Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά

scarlet-honeyeater-bird-red-feathers.jpg

Κάποτε ήταν ενας άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά. Κάθε μέρα τα έβλεπε να πετάνε ελεύθερα στον ουρανό με τα πολύχρωμα φτερά τους και να γεμίζουν την πλάση με τις υπέροχες μελωδίες τους. Ωρες ολόκληρες τριγυρνούσε στο δάσος και άκουγε το γλυκο τιτίβισμα των πουλιών στα δέντρα γύρω του, κάθε νύχτα πριν κοιμηθεί αναρωτιόταν τι σοφά λόγια να κρύβονται πίσω απο το κελάηδισμα τους, ποιά ανείπωτα μυστικά της φύσης είδαν πετώντας ψηλά στον ουρανό και τα μοιράζονται μεταξύ τους με τις μελωδικές τους φωνές, μακριά απο τα αδιάκριτα αφτιά των ανθρώπων.

Ώσπου μια μέρα, ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, το πήρε απόφαση. Θα μάθαινε τη γλώσσα των πουλιών. Θα γίνοταν ο πρώτος άνθρωπος που θα κατάφερνε να αποκωδικοποιήσει το μυστικό της μελωδίας τους, να πλησιάσει τον κόσμο τους και να γνωρίσει τα μυστικά και την ανείπωτη σοφία που κρατούσαν τόσο καλά κρυμμένη απο όλους τους άλλους ανθρώπους.

Μα κι αν μάθαινε τα μυστικά τους, ήταν αποφασισμένος να μην τα αποκαλύψει ποτέ και σε κανέναν. Γιατί ο άνθρωπος αυτός πραγματικά αγαπούσε τα πουλιά. Και δε θα πρόδιδε ποτέ τα μυστικά τους. Οχι. Αλλά τα αγαπούσε τόσο που ήθελε να τα γνωρίσει, να έρθει κοντά τους, να μοιραστεί τον μαγικό τους κόσμο.

Κι έτσι, ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, αφιέρωσε απο κείνη τη μέρα τη ζωή του στο νέο του σκοπό. Διάβασε μεθοδικά ολα τα βιβλία ορνιθολογίας και φωνητικής στη βιβλιοθήκη του τοπικόυ πανεπιστήμιου της πόλης του. Μελέτησε το κελάηδημα τους, ανέλυσε τις αρμονίες, τις κλίμακες, τις συχνότητες κάθε νότας, κάθε κελαηδίσματος απο κάθε πουλί στον κόσμο που μπόρεσε να βρεί. Εκπαίδευε το αυτί του ακούγοντας καταγραφές κελαηδισμάτων στον ύπνο του κάθε νύχτα, και κάθε πρωί που ξυπνούσε τις ξανάκουγε προσεκτικά προσπαθώντας να καταγραψει κάθε μικρή λεπτομέρεια, καθε τρίλλια κελαηδίσματος που θα μπορούσε να του ξεφύγει.

Χρόνια και χρόνια ξόδεψε ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά σ’αυτή τη διαδικασία, αρχίζοντας σιγά σιγά να διακρίνει τη λογική πίσω απο τους μυστικούς κώδικες της φωνής των αγαπημένων του πουλιών. Μέχρι που μια μέρα, όλες οι πληροφορίες που είχε μαζέψει, όλη η εξάσκηση και όλες οι γνώσεις που είχε αποκτήσει μέχρι τότε, όλες οι αισθήσεις και τα ακούσματα κελαηδισμάτων, όλες οι αναλύσεις και οι μελέτες, ήρθαν και κούμπωσαν μαγικά στο κεφάλι του, συνδυάστηκαν με τον κατάλληλο τρόπο, και σαν να έγινε ενα «κλίκ» μέσα στο μυαλό του, το όνειρο του έγινε πραγματικότητα.

Επιτέλους, καταλάβαινε την γλώσσα των πουλιών!

Ζαλισμένος απο την ευτυχία, ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, βγήκε απο το σπίτι του τρέχοντας.  Κρατούσε τα αφτιά του κλειστά. Δεν ήθελε να μολυνθεί η πρώτη του εμπειρία απο ενα τυχαίο τιτίβισμα, η ενα κελάηδισμα οχι τόσο τέλειο όσο θα ήθελε Έψαξε πολύ κοιτάζοντας στο δάσος τα πουλιά γύρω του, μέχρι που τελικα΄βρήκε μια παρέα πουλιών που κάθοταν σε ενα κλαδί, κουνώντας τα πολύχρωμα πράσινα και μπλέ και κίτρινα και κόκκινα φτερά τους, ενω το γλυκό τους τιτίβισμα γέμιζε τον αέρα.

Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά άνοιξε τα αφτιά του και έκλεισε τα μάτια του, αφήνοντας το κελαηδισμα των πουλιών να μεταφραστεί στις κατάλληλες λέξεις μέσα στο μυαλό του. Ναι! Καταλάβαινε επιτέλους τα πάντα!

-«Κι εκεί λοιπόν που πετούσαμε, πιάνω ενα ανοδικό ρεύμα αέρα, και, μάλακες, γιόλο, την πλησιάζω απο πάνω, κατεβαίνω και της ρίχνω ΕΕΕΝΑ πούυυτσο…»

-«Ασε μας ρε μαλάκα με τις μούφες σου πάλι, μας έχεις φλομώσει στα ψέμματα, σε βαρεθήκαμε»

-«Μα το χριστό, σας ορκίζομαι στα αυγά της γυναίκας μου, ετσι ακριβώς έγινε!»

-«Ρε τον παλιοψεύτη τι λέει που γάμησε τάχα μου πάπια εν πτήσει. Ούτε στον ύπνο σου, ρε σαβουρογάμη! Δε θυμάστε τηη άλλη φορα ρε σείς που μας έλεγε τάχα μου οτι τα’χε με την Παγώνα και τον είδαμε μια μέρα στην κολώνα πίσω απο το εμπορικο με κείνη τη γαλοπούλα;»

Το γέλιο των πουλιών ξαναμετατράπηκε σε τιτίβισμα. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά δε μπορούσε να πιστέψει στα αφτιά του. Σαστισμένος, προχώρησε λίγο πιο βαθιά στο δάσος. Μάλλον θα παράκουσε, ήταν εξάλλου η πρώτη του φορά, και λογικό θα ήταν να μην καταλαβαίνει σωστά τα πάντα.

Προχωρώντας, είδε μια παρέα πουλιών κοντά στη ρίζα ενος δέντρου. Αυτά του φάνηκαν πιο χαρούμενα, και τίναζαν τα φτερά τους τιτιβίζοντας. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, τα πλησίασε προσεκτικά για να μην τρομάξουν, και έστησε αυτί.

-«Καλά ρε καβατζόπουστα, πάλι εσύ τα κόκκινα;»

-«Πρώτος τα είδα, πρώτος θα τα φάω»

-«Τι λε ρε φίλε; Μια ζωη εσύ θα τρώς τα ζουμερά κόκκινα σκουλήκια κι εμείς θα μένουμε με τα βρωμερά τα μαύρα; Ρε δε μας χέζεις;»

-«Εγω ρε μαλάκες φταίω που είδα νόστιμα σκουλήκια και σας φώναξα και μου τη λέτε κι απο πάνω; Ακόμα ψίχουλα στο σύνταγμα θα τρώγατε χωρίς εμένα, ρε μουνιά!»

Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά έφυγε αηδιασμένος. Πιο κάτω συνάντησε ενα ζευγάρι πουλιών στη φωλιά τους. Φαινόντουσαν ερωτευμένα. Κρύφτηκε στην πίσω μεριά του δέντρου και άκουσε προσεκτικά.

