Ταξιδιωτικαί διδαχαί

Αι Ταξιδιωτικαί Διδαχαί, ως και λοιπά κείμενα που μέλλεται να ακολουθήσουν, εδημοσιεύθησαν αρχικώς προ δεκαετιών εις το καταξιωμένον και κοσμοξακουστόν λογοτεχνικόν ιστοτετράδιον «delirium» υπο εκδόσεως Αντωνίου Καναβούρεως, και αποτέλεσαν την ιστορικήν εκείνη υποψηφιότητα του Συγγραφέως δια το λογοτεχνικόν βραβείον «Νόμπελ» λογοτεχνίας. Ατυχώς, πολιτικαί και άλλαι προτεραιότηται της Σουηδικής Επιτροπής, οδήγησαν στην απονομήν του βραβείου του έτους εκείνου, εις τίνα άσχετον τε και άγνωστον εις το κοινόν δημοσιουπαλληλίσκου, ονόματι Σεφεριάδης η κάπως έτσι.

Διδαχή πρώτη

Καποτε, εν Κατω Ανωχωριον ευρισκομενος, ηκουσα απο χειλη εμπιστα την ιστορια ταυτη : Προ πολλακις, η κυρια Σουλα εχασε την γατα της, συμπαθεστατον κατοικιδιο καλουμενον «Τανα». Εζητηθη η βοηθεια της Αστυνομιας προς ανευρεσιν του ατυχου ζωντανου. Ως χωριον φιλησυχον, διχως κλεφτας και λωποδυτας, οι αστυνομικοι ολημερις επληττον εις περιπολιας ανευ περιεχομενου. Οπως ητο φυσικον, της ευκαιριας αρξαμενοι, πληρης η Αστυνομικη Δυναμη Ανωχωριου ετεθη προθυμοτατη στην υπηρεσιαν της καλης ταυτης ηλικιωμενης κυριας. Πληθως ενστολων αστυνομικων περιερχοταν τας δρομους και τας πλατειας, αναρωτωμενοι ουχι σιωπηρως αλλα ερωτωντες αλληλους :

-«Μπας κι ειναι δω?»
-«Μπας κι ειναι κει?»

Αρξαμενης της νυκτος το κατοικιδιον ουκ ενεφανισθη, οι αστυνομικοι δε επεστρεψαν μετα βαθεως καματου εις τας οικιες αυτων. Ευρισκομενη εν βαθεια απογνωσην, η κυρια Σουλα εκλωθωγυριζεν οληνυχτις εις την αυλην φωνασκουσα :

-«Τααααναααααα! Ταναααα! Που εισαι, Τααανα μου? Που? Ταααααναααα!»

Προ αλεκτωρ λαλησαντος τριακις, παντζουριον ανοιξαντος ενεφανισθη γειτων καλουμενος Πετρουλας. Εν αντιθεσει πλειστων των κατοικων του χωριου, οστις ετυγχαναν ανθρωποι σοφρωνες τε και μορφωμενοι, ο Πετρουλας ητο αγραμματος και το λεξιλογιον ταυτου περιορισμενον, οστις επολλακις ετυγχανε οπως χρησιμοποιησει λεξεις αδοκιμες και ηχομιμητικες, καλων τον σκυλον «Γαβ!» και την αμαξοστοιχιαν τινα «Τσουφτσουφ». Ητο επισης και αγροικος – και ως τετοιος ενεφωναξεν εις την πτωχην γραιαν:

-«ΣΚΑΣΕ ΜΩΡΗ ‘ΠΟΥ ΤΑΝΑ’ ΜΗ ΦΩΝΑΞΩ ΤΟΥΣ ‘ΜΠΑΣ ΚΙ ΕΙΝΑΙ'»

Επι της ακροασεως της ιστοριας ταυτης, ελυθην ξαφνικως το μεγαλειωδες μυστηριον οπου εταλανιζεν ανα ετη επι ετων τας κορυφαιους των γλωσσολογων περι της γεννησεως των λεξεων «πουτανα» και «μπασκινας».

Η γατα δε, ουδεποτε ανευρεθη.

Διδαχή δεύτερη

Προ αρκετων ετων ευρεθην επισκεπτης εις νησον Ικαριαν. Μετα φιλικης παρεας ανθρωπων τινων ευρισκομενος επαρατηρησαν οδον τινα καλουμενην «Οδος Ντουρουτι». Απορησαντος περι της ονομασιας της οδου ταυτης, ανηρ μεσηλιξ καλουμενος Λαυρεντιος – οποιον εγω ουκ εγνωριζα, γνωστος γνωστου τυγχανων, και τυχαιως ευρισκομενος εις την συντροφιαν μας την νυχταν εκεινη – απεκαλυψον μου την ιστοριαν ταυτη : Εις την νεοτερην ταυτου ηλικιαν, ασοφρων ανθρωπος ετυγχανε δε και αναρχικος – πραγμα πασιφανες υπο της εξωτερικης εμφανισεως τουτου, εχων κομην μακριαν τε και ακτενιστην. Διαφορας συγκυριας οδηγησαν ταυτον εις Ισπανιαν, μαχομενον υπερ ομαδος τινος αναρχικων κατα των φασιστικων του Φρανκο στρατευματων. Ετυχε δε να γνωρισθη μετα γνωστου αναρχικου καλουμενου Μπουεναβεντουρα Ντουρουτι. Πρωιαν τινα, εις μαχην αμυντικην λαμβανουσα χωραν πλησιον της πολης Βαρκελωνης, επροσεξεν φασιστα τινα οπως εσκοπευε ευθεως μετα του τυφεκιου του την κεφαλην του συντροφου Ντουρουτι. Θελοντας να προστατευση αυτον υπο θανασιμον κινδυνον, ενεφωναξε το ονομα ταυτου, δυστυχως ματαιως :

-ΜΠΟΥ (ΜΠΑΜ!) ΕΝΑ (ΜΠΑΜ!) ΒΕΝ (ΜΠΑΜ!) ΤΟΥ (ΜΠΑΜ!) ΡΑ! (ΜΠΑΜ)

