένα μάτια του.

Ο άνθρωπος ένιωσε ενα ρίγος στην καρδιά του, μετά απο τόσα χρόνια που είχαν περάσει. Σκαρφάλωσε στο κλουβί, πλησίασε τον ελέφαντα, και άγγιξε την προβοσκίδα του. Ο ελέφαντας κούνησε ήρεμα τα αφτιά του, έσκυψε το κεφάλι του, και με την προβοσκίδα του μύρισε απαλά τον άνθρωπο.

Και ο ελέφαντας σήκωσε αργά αργά το τεράστιο πόδι του, και το κατέβασε με δυναμη πάνω στον άνθρωπο, μετατρέποντας τον σε λιωμένο κεφτέ.

Προφανώς, ήταν άλλος ελέφαντας.