-«Αγάπη, να σου πω, θα πεταχτώ εδω απέναντι να χέσω καμμιά φαλάκρα, και ξανάρχομαι, θες να σου πάρω τίποτε;»

-«Τι να μου πάρεις βρε αλήτη ανεπρόκοπε; Έχεις βάλει ποτέ κλαράκι σ’αυτη τη φωλιά;»

-«Τι επαθες μωρη, περιοδο έχεις; Για χέσιμο πάω λέμε!»

-«Αλήτη! Για μπύρες με κείνες τις βρωμόκοτες θα βγείς πάλι!» 

Και ο άνθρωπος που αγαπούσε τα πουλιά, απογοητεύτηκε και γύρισε σπίτι του. Ξέχασε τη γλώσσα τους, που έκανε τόσο καιρό να μάθει, και ξεαγάπησε τα πουλιά που πετούσαν ελεύθερα στον ουρανό με τα πολύχρωμα φτερά τους και γέμιζαν την πλάση με τις γλυκές μελωδίες τους.

Και αγάπησε τα κουνάβια, που δεν πετάνε, βρωμάνε, και δεν λένε ποτέ τίποτε. Και τα κουνάβια εξακολούθησαν να μην πετάνε, να βρωμάνε, και να μη λένε ποτέ τίποτε, και δεν τον απογοήτευσαν ποτέ.

Advertisements

12 Angry Men

angry-people-arguing-each-others-35811974

Η αίθουσα συσκέψεων του δικαστηρίου ήταν μικρή και απέρριτη. Ενα τραπέζι, με δώδεκα καρέκλες κυκλικά τοποθετημένες γύρω του. Οι δώδεκα άνθρωποι μπήκαν ένας ένας στο δωμάτιο και κάθησαν στις θέσεις τους.

Ήταν αποκαμωμένοι απο τη διαδικασία της δίκης, και τώρα έφτανε το σημαντικότερο, το πιο κουραστικό, το τελικό στάδιο. Οι άνθρωποι αυτοί θα αποφάσιζαν αν ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος κατα το κατηγορητήριο που του είχε απαγγελθεί. Και όσο φριχτό ήταν το έγκλημα αυτό, άλλο τόσο φριχτή ήταν και η ποινή που όριζε ο Νόμος: Θάνατος στην ηλεκτρική καρέκλα.

Οι άνθρωποι γύρω απο το τραπέζι διάβασαν τις σημειώσεις τους και άρχισαν να συζητάνε μεταξύ τους τις λεπτομέρειες που είχαν διηγηθεί στο δικαστήριο οι μάρτυρες. Όσο η ώρα πέρναγε, όσο συζητούσαν ακόμα και την πιο μικρή λεπτομέρεια της υπόθεσης, κοιτάζοντας τα χαρτιά τους, τόσο φούντωνε μέσα τους ο θυμός.

Θυμός για την κοινωνία που γεννά το έγκλημα. Θυμός για τον εγκληματία, που η αδικία της πράξης του τους έκανε σχεδόν να μην μπορούν να τον δούν ως άνθρωπο. Θυμός για το θύμα, που παρότι θύμα, οι υποκειμενικές ευθύνες του μπορεί να ήταν μεγάλες στη συγκεκριμένη περίπτωση. Θυμός και για τον ίδιο τον εαυτό τους, που σήμερα θα καταδίκαζαν η θα αθώωναν ενα ανθρώπινο πλάσμα. Θυμός για τις αποτρόπαιες πράξεις, τις λεπτομέρειες των οποίων άκουσαν απο τους μάρτυρες, και κατέγραψαν προσεκτικά στα σημειωματάρια τους.

Σημασία όμως δεν είχε ο θυμός. Σημασία είχε ο Νόμος. Και τον Νόμο ήταν που οι δώδεκα αυτοί άνθρωποι κλήθηκαν να υπηρετήσουν με την απόφαση που θα έπαιρναν μέσα σ’αυτό το δωμάτιο. Και δεν έπρεπε να βγούν, πρίν την πάρουν. Οι ώρες περνούσαν, και οι άνθρωποι γινόταν όλο και πιο θυμωμένοι. Η πίεση και το άγχος της διαδικασίας ανακατεύοταν με την κούραση, και φούντωναν ακόμα περισσότερο το θυμό μέσα τους.

Καθώς περνούσε η ώρα, οι συζητήσεις σιγά σιγά κόπασαν, καθώς οι ένορκοι άρχιζαν να καταλήγουν σε μια απόφαση. Τελικά, μετά απο πολλές ώρες διαβουλεύσεων, στην αίθουσα έπεσε σιωπή. Έντεκα ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν στον άντρα που ήταν καθισμένος στην κορυφή του τραπεζιού, είχε βγάλει τα παπούτσια του, είχε απλώσει τις ποδάρες του πάνω στο τραπέζι, και καθάριζε τα νύχια του με μια πένα Mont Blanc.

Εσείς, κύριε Πουμαρώ, τι γνώμη έχετε για όλα αυτα;», ρώτησε ένας απο τους ενόρκους, εμφανώς θυμωμένος απο το γεγονός οτι ο Ηρακλής Πουμαρώ, ο γνωστός επιθεωρητής της αστυνομίας, δεν είχε πεί λέξη μέχρι τότε.

Ο Πουμαρώ, παρόλη τη φαινομενική του ηρεμία, έβραζε μέσα του απο θυμό. Γιατί δε βρισκόταν εκεί ως επιθεωρητής της αστυνομίας. Βρισκόταν εκεί ως ένορκος, ίδιος και ισότιμος με τους υπόλοιπους έντεκα. Και μάλιστα, δεν ήθελε καθόλου να βρίσκεται εκεί. Ηταν η μόνη μέρα που είχε άδεια απο τη δουλειά του, και θα προτιμούσε να πάει για ψάρεμα, εαν δεν κληρωνόταν το όνομα του στην λίστα των ενόρκων. Προσπάθησε πολύ να το παζαρέψει με το γραμματέα του διακστηρίου, αλλα δεν μπόρεσε να το αποφύγει. Η κλήρωση ήταν αδιάβλητη.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ καθάρισε το τελευταίο σκουπιδάκι απο το μικρό νυχάκι του αριστερού του χεριού με την πένα, σήκωσε το βλέμμα, και κοίταξε τον Ένορκο νούμερο 9 σχεδόν αδιάφορα.

Τι δουλειά είπαμε κάνει αυτός ο φουκαράς εκει έξω;», ρώτησε.

Οι υπόλοιποι ένορκοι, απορημένοι, κοίταξαν τα χαρτιά τους. Κάπου βρίσκοταν αυτή η λεπτομέρεια, στις αρχικές δηλώσεις του κατηγορουμένου.

Το βρήκα!» είπε τελικά ο ένορκος αριθμός 5. «Είναι ο τύπος που ανακατέυει τα μπαλάκια στις κληρωτίδες των κληρώσεων για να βγάλει τυχαία ενα νούμερο».

Και τί μαλακίζεστε τόση ώρα;«, απάντησε ο Ηρακλής Πουμαρώ. «Τηγανίστε τον«.

Και με ένα θεατρινίστικο γύρισμα της πένας στο χέρι του, υπέγραψε τελευταίος το χαρτί της απόφασης που είχε μπροστά του με μια καλλιγραφική υπογραφή όλο ουρές:

Ηρακλής Πουμαρώ.

Η απόφαση ήταν ομόφωνη.

 


Το έγκλημα δεν μπορεί να περιμένει

Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ άφησε ενα βογγητό εκνευρισμού και προσπάθησε να πιάσει το ακουστικό του τηλεφώνου στα τυφλά πίσω απο την πλάτη του. Στο τρίτο χτύπημα εγκατέλειψε την προσπάθεια, στριφογύρισε ανάμεσα στα σκεπάσματα, και σήκωσε το ακουστικό.