Ο Ντουρουτι εσωριασθη νεκρος εις το χωμα πληγωμενος υπο πληθος πεντε εχθρικων σφαιρων ριχθεντων κατα το διαστημα της προσφωνησεως του ονοματος του, και εταφη μετα τιμων μεγαλων και παρελασεως ηρωικης υπο αμετρητον πληθος λαου. Ο Λαυρεντιος δε εγυρισεν εις την πατριδαν και εσοφρωνευθη, μεχρις σημειου και της κομης αυτου ευπρεπως κουρεψαμενην και διαγων εκτοτε αξιοπρεπη βιον, μαλιστα υπανδρευθην γυναικαν εκ του χωριου του καταγομενην και πατηρ εγενετο επτα ευσεβων παιδιων. Τας νυχτας μονον η γυναικα του απορουσε, ακουγοντας τον να ψυθιριζει ευρισκομενος εις απογνωσην και μετανοια :

-«Αμα τον ελεγαν Μητσο, ακομα θα ζουσε…»

Διδαχή Τρίτη

Καποτε εις την συντροφιαν στενων φιλων εις ενα γραφικοτατον χωριο ευρισκομενον εν Θρακη, ευρεθησα να συνομιλω με ηλικιωμενη σεβασμιωτατην κυριαν την οποιαν δεν εγνωριζα προσωπικως. Φαινοταν ανθρωπος εμπιστος, και ρεοντος οινου και πλειστων μεζεδων τινων, μου εδιηγηθη την ιστοριαν ταυτη : Ως ηταν νεα, ετυγχανε γειτονισσα κυριου, καλουμενου Γεωργιου, αξιοπρεπους μεν, φτωχοτατου και καταπονημενου δε. Η λυπη της ητο αφορητος δια την δυσμενειαν της μοιρας που εβασανιζεν τον γειτονα της. Δραττομενη ευκαιριας τινος, καποτε τον ερωτησε ποια βασανος εβαραινει τας ωμους του. Ο κυριος της εδιηγηθη ιστοριαν θλιβερα περι του προγονου του, οστις ετυγχανε συλλεκτης μικροσκοπικων αντιγραφων αμαξιων. Κατειχε δε μια πληρεστατη συλλογην, αποτελουμενην απο σχεδον καθε ειδους αντιγραφου αμαξιου. Η μοναδικη ελλειψις στην υπεροχη αυτη συλλογη ητο το δευτερο εξ ενος ζευγαριου αγοραιων αυτοκινητων ταξι. Το μοναδικον αυτο ζευγαρι, ητο κατασκευασθεν υπο σεβασμιου και πασιγνωστου την εποχην εκεινη κατασκευαστου αντιγραφων αμαξιδιων, οστις εδημιουργησε ενα μονον ζευγαρι εκ του συγκεκριμενου αμαξιδιου ταξι. Το ενα ευρισκοταν ηδη εις την κατοχην του συλλεκτη, ωστοσο το δευτερο ειχε εξαφανισθη δια παντος απο προσωπου γης. Ερευναι διαρκειας πλειστων ετων κατεληξαν εις αποτελεσμα μηδενικον. Ο συλλεκτης εμαραζωσε απο λυπην για το ατελες της συλλογης του και επεθανε.

Η σεβασμιωτατη κυρια ελυπηθη ειλικρινως δια τον αδικον χαμον του προγονου του γειτονος της, και η ιστορια την εσυγκινησεν βαθυτατα. Προτεινε δε εις τον γειτονα της οπως εγγραψη αυτην εις χαρτον, και εξεδωση υπο μορφην ιστορηματος. Οπερ και εγενετο. Η εκδοσις του βιβλιου εστεφθην απο επιτυχιαν ανελπιστη αποφερουσα πληθος χρηματων εις τον γειτονα της κυριας, οστις εζησε το υπολοιπον της ζωης του εις βαθιαν πληρωσιν και ευτυχιαν, ουδεποτε ομως θυσιαζοντας την αξιοπρεπεια αυτου. Το ιστορημα δε εμεταφερθη αργοτερα εις ταινιαν κινηματογραφικην – μετα ηθοποιων μαλιστα γνωστων τε και καταξιωμενων – φερουσα τιτλον πανομοιοτυπον με το εκδοθεν βιβλιο : «Το μονον της ζωης του ταξιδιον».


Η ιστορία του μάστορα, του πάστορα και του κάστορα

Βαριέμαι να τη γράψω.

Σκεφτείτε την μόνοι σας.

 


Μία πασχαλινή ιστορία

Ανήμερα Ανάστασης, κι αφού είχα καταφέρει να απέχω ολόκληρη την Εβδομάδα των Παθών απο τις καθημερινές, μικρές απολαύσεις της ζωής, οι αντοχές μου είχαν σχεδόν εξαντληθεί – κι έτσι, αμέσως μετά τον επιτάφιο, κατηφόρισα προς το «σπίτι» της κυρά-Φρόσως στη γειτονιά. Ενα παλιό ημιυπόγειο, με τους σοβάδες μισοδιαλυμένους απο την υγρασία, που όσο κι αν η κυρά-Φρόσω προσπαθούσε να το κρατάει τακτοποιημένο, ποτέ δεν κατάφερε να διώξει απο πάνω του τη μυρωδιά. Χλωρίνη, ιδρώτας, και μια άλλη ανεπαίσθητα δυσάρεστη, αλλά οικεία οσμή. Μια μυρωδιά που μόνο στα μπουρδέλα μπορείς να συναντήσεις.

Η κυρά-Φρόσω – πατημένα απο καιρό πιά τα εξήντα της χρόνια, μια ζωή σ’αυτή τη δουλειά – σηκώθηκε απο την καρέκλα της και με φίλησε σταυρωτά, όπως άξιζε σε ενα τακτικό πελάτη. «Καλή Ανάσταση», της ευχήθηκα, και κάθησα στον γνώριμο μου πια, φθαρμένο καναπέ. Υπήρχε αρκετός κόσμος. Φαίνεται οτι το κατανυκτικό κλίμα των ημερών είχε ερεθίσει κι άλλους εκτός απο μένα, και περίμεναν υπομονετικά, όπως κι εγω, να εμφανιστούν τα κορίτσια της σημερινής βάρδιας.