– «Πρέπει να έρθετε αμέσως στο σταθμό!», άκουσε την φωνή του Αντιστράτηγου Μπαλούρδου. «Είναι επείγον!»

– «Με πέτυχες στο κρεββάτι. Δε μπορεί να περιμένει μέχρι αύριο;», απάντησε θυμωμένα ο Ηρακλής.

– «Οχι», αποκρίθηκε κατηγορηματικά ο Μπαλούρδος. «Το τρένο φεύγει στις οχτώ».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έκλεισε το τηλέφωνο και ανακάθησε στο κρεββάτι. Κοίταξε δίπλα του, και απλώνοντας το χέρι, χαίδεψε ανέμελα τον κώλο της Σεσίλια που ήταν ακόμα ξαπλωμένη δίπλα του.

– «Συγνώμη, γατούλα μου», της είπε με εμφανώς απολογητικό τόνο στην φωνή του. «Το έγκλημα δεν μπορει να περιμένει. Θα σε γαμήσω κάποια άλλη φορά».

Η Σεσίλια χασμουρήθηκε, κούνησε νωχελικά την ουρά της γλύφοντας τη δεξιά της πατούσα, νιαούρισε απαλά, γύρισε απο την άλλη και ξανακοιμήθηκε.

Η βρόχα έπεφτε straight through όταν ο Ηρακλής Πουμαρώ συνάντησε τον Αντιστράτηγο Μπαλούρδο έξω απο το σταθμό του τρένου.

– «Πάμε γρήγορα», είπε ο Αντιστράτηγος.

Κατευθύνθηκαν προς τις πλατφόρμες και μπήκαν στο τρένο.

Ο Ηρακλής έριξε μια ματιά τριγύρω καθώς προχωρούσαν στα βαγόνια. Το εσωτερικό των βαγονιών ήταν πολυτελές, και ανήκε εμφανώς σε μια άλλη εποχή. Οι τοίχοι ήταν επενδεδυμένοι με λουστραρισμένο ξύλο κέδρου και οξυάς. Ο ήχος των βημάτων τους χανόταν σε μια απαλή μοκέτα απο κασμίρι που βούλιαζε κάτω απο το βάρος των ποδιών του Πουμαρώ.

Μετά απο διαδρομή δυο βαγονιών, έφτασαν σε μια ξύλινη πορτα σουίτας. Δίπλα ακριβώς στεκόταν ενας αστυνομικός, και ο διευθυντής του σταθμού.

– «Ο επιβάτης της σουίτας 218 δεν έχει δώσει σημεία ζωής απο την Ιστανμπούλ», είπε ο διευθυντής. «Ανησυχήσαμε και φωνάξαμε την αστυνομία»

– «Είπαμε να περιμένουμε εσάς πρίν μπούμε στη σουϊτα», συνέχισε ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος. «Η πόρτα είναι κλειδωμένη απο μέσα. Η εμπειρία σας στη διαλεύκανση του εγκλήματος θα μας είναι πολύτιμη σ’αυτή την υπόθεση».

Ο Ηρακλής Πουμαρώ έψαξε τις τσέπες του. Έβγαλε το πακέτο με τα Καρέλια και έναν αναπτήρα Hondos Center. Άσπρο.

–  «Ανοίξτε την!», πρόσταξε, βάζοντας το τσιγάρο στο στόμα του.

Ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος εξέτασε προσεκτικά την κλειδαριά. «Θα χρειαστεί λεπτοδουλεια», αποφάνθηκε. Έσκυψε στον σάκκο που είχε δίπλα του, έβγαλε ενα πελώριο γκλόμπ και άρχισε να βαράει την κλειδαριά, η οποία υποχώρησε μετά απο πέντε η έξι χτυπήματα.

Ο Ηρακλής άνοιξε την πόρτα και μπήκε στη σουϊτα του τρένου. Η μπόχα που τον πλυμμήρισε έκανε το πρόσωπο του να πάρει μια έκφραση αηδίας. Έβγαλε το τσιγάρο απο το στόμα του και το κοίταξε. Το είχε ανάψει απο τη μεριά της γόπας. Το πέταξε στην κασμιρένια μοκέτα και το πάτησε με μια ντελικάτη κίνηση του ποδιού του κοιτάζοντας τριγύρω.

Η σουίτα ήταν μεγάλη για τραίνο, και πολυτελέστατα διακοσμημένη. Ενα διπλό κρεββάτι σε μια γωνία, και ενα στριμωγμένο γραφειάκι στην άλλη. Η μόνη πόρτα που υπήρχε στο δωμάτιο ήταν αυτή απο την οποία μόλις είχαν μπέι. Ο Ηρακλής προχώρησε στον απέναντι τοίχο της σουϊτας, και δοκίμασε το παράθυρο. Ήταν σφραγισμένο. Γύρισε στην πόρτα και εξέτασε τη σπασμένη κλειδαριά. Ήταν κλειδωμένη απο μέσα, με το κλειδί ακόμα πάνω στην κλειδαριά, και τον σύρτη εμφανώς περασμένο.

– «Μυστήριο», μονολόγησε.

Ο Ήρακλης στράφηκε στο εσωτερικό της σουίτας. Ακριβώς στο κέντρο, ήταν ξαπλωμένος ενας γαϊδαρος που μασουλούσε ένα καρότο, χτυπώντας απαλά τη μοκέτα με την ουρά του. Ο Ηρακλής κοίταξε σκεπτικός τον γαϊδαρο. Ο γαϊδαρος κοίταξε τον Ηρακλή με το πιο απλανές βλέμμα γαϊδάρου που είχε δεί ποτέ του ο Πουμαρώ. Ο Πουμαρώ έσκυψε, άπλωσε το χέρι του και έξυσε τον γαϊδαρο πίσω απο τα αφτιά. Ο γαϊδαρος κατάπιε, άφησε ενα σιγανό γκάρισμα ευχαρίστησης, και άρπαξε με το στόμα του ακόμα ενα καρότο απο το σωρό που υπήρχε δίπλα του.

Ο Ηρακλής στράφηκε προς τον διευθυντή του σταθμού.

– «Που βρίσκονται οι υπόλοιποι επιβάτες;», ρώτησε.

– «Τους έχουμε συγκεντρώσει όλους στο εστιατόριο του τρένου», απάντησε ο διευθυντής.

Ο Ήρακλής βγήκε απο τη σουϊτα και προχώρησε προς το εστιατόριο, στο επόμενο βαγόνι. Πίσω του ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Στάθηκε στην είσοδο του εστιατορίου και κοίταξε στο εσωτερικό. Εφτά άτομα καθόταν σε τραπέζια, εμφανώς ανήσυχοι. Ο Ηρακλής τους κοίταξε εξεταστικά έναν έναν. Το νεαρό ζευγάρι που καθόταν στον καναπέ στη γωνία πιασμένοι χέρι-χέρι. Τον μεσήλικα κύριο με το ακριβό γιλέκο, την κυρία κάποιας προχωρημένης ηλικίας που καμώνωταν οτι διάβαζε το βιβλίο της, και την γκουβερνάντα της που στεκόταν δίπλα της με τα χέρια διπλωμένα στα γόνατα της.

Ο Ηρακλής Πουμαρώ γύρισε προς τον Αντιστράτηγο Μπαλούρδο.

– «Συλλάβετε τους όλους!», διέταξε.

Οι επιβάτες άρχισαν να φωνάζουν, διαμαρτυρόμενοι. Ο Αντιστράτηγος Μπαλούρδος τους έκανε νόημα να σωπάσουν.

– «Με τι κατηγορία, κύριε Πουμαρώ;», ρώτησε ο Μπαλούρδος.

Ο Ήρακλής κοίταξε τον Μπαλούρδο με ενα ύφος σαν να ήταν ηλίθιος.

Που ήταν.

– «Με την κατηγορία του Όνου στο Όριεντ Εξπρές», απάντησε ο Πουμαρώ.

Κατέβηκε απο το τρένο με νωχελικά βήματα. Έψαξε τις τσέπες του, έβγαλε το πακέτο με τα Καρέλια. Κοντοστάθηκε στην άκρη της πλατφόρμας, και ξαναέψαξε τις τσέπες του βγάζοντας ενα αναπτήρα Hondos Center. Μαύρο. Ο Πουμαρώ άναψε το τσιγάρο του, απο τη σωστή μεριά αυτή τη φορά, και απομακρύνθηκε περπατώντας αργά κάτω απο το ψιλόβροχο της δροσερής νύχτας.


Μια αστυνομική ιστορία κλοπής

777041107

Ο Ηρακλής Πουμαρώ τράβηξε την τελευταία τζούρα απο το καρέλια άφιλτρο κι έσβησε τη γόπα στο τασάκι πάνω στον πάγκο. Ένας τεχνικός της σήμανσης έτρεξε προς το μέρος του κατατρομαγμένος

«Κύριε Πουμαρώ! Μολύνετε τη σκηνή του εγκλήμ…»

Ο Πουμαρώ τον διέκοψε με μια κίνηση του χεριού του

«Δεν πειράζει, Μπάμπη. Μπορείς να πάς σπίτι σου. Δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Μια ματιά αρκούσε για να διαλευκάνω το έγκλημα. Πρόκειται για δολοφονία»

Ο αντιστράτηγος Μπαλούρδος κοίταξε τον Πουμαρώ συνοφρυωμένος.

«Πως είστε τόσο σίγουρος, Ηρακλή;»

«Μάλιστα μπορώ και να σας πώ με απόλυτη βεβαιότητα απο τώρα», αποκρίθηκε ο Πουμαρώ, ανάβοντας ενα δεύτερο Καρέλια, «ποιός ακριβώς είναι ο δολοφόνος». Ρούφηξε μια δυνατή τζούρα και φύσηξε τον καπνό προς τα μούτρα του Μπάμπη, που κόντευε να εκραγεί απο θυμό.

Ο αντιστράτηγος Μπαλούρδος πλησίασε τον Ηρακλή Πουμαρώ.

«Μπα; Ποιός;»

Ο Ηρακλής κοίταξε ατάραχος τον αντιστράτηγο

«Πόσα δίνεις;», τον ρώτησε.

«Το Τμημα Ανθρωποκτονιών δεν έχει πολλά λεφτά», απάντησε ο αντιστράτηγος. «Χίλια δολλάρια».

«Για μια λυμένη δολοφονία και τον δολοφόνο πακέτο;», αποκρίθηκε ο Πουμαρώ. «Δέκα».

«Δυο», απάντησε ο Μπαλούρδος.

«Εννια», αντιπρότεινε ο Ηρακλής Πουμαρώ.

«Τρία, τελευταία προσφορά», είπε ο αντιστράτηγος.

«Οχτω. Ακατέβατα», απαντησε ο Πουμαρώ.

«Τρία», επέμενε ο Μπαλούρδος.

Ο Ηρακλής τον κοίταξε ατάραχος.

«Για τρία χιλιάρικα», είπε στον Μπαλούρδο κοιτάζοντας τον κατάματα, «μπορείς να πάρεις τ’αρχίδια μου».

Ο Ηρακλής πέταξε με μια αριστοτεχνική κίνηση το μισοτελειωμένο τσιγάρο μέσα στο ανθοδοχείο στην άλλη άκρη του δωματίου, βγήκε απο την πόρτα χωρίς να πεί κουβέντα, κατέβηκε στις σκάλες και χάθηκε στο σκοτάδι.


Μια διδακτική ιστορία δια τους κινδύνους του αναρχοσυμμοριτισμού

nicholas_hiatt_dcuo1_01

Ήταν κάποτε μια πολιτισμένη χώρα με πολιτισμένους ανθρώπους. Οι πολιτισμένοι αυτοί άνθρωποι έκαναν τα πάντα όπως επιτάσσει ο πολιτισμός: Στεκόντουσαν αριστερά στις κυλιόεμενες σκάλες, περίμεναν υπομονετικά στην άκρη να βγούν οι εξερχόμενοι επιβάτες πρίν μπούν στο μετρό, και ποτέ μα ποτέ δεν επατώσιν διφορετικόν κομβίον εις τον ανελκυστήρα, εξόν του ορόφου εις τον οποίον ήθελαν εξέλθει.

Η χώρα διέπρεψε στον πολιτισμό, τις τέχνες, τα γράμματα και την οικονομία, και έγινε ενα λαμπρό παράδειγμα πολιτισμού για τις υπόλοιπες χώρες στην περιοχή. Απέταξε τον σατανά και τον κουμμουνισμόν, και έγινε ισότιμο μέλος της Εβρόπης, όπως κάθε πολιτισμένη χώρα στον κόσμο.

Μέχρι που μια μαύρη μέρα, μια Παρασκευή και 13, απαίσχυντοι και απολίτιστοι αναρχοσυμμορίται, θέλουσιν την καταστροφήν του πολιτισμού που μισούσαν, ωσάν αγράμματοι και βάρβαροι που ήσαν, όρμησαν σαν σίφουνας απο τις σπηλιές τους στην πολιτισμένη αυτή χώρα, και διεξήγαγαν νυχτερινές επιχειρήσεις υπο άκρα μυστικότητα, στις οποίες ξεκόλλησαν, χρησιμοποιώντας σαπούνι, όλες τις πινακίδες στις κυλιόμενες σκάλες που έλεγαν στον κόσμο να στέκεται αριστερά, έσβησαν με μπογιά όλα τα βελάκια στο Μετρό που έδειχναν στον κόσμο που να σταθεί, και έβαλαν κόλλα σε ολα τα κουμπιά των φαναριών που άναβαν το πράσινο.

Μάλιστα, λέγεται πως, αυτόπτης μάρτυρας τους είδε να πατάνε όλα τα κομβία στον ανελκυστήρα πρίν εξέλθουν απο αυτόν. Τόσο απολίτιστοι ήταν.

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, η χώρα βυθίστηκε στο χάος και την γκαταστροφή. Οι άνθρωποι ξέχασαν απο ποιά μεριά της κυλιόμενης σκάλας να στέκονται και έγιναν απολίτιστοι. Εδιωξαν τη χώρα απο την Εβρόπη και σπρόχνωντας την σιγά σιγά με τα χέρια την κόλλησαν στην Ήπειρο της Βαρβαρίας, κάνοντας την την τελευταία Σοβιετία του πλανήτη.

Και ύστερα, έδιωξαν την ανάπτυξη και τον πολιτισμό, άφησαν μακριά μούσια και μαλλιά, και ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ.

Και καλύτερα, αγαπητέ αναγνώστη, να μην μάθεις καθόλου τι έκαναν απο τότε με τα κομβία του ανελκυστήρος.


Κάπως, στην Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία, κάποτε.

Μια ιστορία της Άναστασίας Ιακώβου / 7 Σεπτεμβρίου 2017

Κάπως, κάπου – και πιό συγκεκριμένα στην Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία – κάποτε, ήταν ένας άνθρωπος που ήταν πολλοί άνθρωποι μαζί. Τη μια στιγμή ήταν ένας σοβαρός ενήλικας που δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του και διεκδικούσε όλα τα δίκαιά του. Την άλλη στιγμή ήταν ένας έφηβος στο πρώτο του μεθύσι. Άλλη στιγμή ήταν ένας πολύ ευτυχισμένος πατέρας, ενώ την επόμενη ένα πολύ θλιμμένο παιδί.