Ανάμεσα στα αμήχανα, προσποιητά αδιάφορα βλέμματα των πελατών, ξεχώριζε η ταλαιπωρημένη φιγούρα ένος ξερακιανού πενηντάρη με λεπτό, περιποιημένο μουστάκι. Τα χέρiα του έτρεμαν ελαφρά, στηριγμένα στα γόνατα του, καθώς το βλέμμα του κοίταζε το κενό. Επιτέλους, η κοπέλα έκανε την εμφάνιση της πίσω απο τις βαριές σατέν κουρτίνες στην μακρινή πλευρά του μικρού δωματίου. Λίκνισε ελαφρά το καλλίγραμμο σώμα της, πάνω στο οποίο είχε καρφωθεί το βλέμμα του ανθρωπάκου, ενω η κυρα-Φρόσω διαφήμιζε τις υπηρεσίες της με τον συνηθισμένο της τρόπο: «τσιμπούκι», «πισωκολλητό», «ελεύθερα πιασίματα», «δε βιάζεται στο δωμάτιο».

Ο πενηντάρης την κοίταξε για λίγο λαίμαργα, αναστέναξε, κι έκανε να σηκωθεί απο τον καναπέ του, με κατεβασμένο το βλέμμα. Η κυρα-Φρόσω τον πλησίασε, τον έπιασε απο το χέρι, και τον ξανακάθησε στον καναπέ. Ο ανθρωπάκος κοίταξε την κυρά-Φρόσω σαστισμένος.

– «Κάθε χρόνο τέτοια μέρα», του είπε η κυρά-Φρόσω, «προσφέρουμε στον εκατοστό πασχαλινό μας πελάτη, ενα γαμήσι εντέλώς δωρεάν. Και ο εκατοστός μας πελάτης, είστε εσείς! Χριστός Ανέστη, κύριε Κώστα!»

Οι υπόλοιποι πελάτες μάλλον δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο θέαμα. Αυθόρμητα, σηκώθηκα απο τον καναπέ και άρχισα να χειροκροτάω. Οι υπόλοιποι με μιμήθηκαν. Ο κύριος Κώστας γύρισε και μας κοίταξε, με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, ψελλίζοντας συγκίνημένα «Ευχαριστώ! Καλό Πάσχα!», την ώρα που η κοπέλα τον πλησίασε, τον έπιασε απαλά, σχεδόν ευγενικά αγκαζέ, και χάθηκαν στο διάδρομο πίσω απο τις κουρτίνες.

Κοίταξα την κυρά-Φρόσω ερωτηματικά. Έπιασε το βλέμμα μου και κάθησε δίπλα μου. Η ανάσα της μύριζε σαν εκείνες τις καραμέλες μέντας που γέμιζαν το μεγάλο μπώλ κοντά στην είσοδο.

-«Ποιός εκατοστός πελάτης, δεν είναι ούτε κάν ο εικοστός», μου ψυθίρισε, σκύβοντας συνωμοτικά πρός το μέρος μου. «Παλιός τακτικός πελάτης, που τον χτύπησε η κρίση. Απο τότε που τον απέλυσαν απο τη δουλειά του, δεν έχει λεφτά ούτε για να ταϊσει τα δυο παιδιά του, πόσο μάλλον να γαμήσει.
Έρχεται κάθε μέρα, χαζεύει τις κοπέλες, και φέυγει. Ε, μέρες που είναι, είπαμε να του κάνουμε ενα δώρο».

Συγκινήθηκα. Χωρίς καν να το σκεφτώ, έσκυψα και φίλησα την κυρά-Φρόσω στα χείλη. Ασυνήθιστη σε τετοιες αβροφροσύνες, ξαφνιάστηκε, αλλά δεν τραβήχτηκε. «Καλή Ανάσταση, κυρα-Φρόσω», της είπα. «Καλή Ανάσταση, παλιόπαιδο!» μου απάντησε, και γελώντας μου έριξε ενα παιχνιδιάρικο σκαμπίλι στο σβέρκο.

Η σειρά μου ήρθε πρίν καν τελειώσει ο κύριος Κώστας. Διάλεξα τη Σούλα, το συνηθισμένο μου κορίτσι. Ήταν διαφορετική σήμερα η Σούλα. Σχεδόν σαν να της άρεζε, καθώς τα γυμνά σώματα μας μπλέκοταν στη δίνη τoυ στενάχωρου, πληρωμένου έρωτα. Τα κορμιά μας γνώριζαν πιά καλά το ένα το άλλο, αλλά αυτή τη φορά υπήρχε κάτι αλλιώτικο, κάτι ξεχωριστό στο βλέμμα της, καθώς με οδηγούσε με έμπειρες, αργές κινήσεις στην κορύφωση, χωρίς να δείχνει να βιάζεται όπως συνήθως.

Σαν και ο οργασμός της, ταυτόχρονα με τον δικό μου, να ηταν λιγότερο προσποίητος, σαν να είχε κι αυτός επηρεαστεί απο το γιορτινό κλίμα των ημερών. «Καλό Πάσχα», μου ψυθίρισε αφού τελείωσα, ξαπλώνοντας το κεφάλι της στο στήθος μου.

Όταν βγηκα απο το δωμάτιο, ήταν περασμένη η ώρα. Οι υπόλοιποι πελάτες δε φαινόντουσαν πουθενά. Τσούγκρίσαμε αυγά με τα κορίτσια και την κυρα-Φρόσω, και αφού ανταλλάξαμε ευχές, ανέβηκα τα σκαλιά του ημιυπογείου αδέξια. Γύρισα και κοίταξα πίσω μου. Η Σούλα στεκόταν στην είσοδο, με την κυρα-Φρόσω δίπλα της. Μου κούνησε το χέρι. «Χριστός ανέστη!», ακουσα τη φωνή της. Ο κόμπος στο λαιμό μου με έπνιγε, αλλά κατάφερα να καταπιώ. «Αληθώς ο Κύριος!», της απάντησα.

Το ζεστό, βραδυνό αεράκι της άνοιξης στέγνωνε τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπο μου καθώς διέσχιζα τα σκοτεινά δρομάκια προς το σπίτι μου. Ασυναίσθητα γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα προς τα πάνω. Ένα αστέρι έλαμπε στον γαλήνιο, ολοσκότεινο ουρανό. Τώρα το ήξερα. Υπήρχαν
ακόμα άνθρωποι σ’αυτόν τον κόσμο.