Τη μια στιγμή ήταν ένας εξοργισμένος πελάτης, ενώ την επόμενη ένας ευγενέστατος υπάλληλος. Άλλες στιγμές ήταν ένας φιλήσυχος ανθρωπάκος που ξεκούραζε τα πόδια του στο παγκάκι του πάρκου, ενώ άλλες ήταν ένας θυμωμένος νεαρός που έριχνε πέτρες στις πάπιες. Τη μια στιγμή ήταν ένας διεγερμένος σεξουαλικά ετεροφυλόφιλος, ενώ την επόμενη ένας αθεράπευτα ρομαντικός και μοναχικός ομοφυλόφιλος.

Όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ήταν αυτός ο ίδιος. Έχοντας γνώση ότι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που στιγμή τη στιγμή ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ των, ήταν αυτός ο ίδιος, αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι και να βρει κάποιον διαφορετικό από εκείνον. Κάποιον μοναδικό.

Ξεκίνησε το ταξίδι του από τον κάμπο των Κρεμμυδιών, όπου όχι τυχαία, επέλεξε μια νεαρή αγρότισσα. “Καλημέρα σας!” είπε όλο θέρμη στην νεαρή κοπέλα, που το πρόσωπό της γυάλιζε από τον ιδρώτα. “Καλημέρα” του απάντησε, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία. “Μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο; Ξέρετε, ψάχνω να μιλήσω σε κάποιον και να μου πει για τη μοναδικότητά του”.

Τα μάτια της νεαρής έλαμψαν. “Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, έχω πολύ σκάψιμο για να προλάβω.” του είπε με λαχτάρα στη φωνή της. “Όμως γνωρίζω μια αγρότισσα από τον κάμπο του Σκόρδου που πιστεύω θα μπορέσει να σε βοηθήσει.”

Τι να κάνει λοιπόν ο άνθρωπος μας, την ευχαρίστησε και πήρε το δρόμο για τον κάμπο του Σκόρδου. Πέρασε από τον αμπελώνα των Κόκκινων σταφυλιών, τη λίμνη των Νούφαρων, το βουνό των Ελαιώνων και τον λαχανόκηπο των Μεγάλων και Δραματικά Γεμάτων σπόρια Καρπουζιών.

Γνώρισε στη διαδρομή του, λογιών λογιών ανθρώπους. Λυπημένους… Χαρούμενους… Θυμωμένους… Αντικοινωνικούς… Παρορμητικούς. Και κάθε σκέψη που περνούσε από το μυαλό του, του έλεγε πώς δεν τους βρίσκει και τόσο διαφορετικούς ή μοναδικούς, αφού και ο ίδιος μπορούσε να είναι όλα αυτά και πολλές φορές, ταυτόχρονα.

Με αυτές τις σκέψεις του όμως, στεναχωριόταν πολύ. Γιατί κάτι που δε σας είπα για τον άνθρωπό μας, είναι ότι δεν του άρεζε καθόλου μα καθόλου που ήταν τόσοι άνθρωποι σε έναν. Είχε κουραστεί τόσο πολύ από τα χρόνια και τις εναλλαγές των συναισθημάτων και πλέον δεν ένιωθε συγκίνηση από τίποτα. Στην ουσία… αισθανόταν ο ίδιος… Ένα τίποτα. Για αυτό θέλησε λοιπόν να ψάξει τον μοναδικό! Τον διαφορετικό! Για να του δείξει τον τρόπο του και να καταφέρει και πάλι να νιώσει για τον εαυτό του, έστω και κάτι.

Μέσα στο ταξίδι του, είδε πολύ όμορφες εικόνες. Όμως ο κόσμος της Καραμελωμένης Κυρίαρχης Δημοκρατίας, δεν είχε καμία σχέση με τον δικό μας κόσμο. Εκεί δε χρειάζεται φωτογραφική μηχανή. Ό,τι και να δεις ο νους σου το επαναφέρει στη μνήμη όποτε το θέλεις. Αρκεί, να το θέλεις. Πέρασε περίπου ένα εξάμηνο που ταξίδευε για να φτάσει στον κάμπο των Σκόρδων.  Το εξάμηνο στην Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία βέβαια, κρατάει πάνω κάτω όσο 3 εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα της Γής. Δηλαδή ένα εξάμηνο.

Έφτασε τελικά και ξεκίνησε να αναζητά την αγρότισσα που του είχε πει η νεαρή από τον κάμπο των Κρεμμυδιών. Ρωτούσε από εδώ, τίποτα. Από εκεί… Πάλι τίποτα. Έτρεχε στα ψηλά Σκόρδα, τίποτα. Έψαχνε στα Δώθε Σκόρδα, τίποτα….

Εξαντλημένος, εξοργισμένος, λυπημένος, διψασμένος, χορτασμένος και σε ανησυχία ταυτόχρονα, έκατσε σε ένα πετρόχτιστο τοιχείο που προστάτευε κάτι κοτοπουλάκια. Άρχισε να ουρλιάζει, να κλαίει και να γελάει ταυτόχρονα, μουρμουρίζοντας πως τελικά, δεν υπάρχει το διαφορετικό. Δεν υπάρχει το μοναδικό.

ΜΠΑΜ.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος και ακολούθησε ο εξής διάλογος :

– «Εγώ μάνα δεν πάω να αγοράσω κότα! Ας πάει ο αδελφός μου που είναι μεγαλύτερος και δεν θα τον κοροϊδέψουν»

– «Βρε πουλάκι μου, δεν θα σε κοροϊδέψει κανείς!»

– «ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΚΟΤΑ ΚΑΙ ΜΕΙΝΑΝ ΟΡΦΑΝΑ ΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ»

– «Βρε αγάπη μου, δεν έφταιγες εσύ. Εγώ έφταιγα που δεν σου είπα να μην την εμπιστεύεσαι την αλεπού!»

– «ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΧΕΙ. ΑΝ ΘΕΛΕΙ ΑΣ ΠΑΕΙ ΕΚΕΙΝΟΣ. ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΑΩ. ΔΕΝ ΠΑΩ. ΔΕΝ ΠΑΩ.»

– «Γιαβρί μου καλό, δεν θα σε κοροϊδέψει κανείς… Άσε που ο αδερφός σου, έχει πάει στον ποταμό των Γριβαδιών να κλείσει μια συμφωνία, μήπως και καταφέρουμε να αυξ’ησουμε την παραγωγή μας. Σε παρακαλώ, μη μου φορτώνεις και αυτή τη δουλειά. Πρέπει να πάω στο χωράφι να σπείρω!»

– «Καλά μάνα. Εντάξει. Θα πάω. ΑΛΛΑ ΑΝ ΜΕ ΚΟΡΟΪΔΕΨΟΥΝ ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΑΝΩ ΤΙΠΟΤΑ.»

Ο άνθρωπος μας άκουγε την κουβέντα και προφανώς δεν καταλάβαινε τίποτα. Σήκωσε όμως τα δακρυσμένα μάτια του και είδε τη Μάνα, να παίρνει ένα τσουβάλι που φαινόταν πολύ βαρύ και να ξεκινάει για το χωράφι της.

– “Συγγνώμη καλή μου κυρία και καλή σας μέρα!” Είπε με ενθουσιασμό στη φωνή.

– “Καλημέρα, ξένε” του απάντησε η Μάνα.

“Ξένε;” σκέφτηκε από μέσα του ο άνθρωπός μας. “Τι αγενές και ρατσιστικό…” Συνέχισε τη σκέψη του.

– “Ναι, ξέρετε, θέλω να σας ρωτήσω για μιαν αγρότισσα”.

– “Ποιά ψάχνεις και γιατί;”

“Καλά είναι δυνατόν να μου μιλάει έτσι; γιατί έτσι τη θέλω την ψάχνω, τι τη νοιάζει αυτήν;”, σκέφτηκε… Όμως αυτή τη φορά, έκανε το λάθος να σκεφτεί ΔΥΝΑΤΑ. Η Μάνα γέλασε. Έβγαλε από την τσέπη της ένα καθαρό και μοσχομυρωδάτο λευκό μαντήλι, τέντωσε το χέρι της και του το έδωσε.

– “Αυτό είναι για να σκουπίσεις τα δάκρυά σου. Σχώρα με για την ερώτησή μου, αλλά δεν πρόκειται για κατινιά. Οι αγρότισσες στον κάμπο του Σκόρδου, όλες έχουν και από μια χάρη. Ο μεγάλος Κορνήλιος Εύτροπος, μεγάλη η χάρη του, όταν έφτιαξε την Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία, ευλόγισε τις αγρότισσες του κάμπου των Σκόρδων με χαρίσματα που άλλες γυναίκες δεν έχουν. Και η καθεμνιά έχει και ξεχωριστή χάρη. Σε ρώτησα λοιπόν ποιά ψάχνεις, για να δω αν μου επιτρέπεται να μιλήσω για αυτήν και για ποιόν λόγο τη θες, μήπως και η δική μου χάρη, μπορεί να σε βοηθήσει.”

Ο άνθρωπος μας κοκκίνησε από την ντροπή και γελούσε σαν υστερικός ταυτόχρονα, με την γκάφα που έκανε.

– “Με συγχωρείτε που μίλησα έτσι. Ξέρετε καμιά φορά δεν καταλαβαίνω ότι σκέπτομαι δυνατά. Όπως και να έχει. Κάνω εδώ και 6 μήνες ένα ταξίδι, που το ξεκίνησα από τη ρεματιά της Κλαίουσας Ιτιάς και έχω περάσει, κάμπους, λιβάδια, ποτάμια και θάλασσες για να μπορέσω να έρθω. Στον κάμπο των Κρεμμυδιών, μια νεαρή αγρότισσα, μου είπε πως θα μπορέσω εδώ να βρω την απάντησή μου για ένα μεγάλο μου πρόβλημα.”

– “Λοιπόν, ποιό είναι το πρόβλημά σου;”, του είπε η Μάνα, με ειλικρινές ενδιαφέρον στη φωνή της.

– “Να ξέρετε, εγώ που με βλέπετε… δεν είμαι μόνο εγώ. Είμαι πολλοί άλλοι ταυτόχρονα. Αυτό με έχει κουράσει πια και επειδή είδα και απόειδα, αποφάσισα να ψάξω για κάποιον διαφορετικό… Μοναδικό.”

“Χμ…” Αναφώνησε η Μάνα. “Και δε μου λες. Μέσα σε αυτούς τους πολλούς ανθρώπους που είσαι ταυτόχρονα… Υπάρχει κανείς που να χαίρεσαι για την ύπαρξή του;”

“ΧΑΧΑ”, γέλασε ο άνθρωπός μας. “Ε αυτό εννοείται. Όχι μόνο ένας. Αρκετοί από αυτούς. Οι υπόλοιποι όμως, με εξουθενώνουν.”, απάντησε και από το γέλιο, το γύρισε σε κλάμα γοερό. Έβγαλε από την τσέπη του το λευκό μοσχομυρωδάτο μαντήλι που του είχε δώσει η Μάνα και σκούπισε τα δάκρυά του.

– “Βρε ξένε, να σε ρωτήσω κάτι;”

– “Είναι η δεύτερη φορά που με λέτε ξένο. Με κάνετε να θυμώνω. Το βρίσκω αγενές και ρατσιστικό!”

– “Συγγνώμη άνθρωπέ μου, αλλά είσαι από τον κάμπο των Σκόρδων;”

– “Όχι! Τι σχέση έχει αυτό;”

– “Ε βρε καλέ μου, άρα για εμάς, που είμαστε από εδώ, είσαι ξένος. Γιατί αυτό να είναι κακό; Και κυρίως… Γιατί εσύ, το παίρνεις για κακό;”

Ο άνθρωπός μας σταμάτησε να μιλά για 10 ολόκληρα λεπτά, ενώ κοιτούσε τη Μάνα βαθιά μέσα στα μάτια. Συνειδητοποίησε τότε πως δεν είχε καμία απάντηση να της δώσει. Προσπαθώντας να βρει εκείνο για το οποίο ταξίδεψε, κατάπιε τον εγωισμό του και είπε,

– “Ξέρετε… έχετε δίκιο. Με συγχωρείτε. Είμαι προκατειλημμένος από κάποιες αντιλήψεις στη ρεματιά της Κλαίουσας Ιτιάς. Ωστόσο, τελικά, μπορείτε να με βοηθήσετε και να μου πείτε πού μπορώ να βρω την αγρότισσα που μπορεί να μου λύσει το θέμα μου;”

– “Θα σου πω, μόλις μου απαντήσεις το εξής. Είσαι τόσοι άνθρωποι μαζί και ψάχνεις τον διαφορετικό και τον μοναδικό. Πώς ακριβώς τον φαντάζεσαι;”

– “Εεεε… Ξέρω εγώ; Διαφορετικό. Να μην είναι όπως όλοι οι άλλοι. Να είναι μοναδικός.”

– “Και δεν πιστεύεις ότι ο καθένας από αυτούς που είσαι, είναι μοναδικός και διαφορετικός;”

Πάλι κόλλησε το σύστημα του ανθρώπου μας, και πώς να κάνει επανακίνηση.

– “Ε τώρα τι να σας απαντήσω. Δεν ξέρω τι να πω.”

– “Θα σου πω εγώ λοιπόν. Η αγρότισσα που ψάχνεις, είμαι εγώ. Ο λόγος που με ψάχνεις είναι για να καταλάβεις και αποδεχτείς τον εαυτό σου. Ή τους εαυτούς σου, ό,τι σε βολεύει. Και ο λόγος που με βρήκες στον κάμπο των Σκόρδων, είναι γιατί είσαι σαν το σκόρδο. Όπως όλοι μας. Απ’έξω μας, όλοι μοιάζουμε λίγο πολύ. Αν μας ξεφλουδίσει όμως κανείς, βρίσκει πολλές ρίζες. Εκτός φυσικά από κάποιους ανθρώπους, όπως ακριβώς και μερικά σκόρδα, που είναι τζούφιοι. Άδειοι. Κενοί. ΤΙΠΟΤΑ. Να χαίρεσαι που δεν είσαι τζούφιος. Και να ξέρεις πως είσαι και διαφορετικός και μοναδικός. Και ας είσαι όσοι είσαι.

Αγάπα τον εαυτό σου, χάιδεψε και αγκάλιασέ τον για τα λάθη του, κλάψε μαζί του για τις δυσκολίες του και κάνε γλέντι για τις χαρές του. Γιατί όλα αυτά σε κάνουν αυτόν που είσαι. Και αυτός που είσαι είναι διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλο και μοναδικός γιατί όσο και να ψάξεις στη Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία, δεν πρόκειται να βρεις ίδιο με εσένα.”

– “Μα είμαι περίεργος, και όσοι έρχονται κοντά μου με κάνουν πέρα γιατί δεν μπορούν να βασιστούν σε μένα, αφού είμαι τόσοι άλλοι.”