Το singularity

Εδω και αιώνες περίμεναν οι άνθρωποι το singularity – την μοναδικότητα. Έτσι ονομάζοταν το επίτευγμα της τεχνολογίας που κάποια στιγμή θα έκανε την εμφάνιση του στην πορεία της ιστορίας, αλλάζοντας καθοριστικά για πάντα τη μοίρα της ανθρωπότητας. Στην αρχή κάποιοι είπαν οτι το singularity ήταν η ατμοκίνηση, ύστερα ο ηλεκτρισμός, μετά κάποιοι είπαν οτι ήταν η πυρηνική ενέργεια – πάντα όμως όλοι διαψεύδοταν. Παρά τις ελπίδες των τεχνοχιλιαστών, κανένα τεχνολογικό επίτευγμα δεν είχε καταφέρει να αλλάξει ριζικά τη δομή των ανθρώπινων κοινωνιών.

Όταν τελικά το singularity συνέβη πραγματικά, κανένας δεν είχε καταφέρει να το προβλέψει.

Εκτός απο τον Μήτσο.

Ήταν ενα μουντό βροχερό απόγευμα, όταν ο Μήτσος φώναξε στο εργαστήριο του στη σχολή Αγροτικής Τεχνολογίας του πανεπιστημίου του Brisbane στην Αυστραλία, τον Πρύτανη του ιδρύματος. Ο Πρύτανης ήταν λιγάκι εκνευρισμένος που ενα χαμηλόμισθο μέλος του ερευνητικού προσωπικού ενος τμήματος της πλάκας, τον ενοχλούσε με τις συνηθισμένες βλακείες – αλλά ταυτόχρονα ήταν περίεργος. Ο Prof. Mitsos εξάλλου του είχε πει πως ήταν κάτι πραγματικά σημαντικό, κάτι που άξιζε να το δεί.

Μπαίνοντας στο εργαστήριο, ο Πρύτανης είδε το μήτσο καθισμένο στον πάγκο του εργαστηρίου. Ευθύς αμέσως ο Μήτσος σηκώθηκε όρθιος και έσφιξε με θέρμη και βιασύνη το χέρι του Πρύτανη.

-«Σας ευχαριστώ που ήρθατε μια τέτοια άσχημη ώρα», του είπε. «Θα σας εξηγήσω αμέσως». Ο Μήτσος έδειξε προς το μεταλλικό τραπέζι στο κέντρο του δωματίου. «Κύριε Πρύτανη, σας παρουσιάζω το singularity».

Ο Πρύτανης κοντοστάθηκε για μια στιγμή, χωρίς να είναι απολύτως σίγουρος για το τι βλέπει. Στο κέντρο του τραπεζιού υπήρχε ενα γλαστράκι με ενα φυτό, απο τον μίσχο του οποίου ξεπρόβαλλε ενα αγγούρι.

-«Μήτσο, ο χρόνος μου είναι πολύ πολύτιμος για…» είπε ο Πρύτανης, αλλά ο Μήτσος τον διέκοψε.

-«Κύριε Πρύτανη, απλά αγγίξτε το».

Ο Πρύτανης πλησίασε το τραπέζι και περιεργάστηκε το γλαστράκι. Το αγγούρι ήταν μετρίου μεγέθους, καταπράσινο, με όμορφες ασπροπράσινες ανταύγειες. Ο Πρύτανης άπλωσε διστακτικά το χέρι του και το άγγιξε. Το αγγούρι άφησε εναν ανεπαίσθητο παλμό, και κάτι σαν λάμψη γυάλισε στην επιφάνεια του. Ήταν απαλό και ζεστό, και το άγγιγμα του γέμισε τον Πρύτανη με το πιο υπέροχο αίσθημα θαλπωρής και ευτυχίας που είχε νιώσει ποτέ του. Σκέφτηκε οτι ήταν το πιο απαλό και ζεστό πράγμα που είχε ποτέ αγγίξει – πιο απαλό και απο την Μισέλ, την πρώτη του μεταπτυχιακή φοιτήτρια εκείνο το βράδυ που…

Ο Μήτσος διέκοψε ξαφνικά τις σκέψεις του Πρύτανη, παίρνοντας απο τα χέρια του το γλαστράκι, και αφήνοντας το προσεκτικά στον πάγκο του εργαστηρίου. Ο Πρύτανης γύρισε και τον κοίταξε εμφανώς ενοχλημένος που είχε διακόψει την ονειροπόληση του.

-«Το ανακαλύψαμε προσπαθώντας να κάνουμε αγγούρια ανθεκτικά στη φορμαλδεύδη για κείνο το project της Monsanto», είπε ο Μήτσος. «Κάναμε μια προσθήκη στο χρωμόσωμα GNR32, αλλά τις λεπτομέρειες θα σας τις εξηγήσω μετά. Τώρα θα σας δείξω πως λειτουργεί». Ο Μήτσος τον πλησίασε και τον έσπρωξε ελαφρά, γέρνοντας τον πάνω στο τραπέζι, ενώ με το άλλο του χέρι άρπαξε το αγγούρι, το έκοψε απο τη γλάστρα, και διαγράφοντας ενα ανοιχτό τόξο με το χέρι του, το κάρφωσε με χάρη ανάμεσα στα κωλομέρια του Πρύτανη. Το αγγούρι έσκισε το πανάκριβο παντελόνι του Πρύτανη και χώθηκε μέσα του, αφήνοντας ενα ελαφρύ ήχο.

Ο Πρύτανης βόγγηξε ελαφρά, και τέσσερα δευτερόλεπτα αργότερα, πέθανε απο ευτυχία.

Ο Μήτσος έσπρωξε ελαφρά το άψυχο σώμα του πρύτανη, που γλύστρησε απο το μεταλλικό τραπέζι και απλώθηκε φαρδύ πλατύ στο πάτωμα, με ενα χαμόγελο γλυκιάς ηδονής χαραγμένο ανεξίτηλα στο πρόσωπο του. Ο Μήτσος κοίταξε το ρολόι του και κούνησε το κεφάλι του ικανοποιημένος.

Η Monsanto έκανε οτι μπορούσε για να αποκτήσει τα αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης της γενετικής μετατροπής που είχε ανακαλύψει ο Μήτσος, αλλά παράτησε τις προσπάθειες ύστερα απο τον θάνατο πέντε υποδιευθυντών, τεσσάρων δικηγόρων και του μισού διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, που δοκίμασαν το αγγούρι. Η εταιρία έκλεισε, και τα νέα διαδόθηκαν σαν σιφούνας στα μπλόγκς και στο τουϊτερ.

Το αγγούρι έγινε ανάρπαστο.

Δέκα χρόνια μετά, ο πληθυσμός της γης είχε μειωθεί στο μισό. Η πείνα είχε εξαφανιστεί απο τον πλανήτη, το ίδιο και η φτώχια. Οι κοινωνίες όπως τις γνώριζαν μέχρι σήμερα, είχαν καταρρεύσει – κανείς δεν νοιάζοταν να εργαστεί, κανείς δεν νοιάζοταν να κλέψει, κανείς δεν νοιάζοταν να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός απο το να περάσει τις τελευταίες του στιγμές ζωής με την απαράμιλλη ηδονή που μόνο το αγγούρι μπορούσε να χαρίσει.

Η εταιρία του Μήτσου το καλλιεργούσε σε τεράστιες, αυτοματοποιημένες καλλιέργειες με ρομπότ. Στην αρχή δοκίμασε παραδοσιακές μεθοδους καλλιέργειας, αλλά όσοι αγρότες ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια του, δεν άντεξαν να μην το δοκιμάσουν και πέθαναν. Ο Μήτσος ήταν ζάπλουτος. Οι πωλήσεις του είχαν εκτιναχθεί στα ύψη και η συμφωνία με τους μετόχους της Monsanto για μη-αποκλειστική συνεκμετάλλευση, του είχαν αποφέρει εκατομμύρια. Είχε πλέον τα πάντα – λεφτά, γυναίκες, ναρκωτικά, αυτοκίνητα, δεν υπήρχε τίποτε που το χρήμα δε μπορούσε να του δώσει.

Εκτός απο ενα πράγμα.

Ο Μήτσος ακούμπησε το κουτί απο φελιζόλ στο τραπεζάκι και κάθησε αναπαυτικά στον καναπέ του. Άνοιξε προσεκτικά το κουτί και έβγαλε το γλαστράκι που είχε φυλάξει για τον εαυτό του. Ήταν το πρωτότυπο. Ο Μήτσος κοίταξε το αγγούρι. Οι ασπροπράσινες ανταύγειες γυάλιζαν στην επιφάνεια του. Επιτέλους, είχε έρθει η ώρα. Άπλωσε το χέρι του, και με μια απαλή κίνηση, έκοψε το αγγούρι.

Το διαστημόπλοιο προσγειώθηκε απαλά στην έκταση που κάποτε ήταν γνωστή ως La Defense, με τα λαμπάκια του να αναβοσβήνουν. Ο εξωγήινος κοίταξε επιφυλακτικά απο το παράθυρο του σκάφους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, κάτι πάρα πολύ παράξενο είχε συμβεί. Κάθε δραστηριότητα των πλασμάτων που κατοικούσαν εκεί είχε διακοπεί, και όλοι εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα χρόνια. Οι πόλεις τους καταστράφηκαν, και αφέθηκαν στο έλεος της φύσης. Βλάστηση κάλυψε ξανά όλο τον πλανήτη, και η μόλυνση εξαφανίστηκε. Οι εξωγήινοι ήταν περίεργοι, και η επιτόπια ερεύνα – κάτι που απέφευγαν επιμελώς να κάνουν τα τελευταία διακόσια χρόνια που παρακολουθούσαν τον πλανήτη – φάινοταν ο μόνος τρόπος να διαπιστώσουν τι είχε συμβεί.

Η ράμπα του σκάφους κατέβηκε απαλά και άγγιξε το χορτάρι που είχε φυτρώσει κατατρώγοντας αυτό που κάποτε ήταν άσφαλτος. Ο εξωγήινος κατέβηκε απο τη ράμπα και κοίταξε γύρω του. Κανένα σημάδι ζωής. Έκανε μερικά βήματα τριγύρω περιεργάζοντας τα ερείπια της πόλης. Ξαφνικά, το πρόσεξε. Περίεργο που δεν το είχαν παρατηρήσει πιο πρίν.

Ηταν ενα φυτό, και είχε φυτρώσει παντού. Ο εξωγήινος πλησίασε ένα και το περιεργάστηκε προσεκτικά. Ήταν πανέμορφο, καταπράσινο με άσπρες αντάυγειες. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το αγγούρι, που άφησε εναν ανεπαίσθητο παλμό μαζί με μια λάμψη. Ήταν απαλό και ζεστό. Κάθε του άγγιγμα τον γέμιζε με το πιο απαλό και ζεστό αίσθημα ευτυχίας και θαλπωρής που είχε νιώσει ποτέ του. Πιο απαλό και απο την r’llye, εκείνο το βράδυ που…

Ο εξωγήινος έκοψε με μια γρήγορη κίνηση το αγγούρι, και έτρεξε προς το διαστημόπλοιο.


Οι τελευταίες στιγμές του Ιάκωβου

Βλέποντας τον θάνατο να πλησιάζει, ο Ιάκωβος, περιέργως, ένιωθε ευτυχισμένος. Ήταν επιτέλους ολοκληρωμένος, και δεν τον ένοιαζε αν θα πεθάνει η οχι – θα πέθαινε κάποια στιγμή, άλλωστε. Είχε όμως καταφέρει να εκπληρώσει την τελευταία επιθυμία του πατέρα του, την υπόσχεση που του είχε δώσει πρίν απο τόσα χρόνια. «Γιέ μου, να τα μαζέψεις όλα», του είχε πει ο πατέρας πρίν πεθάνει. «Να τιμήσεις το όνομα μας».

Απο εκείνη τη μέρα, ο Ιάκωβος αφιέρωσε τη ζωή του στο να μαζέψει όλα τα λα.Τι λα δίεση, τι λα ύφεση, λα παρεστιγμένα, λα απο βιολί, απο όμποε, απο πιάνο, απο καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο, λα παιγμένα απο μεγάλες ορχήστρες και λα παιγμένα απο πλανόδιους μουσικούς στους δρόμους της Μπογκοτά, λα που κατάφερνε να πιάσει σε θρησκευτικές τελετές στην Ινδία, χωμένος με το μαγνητοφωνάκι του σε μια γωνία, πρίν αφεθούν να χαθούν για πάντα τα λα σε δονήσεις του παλλόμενου αέρα απο τις χορδές πελώριων Σιτάρ.