– “Και;», αποκρίθηκε η Μάνα. «Αυτός ή αυτή ή αυτοί που θα θελήσουν να μείνουν δίπλα σου, θα σε αγαπούν εξολοκλήρου. Θα σε αγαπούν όλους σου. Και στην τελική…. Αγάπα τον εαυτό σου. Και ξαφνικά από μόνος σου, θα αγαπάς και θα σε αγαπούν όλοι όσοι είσαι, οπότε δε θα είσαι μόνος.”

Ο άνθρωπος μας δάκρυσε.

Από χαρά, από συγκίνηση, από ένταση, από θυμό που δεν τα είχε σκεφτεί όλα αυτά από μόνος του. Στο τέλος όμως συγκεντρώθηκε, ανασκουμπώθηκε. Φύσηξε τις μυξούλες του στο λευκό μυρωδάτο μαντήλι και το έβαλε στην τσέπη του.

– “Αυτό θα το πάρω ενθύμιο. Πώς μπορώ να σας λέω όταν θα λέω την ιστορία για την αγρότισσα που μου έλυσε το πρόβλημα της ζωής μου;”

– “Μάνα”, του απάντησε. “Εσύ πως λέγεσαι; Όχι πως θα έχω να λέω οπουδήποτε κάτι, έτσι για τη γνωριμία.”

– “Εγώ είμαι ο Εσύ για εσένα, Μάνα. Για όλους τους άλλους είμαι ο Εσείς.”

– “Αν αγαπήσεις τον εαυτό σου, μάλλον θα λέγεσαι Εγώ και οι άλλοι.”

Γελάσανε και οι δύο, δώσαν τα χέρια και αποχωριστήκαν. Ο άνθρωπός μας, πήρε το δρόμο της επιστροφής, ενώ ένιωθε ταυτόχρονα κουρασμένος, ενθουσιασμένος, πεινασμένος και ευτχισμένος, για πρώτη φορά, δε στεναχωρήθηκε που του συμβαίναν όλα αυτά ταυτόχρονα.

Μάλιστα, έπιανε το κάθε συναίσθημα και του μιλούσε με λογική και χιούμορ. Η ζωή του από τότε όσο καλά, στραβά, μονότονα, πολύχρωμα και να πήγαινε, την αντιμετώπιζε με ηρεμία και τονίζοντας στον εαυτό του πως οτιδήποτε και αν ζει, είναι διαφορετικό και μοναδικό και μόνο αυτή η σκέψη, τον βοηθούσε να σκεφτεί λύσεις σε όποια προβλήματα τον βασανίζαν.

2 χρόνια μετά σε διακοπές του στο νησί των Θαλάσσιων Κυδωνιών, συνάντησε τη νεαρή αγρότισσα από τον κάμπο των Κρεμμυδιών. Τότε πια, είδε και την εξωτερική, αλλά και την εσωτερική ομορφιά της και της ζήτησε να παντρευτούν. Δέχτηκε και του χάρισε πολλά τέκνα στη ζωή που διανύσαν μαζί. Το κάθε τέκνο ήταν και από τουλάχιστον 3 άνθρωποι. Έτσι η μάνα τους τους έλεγε πως μοιάσαν του πατέρα τους και είναι πολύ ευτυχής για αυτό.

Περάσαν τα χρόνια και κάπως, κάπου και συγκεκριμένα στην Καραμελωμένη Κυρίαρχη Δημοκρατία, κάποτε, ο άνθρωπός μας έφερε στη μνήμη του τη Μάνα. Πεντακάθαρη η εικόνα μπροστά στα μάτια του και είδε συγκεκριμένα τη στιγμή που η Μάνα, του είχε δώσει το λευκό μοσχομυρωδάτο μαντήλι. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, άνοιξε το πρώτο συρτάρι της συρταριέρας, το έβγαλε και το πήρε μαζί του στο κρεβάτι. Στην ανάμνηση αυτή, του έφυγαν δάκρυα χαράς.

Τα σκούπισε με το μαντήλι και ακούμπησε το χέρι του στην καρδιά του.

Και ζήσαν αυτοί… Καλά. Αυτός δεν έζησε, αλλά μην κλάψετε.

Έζησε μια γεμάτη ζωή την οποία με το που αγάπησε τον εαυτό του, ξεκίνησε πραγματικά να τη ζει.

ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ…..

Ας το αφήσουμε καλύτερα.

 

 

 


Η Γέφυρα της Δημοκρατίας

– «Με συγχωρείτε, κύριε Ταξίαρχε, αλλά αυτό που προτείνετε είναι πολύ παρακινδυνευμένο», είπε ο λευκός άντρας με το πόλο μπλουζάκι και το χαβανέζικο σορτσάκι. Έδειχνε εντελώς παράταιρος μέσα στη συνδιάσκεψη του Υπουργείου Αμύνης, αλλά κανείς δεν σχολίαζε την εμφάνιση του. Ήταν πολύ σημαντικός για την επιτυχία της επιχείρησης.

– «Γιατί;», απάντησε ο Ταξίαρχος. «Απλά ενα πραξικόπημα είναι. Κάνω πραξικοπήματα απο την εποχή που εσυ ήσουν κολλημένος στο βυζί της μάνας σου».

Ο λευκός άντρας αγνόησε την προσβολή.

– «Έχουν αλλάξει οι εποχές, Ταξίαρχε. Η αντιπολίτευση σας είναι οργανωμένη. Συγχρονίζονται και οργανώνονται με το Twitter, και επηρεάζουν την κοινή γνώμη σε πολλές χώρες».

– «Κομμουνιστές», έκανε αηδιασμένος ο Ταξίαρχος, με μια κίνηση του χεριού του. «Απλά θα τους καθαρίσουμε. Καθαρίζω κομμουνιστές απο την εποχη που εσύ έγλυφες…».

Τον διέκοψε ενας τύπος που κάθοταν στη γωνία και μέχρι τώρα απλά παρακολουθούσε τη συζήτηση.

– «Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα σήμερα, Ταξίαρχε. Η κοινή γνώμη πιά είναι διεθνής και αμείλικτη. Αλλά πάντα υπάρχει τρόπος. Απλά θα μαζέψουμε 200 χιλιάδες απ’αυτούς, τους πιο ενεργούς, στη Γέφυρα της Δημοκρατίας. Η γέφυρα θα πέσει, εμείς θα το παρουσιάσουμε ως έκτακτη ανάγκη και ανθρωπιστική καταστροφή, και θα επέμβει ο στρατός. Ούτε κάν που θα ακουστεί η λέξη πραξικόπημα».

Ο Ταξίαρχος τον κοίταξε έκπληκτος.

– «Φερνάντες Τζημέρεζ Σάντσες, δε σας είχα για τόσο έξυπνους εσάς τους πολιτικούς! Με εκπλήσσεις!»

Ο Φερνάντες τον ευχαρίστησε με μια απαλή υπόκλιση ταπεινότητας. Ο Ταξίαρχος δε φαινόταν ωστόσο πολύ ικανοποιημένος.

– «Η Γέφυρα της Δημοκρατίας δεν ήταν εκείνη που χτίστηκε για να μπορεί να αντέξει υποτίθεται όλο το λαό; Κάτι τέτοια δε λέγαμε;»

– «Δεν είχαμε τόσο λαό τότε. Και μην ξεχνάς οτι την έφτιαξε εκείνος ο φίλος του Πρόεδρου ο εργολάβος ο Έλληνας, πως τον λένε, μπα, μπε, δε θυμάμαι»

– «Μπόμπολας;»

– «Αυτός. Οπότε είναι έτσι κι αλλιώς έτοιμη να πέσει. Εμείς απλά θα πριονίσουμε λίγο τα κατάλληλα σημεία για να βοηθήσουμε. Βάλαμε ενα καθηγητή που συνεργαζόμαστε να το υπολογίσει, και έβγαλε την αντοχή στις 150 χιλιάδες κόσμο μάξιμουμ. Βασικά δεν το έβγαλε αυτός, ο παλιοτεμπέλαρος το’δωσε απαλλακτική σε κάποιο φοιτητή, ενα Πασχαλίδη, και…»

– «Δε με ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες, σε πιστεύω. Και απο τους 200 χιλιάδες πόσοι υπολογίζουμε οτι θα τη γλυτώσουν τελικά;»

– «Ελάχιστοι. Για σιγουριά έχουμε ήδη γεμίσει το ποτάμι κροκόδειλους. Θυμάστε εκείνη την καμπανία στο Avaaz για τη διάσωση του κροκόδειλου του Αμαζονίου που μάζεψε 2 εκατομμύρια υπογραφές;»

Ο Ταξίαρχος έμεινε σκεπτικός για λίγο.

– «Ναι, ίσως να μπορεί να γίνει έτσι». Γύρισε στον άντρα με το μακό. «Μπορείτε να το κανονίσετε;»

– «Να μιλήσω με τους δικούς μου και θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε», απάντησε αυτός.


Η Αίθουσα Συνεδριάσεων 49 του Τμήματος Ειδικών Αποστολών της CIA στο Λάνγκλεϊ ήταν ενα λιτό, απλό δωμάτιο. Οι τέσσερις παρευρισκόμενοι καθόταν γύρω απο ενα στρογγυλό τραπέζι, ο καθένας με το λάπτοπ του και ενα ποτήρι νερό. Τίποτε δεν έδειχνε οτι ήταν μια απο τις αίθουσες στις οποίες παίρνονταν αποφάσεις που επηρέαζαν εκατομμύρια κόσμο κάθε χρόνο.

 

– «Πες μου πάλι τι παράγει αυτη η χώρα;», ρώτησε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

Η κοπελίτσα δίπλα του πετάχτηκε σε χρονο dt.

– «Ταρταρούγα, κύριε. Είναι ο κυριότερος εξαγωγός ταρταρούγας στην Αμερικάνικη ήπειρο».

– «Μάλιστα. Και τι τη θέλουμε αυτήν την ταρταρούγα εμείς;»

– «Απο αυτή φτιάχνονται οι σκέλετοι απο τα γυαλιά των χίψτερ, κύριε. Μόνο η Καλιφόρνια εισάγει δεκαεφτά εκατομμύρια τόνους ταρταρούγας το χρόνο».

– «Ε και; Δε μπορούμε να βρούμε ταρταρούγα απο κάπου αλλού;»

– «Δεν είναι μόνο αυτό κύριε. Έχουμε επενδύσει στη χώρα. Τους έχουμε φτιάξει ενα εργοστάσιο που μαζεύει χελώνες και παράγει δυο επεξεργασμένα προίοντα: Το καβούκι γίνεται ταρταρούγα, και το κρέας το παίρνει η McDonalds για…»

– «Ασε, δε θέλω να μάθω», τη διέκοψε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

– «Πάντως εμείς εισάγουμε και τα δυο», είπε η κοπελίτσα.

– «Μάλιστα».

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας γύρισε στον άντρα με το πόλο μπλουζάκι.

– «Και τί θέλει τώρα αυτός ο παλαβός εκεί κάτω; Να σκοτώσουμε 200 χιλιάδες ανθρώπους για του κάτσει το πραξικόπημα;»

– «200 χιλιάδες κομμουνιστές», τον διόρθωσε ενας τύπος που στεκόταν όρθιος, ακουμπισμένος στον τοίχο στο βάθος της αίθουσας.

– «Δε μου λέει τίποτα το κομμουνιστής», αποκρίθηκε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας. «Κι εκείνος ο Τσίπρας κομμουνιστής λέγαμε οτι ήταν, και μόνο κώλο δε μας έδωσε».

– «Κάνετε λάθος, κύριε», πετάχτηκε η κοπελίτσα δίπλα του.

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας την κοίταξε με ενα ερωτηματικό ύφος.

– «Μας έδωσε. Θυμάστε εκείνη την επίσημη επίσκεψη στις…»

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας την διέκοψε με μια κίνηση του χεριού του.

– «Άστα τώρα αυτά. Ωστε πραξικόπημα. Είναι βαρύ πράγμα. Είμαστε σίγουροι οτι έχουμε το δικαίωμα;»

– «Ναι, κύριε. Εδω είναι η Εκτελεστική Εντολή. Υπογεγραμμένη απο τον PROCTUS αυτοπροσώπως».

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας την μάλωσε.

– «Άκουσε, το ξέρω οτι ήσουν στην Μυστική Υπηρεσία, αλλά σου έχω πεί οτι εδω στην CIA χρησιμοποιούμε διαφορετικό παρατσούκλι. Εδώ τον φωνάζουμε Πορτοκαλί Μαλάκα. Δείξε μου το χαρτί».

Ο Σύμβουλος Εθνικης Ασφαλείας το πήρε στα χέρια του και το διάβασε προσεκτικά.

– «Καλά, ο Πορτοκαλί Μαλάκας είναι ικανός να υπογράψει άδεια για να του χώσουν πυρηνικά στον κώλο. Το Κογκρέσσο τι λέει;»

– «Ορίστε τα κονδύλια, κύριε». Οταν σου ενέκριναν ενα κονδύλι, ήταν ο έμμεσος τρόπος να δώσουν την άδεια τους στην επιχείρηση.

– «Μάλιστα. Ξέρουμε ποιοί είναι οι 200 χιλιάδες;»

– «Ναι», απάντησε ο άντρας με το πόλο μπλουζάκι. «Εχω εδω τη λίστα απο την NSA», είπε δείχνοντας ενα USB stick. «Είναι όλοι σε ενα γκρούπ στο Facebook και ξεροχύνουν για κάποια Ευα».

– «200 χιλιάδες άνθρωποι…», μονολόγησε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

– «Κομμουνιστές», τον διόρθωσε ο τύπος στο βάθος της αίθουσας.

– «Τεχνικά, εμείς δε θα τους πειράξουμε», είπε ο τύπος με το πόλο μπλουζάκι. «Εμείς απλά πρέπει να φροντίσουμε να μαζευτούν όλοι μαζί την ίδια ώρα σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Τα υπόλοιπα είναι αλλονών δουλειά».

– «Μπορεις να κάνεις κάτι τέτοιο;», ρώτησε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

– «Αν έχω το πράσινο φως να προχωρήσω, ναι», απάντησε ο τύπος με το πόλο μπλουζάκι.

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας το σκέφτηκε.

Γύρισε στην κοπελίτσα.

– «Ποση ταρταρούγα θέλουμε για τα γυαλιά των χίψτερ, είπες;»

– «Δεκαεφτά εκατομμύρια τόνους τον χρόνο, μόνο η Καλιφόρνια», απάντησε η κοπελίτσα.

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας γύρισε στον άντρα με το πόλο μπλουζάκι.

– «Έχεις το πράσινο φώς».

Ο άντρας με το πόλο μπλουζάκι έβγαλε ενα κινητό απο την τσέπη του και πληκτρολόγησε ενα αριθμό

– «Ελα, εγω είμαι. Ρε συ, τη βοήθεια σου θέλω, έχετε ακόμα εκείνο το παιχνίδι; Ναι, είναι θέμα εθνικής σημασίας. Να περάσω απο το γραφείο σου αύριο;»


Στις 18 Σεπτεμβρίου, ώρα 12 το μεσημέρι ακριβώς, ενα εξαιρετικά σπάνιο ροζ Πόκεμον με γαλάζιες βούλες, εμφανίστηκε ξαφνικά στο κέντρο της Γέφυρας της Δημοκρατίας, στην πρωτεύουσα μιας μικρής Λατινοαμερικανικής χώρας.