Τα είχε όλα ηχογραφήσει και καταγράψει προσεκτικά. Ταξινομημένα και καταλογογραφημένα σε ηχογραφήσεις και τόμους αναλύσεων, προσεκτικά τοποθετημένα στην τεράστια ξύλινη βιβλιοθήκη που γέμιζε τους τοίχους του αρχοντικού της οικογένειας του. Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο μαζεύοντας λα. Πασίγνωστοι μουσικοί συνωστίζοταν στο μικρό στουντιάκι που είχε χτίσει ο Ιάκωβος στο υπόγειο του αρχοντικού του, πασχίζοντας να του χαρίσουν το καλύτερο τους λα παιγμένο με τα ηχοχρώματα και τους τονισμούς χιλιάδων διαφορετικών οργάνων φτιαγμένων απο τους καλύτερους τεχνίτες στον κόσμο.

Ο ίδιος ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, συνέθεσε αυτοπροσώπως ενα λα αποκλειστικά για τον Ιάκωβο, παιγμένο με απαράμιλλη τεχνική απο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Βερολίνου, ύστερα απο εξαντλητικές πρόβες. Ήταν απο τα καλύτερα λα που είχε μαζέψει, και το είχε τοποθετημένο σε περίοπτη θέση πάνω στο βαρύ, ξύλινο γραφείο του.

Ενας βαρύς ανεκπλήρωτος πόνος όμως, πίκραινε την καρδιά του Ιάκωβου.

Του έλειπε ενα λα.

Ήξερε, απο πολλές πηγές και μαρτυρίες στα ταξίδια του και στις συζητήσεις του με τους καλύτερους μουσικούς στον κόσμο, οτι υπήρχε κάπου στα βάθη της Αφρικανικής ζούγκλας, στην Τελευταία Σοβιετία της Αφρικής, ενα σπάνιο είδος βατράχου. Αυτός ο βάτραχος, αν είχε να κάνει σεξ περισσότερο απο μια εβδομάδα, τα αρχίδια του πρήζοταν και γινόντουσαν μπλέ. Απο την αβάσταχτη αγωνία τότε, ο βάτραχος άνοιγε το στόμα του και τραγουδούσε το ερωτικό του κάλεσμα, μήπως καταφέρει και προσελκύσει κάποια θηλυκιά.

Αυτό το ερωτικό κάλεσμα ήταν το πιο μελωδικό, το πιο μεστό, το πιο μελίρρυτο και γλυκόηχο λα που υπήρχε σε ολόκληρο τον πλανήτη. Και ποτέ, κανείς δεν το είχε ηχογραφήσει. Γιατί στη ζούγκλα παραμόνευαν οι Απολίτιστοι Βάρβαροι Που Δεν Πέρασαν Διαφωτισμό, έπιαναν όποιον τολμούσε να πλησιάσει, και του έτρωγαν το συκώτι.

Ο Ιάκωβος όμως θα το κατάφερνε – ήταν το πεπρωμένο του. Τι νόημα θα είχε αλλιώς η ζωή του; Πόση ντροπή θα ένιωθε ο πατέρας του, στριφογυρίζοντας στον τάφο του; Πόσοι κόποι δεκαετιών θα πήγαιναν χαμένοι, τι ατιμία θα βάραινε για πάντα το όνομα του, που θα γινόταν συνώνυμο της ατέλειας, της μετριότητας, της προχειρότητας, πρίν χαθεί για πάντα στη λήθη της ανωνυμίας; Οχι! Έπρεπε να το καταφέρει!

Αυτά σκεφτόταν ο Ιάκωβός, βουτηγμένος μέχρι το στήθος μέσα στη λάσπη, καθώς παρακολουθούσε με το ειδικο κατευθυντικό μικρόφωνο και τη διόπτρα εναν βάτραχο αρκετά μέτρα παραπέρα, καθισμένο πάνω σε ενα βραχάκι. Τα αρχίδια του είχαν φουσκώσει και είχαν γίνει μπλέ – φαινόταν πεντακάθαρα απο τη διόπτρα, καθώς ο βάτραχος έτρεμε απο τον πόθο που τον κατέκλυζε.

Τρείς μέρες περίμενε ο Ιάκωβος αυτή τη στιγμή, τρείς μέρες αφότου είχε καταφέρει να εντοπίσει τον βάτραχο, και δεν τον άφηνε στιγμή απο τα μάτια του, παρά την πείνα, την αυπνία, και τις κακουχίες της Αφρικής. Δυο χρόνια ολόκληρα έψαχνε ο Ιάκωβος να βρεί τον βάτραχο, μπαινοβγαίνοντας κρυφά στη ζούγκλα, προσπαθώντας να αποφύγει τους Απολίτιστους Βάρβαρους Που Δεν Πέρασαν Διαφωτισμό. Επιτέλους, ένιωθε οτι οι προσπάθειες του είχαν αποφέρει καρπούς.

Ξαφνικά, ο βάτραχος άνοιξε το στόμα του, και η βελόνα του καταγραφικού που ήταν συνδεδεμένο στο κατευθυντικό μικρόφωνο τινάχτηκε μαζί με την καρδιά του Ιάκωβου. Ο βάτραχος κόαξε, αφήνοντας τον πιο γλυκό, τον πιο αιθέριο, τον πιο απολαυστικό ήχο που είχε ακούσει ποτέ ανθρώπινο αυτί:

800px-Audio_a.svg

Λά!

Ο Ιάκωβος κοίταξε το καταγραφικό ήχου, και σιγουρεύτηκε οτι το είχε καταγράψει. Ήταν το πιο τέλειο λα που είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του. Και τα είχε ακούσει όλα, πλέον. Επιτέλους, είχε καταφέρει να εκπληρώσει το όνειρο μιάς ζωής. Ο πατέρας του θα ήταν περήφανος γι’αυτόν. Πλέον, το τιμημένο όνομα της οικογένειας ήταν δικαιωματικά δικό του.

Δεν ήταν πιά απλώς ο Ιάκωβος.

Ήταν, επιτέλους, ο Ιάκωβος Πολυλάς.

Έτσι, δεν ένιωθε κανένα φόβο η ανησυχία όταν, ακούγοντας τη φωνή του βατράχου, έτρεξαν και τον έπιασαν οι Απολίτιστοι Βάρβαροι Που Δεν Πέρασαν Διαφωτισμό. Είχε προετοιμαστεί γι’αυτή τη στιγμή, και είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει στωικά τη μοίρα που τον περίμενε. Νιώθωντας μάλιστα οίκτο γι αυτούς τους άνθρωπους, στο διάστημα της αιχμαλωσίας του μέχρι τη μοιραία στιγμή, έκανε ο,τι περνούσε απο το χέρι του για να τους εκπολιτίσει. Αφού τους διαβεβαίωσε οτι δεν έπινε και πρόσεχε το συκώτι του, τους έμαθε πως να του το αφαιρέσουν γρήγορα και προσεκτικά, για να μη χάσει τους ζωμούς και τη γεύση του.

Τους έδειξε πως θα το σιτέψουν σε μια ξερή αποθηκούλα που έφτιαξε με τα ίδια του τα χέρια, γεμισμένη με αρωματικά φυτά. Τους περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια πως θα το μαρινάρουν για δυο νύχτες σε λάδι τρούφας, μοσχοκάρυδο και πιπερόριζα, και πώς θα το τηγανίσουν σωστά σε λίπος πάπιας, στη σωστή ακριβώς θερμοκρασία ωστε να αναδείξει πλήρως όλα του τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.

Ο Ιάκωβος Πολυλάς πέθανε ευτυχισμένος με τον ήχο του λα να πλημμυρίζει την ψυχή του, την ώρα που οι Απολίτιστοι Βάρβαροι Που Δεν Πέρασαν Διαφωτισμό του έβγαζαν το συκώτι.

Τόσο θαμπώθηκαν απο θαυμασμό για τον χαρακτήρα και την ακεραιότητα του Ιάκωβου Πολυλά οι Απολίτιστοι Βάρβαροι Που Δεν Πέρασαν Διαφωτισμό, τόσο τους πλημμύρισε με αγαλλίαση η γεύση του καλύτερου συκωτιού που είχαν φάει ποτέ τους, που αποφάσισαν να αλλάξουν τη ζωή τους.

Πέρασαν διαφωτισμό (με λίγο πυρετό, είναι η αλήθεια), εκπολιτίστικαν, άφησαν τη ζούγκλα, και μετακόμισαν στην Βιέννη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στην Νέα Υόρκη, όπου διέπρεψαν στις τέχνες, τα γράμματα, τις επιστήμες, και τον πολιτισμό, και έγιναν διακεκριμένοι οικονομολόγοι, τραπεζίτες, νομικοί, ιατροί, πολιτικοί επιστήμονες, και άλλα διαφωτισμένα επαγγέλματα.

Μόνο μια νύχτα το χρόνο, συγκεντρώνονταν κρυφά όλοι μαζί στο χωριό τους, και καθόντουσαν σε κύκλο γύρω απο τον τάφο του Ιάκωβου Πολυλά αμίλητοι, ακούγοντας τα βατράχια να κοάζουν το πιο μελωδικό, το πιο μεστό, το πιο μελίρρυτο και γλυκόηχο λα που υπήρχε σε ολόκληρο τον πλανήτη.


Έγκλημα στην 601

Ο Ηρακλής Πουμαρώ κατέβηκε με δυσκολία τα σκαλοπάτια της αμαξοστοιχίας βάζοντας ταυτόχρονα το μικρό δερματόδετο μπλοκάκι στην τσέπη του γιλέκου του. Δε θα το χρειαζόταν άλλο. Είχε κάνει τη διαδρομή με το τραίνο εφτά φορές, καταγράφοντας προσεκτικά κάθε λεπτομέρεια.

Ο αστυνομικός διευθυντής, αντιστράτηγος Μπαλούρδος, πλησίασε βιαστικά τον Πουμαρώ, με την ανυπομονησία φανερά χαραγμένη στο πρόσωπο του. Είπε κάτι στον Πουμαρώ. Ο Πουμαρώ έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο Άσσο φίλτρο, άναψε ένα, και έδωσε τον αναπτήρα στον αστυνομικό διευθυντή.

-«Ήταν φανερό από την πρώτη κιολας στιγμή», αναφώνησε ο Πουμαρώ.

– «Και γιατί σου πήρε τόσο χρόνο;», ρώτησε ο διευθυντής.

– «Το φαγητό, ή διαλεύκανση του εγκλήματος, και το σεξ, θέλουν το χρόνο τους», αποκρίθηκε ο Πουμαρώ. «Ειδικά το τελευταίο, κανένα πεντάλεπτο».

Ο αστυνομικός διευθυντής δεν είχε χρόνο για καλαμπούρια.

-«Λοιπόν;», ρώτησε τον Πουμαρώ

-«Απορώ που δεν το πρόσεξε ο Ιατροδικαστής. Το θύμα που βρέθηκε στην αμαξοστοιχία 601 του ΟΣΕ, αντιστράτηγε μου», απάντησε ο Ηρακλής Πουμαρώ, «πέθανε από ακατάσχετη βαρεμάρα».

Ο Πουμαρώ χαιρέτησε το διευθυντή με μια απλή κίνηση του κεφαλιού, και απομακρύνθηκε. Ο διευθυντής Μπαλούρδος έμεινε ακίνητος στην πλατφόρμα του σταθμού, με το τσιγάρο να καπνίζει στα χείλη του, κοιτάζοντας το χιόνι, που σκέπαζε σιγά σιγά το τοπίο.


Ένα φιλελέ παραμύθι

Κάποτε σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ενας τύπος που τον έλεγαν Γιάνη. Ο Γιάνης ήταν έξυπνος και πολύ συμπαθητικός, αλλά είχε ενα κουσούρι. Λάτρευε τα ταξίδια. Κάθε μέρα εαν μπορούσες να βρισκόσουν σε μια διαφορετική χώρα, θα τον έβρισκες να έχει φτάσει πρώτος εκεί, είτε με πλοίο, είτε με αεροπλάνο, είτε με τρένο.

Μια μέρα ο Γιάνης σε ενα απο τα ταξίδια του σε μια ωραία τουριστικη χώρα, πήρε ενα all-inclusive πρόγραμμα κάποιου μεγάλου πρακτορείου. Όταν μαζεύτηκαν όλοι οι ταξιδιώτες του ταξιδιωτικού γκρούπ στον προορισμό τους, τους φόρεσαν απο ενα βραχιολάκι με ενα νούμερο. Όπου πήγαιναν, έδειχναν το νούμερο, και οτι ψώνιζαν πήγαινε στο λογαριασμό του τουριστικού πράκτορα, και στο τέλος πλήρωναν εναν ενιαίο λογαριασμό για ο,τι έφαγαν και ήπιαν, με προστιθέμενο το απαιτούμενο χαράτσι του πράκτορα, φυσικά.

Εκεί που καθόταν λοιπόν ο Γιάνης και έπινε τον καφέ του παίζοντας με το βραχιολάκι του αφηρημένα, πρόσεξε οτι έγραφε επάνω τον αρι8μό 18. Γύρισε το βραχιολάκι ανάποδα, και ο αριθμός έγινε 81. Αμέσως του Γιάνη του κατέβηκε μια ιδέα. Ντρεπόταν βέβαια, αλλά αν έπιανε; Ποιός θα το καταλάβαινε άλλωστε, για ένα καφέ; Φώναξε τη σερβιτόρα και της έδειξε το βραχιολάκι κρατώντας το ανάποδα. Η σερβιτόρα έγραψε «81» σε ενα χαρτάκι, ευχαρίστησε τον Γιάνη και έφυγε ανυποψίαστη. Ο Γιάνης φύσηξε ανακουφισμένος, αλλά οι ανησυχίες του δεν διαλύθηκαν παρα μόνο το ίδιο βράδυ που μπήκε στον λογαριασμό του στη σελίδα του τουριστικού πράκτορα και είδε τις χρεώσεις του.

Πουθενά ο καπουτσίνος. Το κόλπο είχε πιάσει.

Ο Γιάνης ένιωσε ενα τεράστιο βάρος να φεύγει απο πάνω του, αλλά ταυτόχρονα τον έπιασε και μια περιέργεια. Άραγε, πόσο μακριά μπορούσε να πάει; Φοβόταν – αν δεν φοβόταν θα γινόταν επικίνδυνος – αλλά η περιέργεια ήταν πολύ μεγάλη για να την υπερνικήσει. Την επόμενη μέρα ξαναδοκίμασε το κόλπο σε ενα εστιατόριο. Το κόλπο έπιασε, και σιγά σιγά ο Γιάνης ξεθάρρεψε. Έτρωγε και έπινε σε όλες τις διακοπές του δωρεάν, δείχνοντας πάντοτε το βραχιολάκι ανάποδα.

Για να μην ψυλλιαστεί τίποτε κάποιος, συνεχισε τις κανονικές του καταναλωτικές συνήθειες χρησιμοποιώντας το 18, και χρέωνε μόνο τα εξτρά στο 81. Τι μπλουζάκια αγόρασε, τι καπελάκια jockey, τι τουριστικά μπιχλιμπίδια, τι αναπτήρες, τι καφέδες ήπιε, τι μακαρονάδες, όλα χρεωμένα στο 81.

Ύστερα απο μερικές νύχτες, εκεί που ο Γιάνης περπατούσε στο δρόμο προς το ξενοδοχείο έχοντας φάει άλλο ενα σάντουιτς με τόνο και ανανά χρεωμένο στο 81, είδε ενα μπαράκι με μια ωραία φανταχτερή πινακίδα νέον. Διψούσε αφόρητα, και ήθελε να πιεί ενα ποτό. Μπήκε στο μπαράκι, και κάθησε σε ενα σκαμπώ. Το μπαράκι ήταν απο αυτά με την κονσομασιόν. Ερχόταν οι κοπέλες, κάθοταν στο τραπέζι σου, και σου έπιαναν κουβέντα, αρκεί να τις κερνούσες εσύ το ποτό, που φυσικά ήταν στη διπλάσια τιμή απο το κανονικό. Ο Γιάνης κοίταξε τριγύρω, και είδε μια όμορφη κοπελίτσα με γαλανά ματάκια και στρογγυλά βυζάκια. Της έκανε νόημα και παρήγγειλε μια μπύρα. Η κοπέλα πήγε πίσω απο τον πάγκο του μπάρ, έφερε τη μπύρα του, και κάθησε δίπλα του.

– «Γειά σου, με λένε Αντζελίνα».

– «Χάρηκα, είμαι ο Γιάνης».

Η Αντζελίνα πετάρισε τα ματάκια της, και κούνησε τα βυζάκια της,

– «Γειά σου Γιάνη. Απο πού είσαι;»

Δεν πέρασε πολύ ώρα και οι δυό τους είχαν χάθεί μέσα στην κουβέντα, ενω το ένα ποτό διαδέχοταν το άλλο. Ούτε που κατάλαβε ο Γιάνης πόση ωρα είχε περάσει, και έφτασε η ώρα να κλείσει το μπάρ. Η Αντζελίνα σηκώθηκε, και του έφερε το λογαριασμό.

Ο Γιάνης κοίταξε το νούμερο στο λογαριασμό με τα κερασμένα ποτά, και του σηκώθηκε η τρίχα. Ευτυχώς, είχε το βραχιολάκι μαζί του. Είχε γίνει εξπέρ πιά στο κόλπο. Το έδειξε στην Αντζελίνα, κρατώντας το 18 ανάποδα.

Η Αντζελίνα κοίταξε το βραχιολάκι, άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε το δικό της βραχιολάκι, και το κοίταξε.

Τα μάτια της έλαμψαν. Ήταν το 81.

Η Άντζελίνα ξαναπετάρισε τα ματάκια της στο Γιάνη, του ξανακούνησε τα βυζάκια της, έβγαλε ενα πελώωριο χασαπομάχαιρο απο την τσάντα της, τον έσφαξε, τον έκοψε κομματάκια, και τον έφαγε σχεδόν ωμό, συνοδεύοντας τον με ενα υπέροχο βαθυκόκκινο κρασί Βουργουνδίας.

Όσο για τον τουριστικό πράκτορα, όταν έμαθε τι είχε συμβεί, πλήρωσε μια στρατιά συμβούλων και εταιριών για να βρούν λύση στο πρόβλημα. Τρία εκατομμύρια δολλάρια, άπειρες συναντήσεις και τεχνικές διαβουλεύσεις, και τέσσερα χρόνια μετά, η εταιρία συμβούλων είχε έτοιμες τις μετατροπές και τις παρεμβάεις που ήταν απαραίτητες ωστέ να μην ξανασυνέβαινε ποτέ το ίδιο πράγμα:

Κατάργησαν το βραχιολάκι με το νούμερο 18, και το αντικατέστησαν με το 86.