Ο άνθρωπος που ίσως να υπήρχε

Κανείς δε θυμόταν πόσα χρόνια πέρασαν απο την τελευταία φορά που κάποιος τον είδε – η τουλάχιστον, νόμιζε οτι τον είδε. Άκόμα και οι συνθήκες κάτω απο τις οποίες εξαφανίστηκε ήταν μυστηριώδεις, και οι άνθρωποι είχαν σιγά σιγά ξεχάσει ακόμα και την εποχή πρίν την τελευταία βεβαιωμένη εμφάνιση του – που ακόμα και γι’αυτήν, κανείς δεν ήταν απολύτως σίγουρος, και τα σχετικά δεδομένα ήταν δύσκολο να στηριχθούν. Τα περισσότερα ήταν κάποια παλιά αποκόμματα εφημερίδων, γραμμένα σε περίεργες γλώσσες, που ανέφεραν την εξαφάνιση κάποιου, τόσο αόριστα που μπορεί κάλλιστα και να μην ήταν ο ίδιος.

Κάποιοι είπαν οτι εξαφανίστηκε με τη θέληση του, κάποιοι άλλοι σκέφτηκαν οτι μπορεί να έπαθε κάτι, αλλά κανείς δεν μπήκε στον κόπο να επιβεβαιώσει τις ιστορίες που συχνά πυκνά ακούγοταν σε ο,τι είχε απομείνει απο παλιές παρέες που όλο και λιγότερο συζητούσαν γι’αυτόν. Μέχρι που σιγά σιγά μεταξύ τους τρύπωσαν οι ασυμφωνίες, και ο καθένας τον θυμόταν σαν κάτι όλο και περισσότερο διαφορετικό απο όλους τους υπόλοιπους, κάνοντας τους να αναρωτιούνται για το αν γνώρισαν πραγματικά τον ίδιο άνθρωπο.

Ορισμένοι είπαν οτι το έκανε επίτηδες – πως χάθηκε κάπου σε κάποιο μέρος που θα ήταν αδύνατον να βρεθεί, σε ένα απο κείνα τα ταξίδια του, που γινόντουσαν όλο και πιο συχνά, ολο και πιο μακριά, στη διάρκεια των οποίων κανείς δεν έρχοταν σε επαφή μαζί του – απλώς εξαφανιζόταν για μεγάλα διαστήματα, για να εμφανιστεί ξανά σε κάποιο άλλο μέρος της γής, τόσο αθόρυβα όσο εξαφανίστηκε. Κάποιοι άλλοι είπαν οτι μπορεί απλά να άλλαξε, να εξαφανίστηκε και να ξαναεμφανίστηκε σαν κάποιος άλλος, χωρίς κανένα συνδετικό κρίκο που να μπορεί να τον δέσει με το παρελθόν και με τους ανθρώπους που κάποτε τον γνώριζαν

Ακόμα και το όνομα του ήταν κοινό, τόσο κοινό που δεν θα το ξεχώριζες απο τα τόσα άλλα ονόματα ενος τηλεφωνικού καταλόγου. Λέγεται οτι κάποιοι έψαξαν να τον βρούν – αλλά κανείς ποτε δε μπόρεσε να μιλήσει με κάποιον που να ήξερε τι του συνέβη, που να είχε αδιάψευστες αποδείξεις οτι τον είχε συναντήσει, η έστω που να μπορούσε να δώσει κάποια χρήσιμη πληροφορία γι’αυτόν. Σκόρπιες αναφορές εμφανίσεων η γνωριμιών που θα μπορούσαν να ταίριαζαν σε οποιονδήποτε άλλον, που τους έκαναν να αμφιβάλλουν για το αν βρήκαν τελικά τον ίδιο άνθρωπο, η αν απλά έπεσαν επάνω σε συμπτώσεις τόσο μπερδεμένες που τους έκαναν να αμφιβάλλουν για τις ίδιες τους τις μνήμες.

Μέχρι που τελικά ο χρόνος ξεθώριασε ακόμα και τις δικές τις μνήμες, που κάποτε, τον πρώτο καιρό, ήταν τόσο δυνατές που πίστευε ακράδαντα οτι αποκλείεται να τον ξεχάσει ποτέ. Η μορφή του αναμίχθηκε με τα πρόσωπα τόσων άλλων και ξεθώριαζε μέρα με τη μέρα, τα λόγια του μπερδεύτηκαν με τις σκέψεις τρίτων, μέχρι που τελικά ακόμα και η ίδια έφτασε να αμφιβάλλει για τον εαυτό της, και να ξεχνάει σιγά σιγά το παρελθόν που μοιράστηκε με τον άνθρωπο που ίσως κάποτε να υπήρξε.

Advertisements

Το τρένο που δε σταματάει ποτέ

Δε θυμάμαι πόσα χρόνια έχουν περάσει απο τότε που πήρα το τρένο.

Θυμάμαι οτι ήταν ενα δροσερό φθινοπωρινό απόγευμα. Έπρεπε να πάω στο Δομοκό για ενα ραντεβού με κάποιο συμβολαιογράφο. Ούτε που ήξερα οτι φύτρωναν συμβολαιογράφοι στο Δομοκό, μέχρι που μια μέρα τα κακάρωσε εκείνος ο θείος, που κανένας στην οικογένεια δε θυμόταν οτι υπήρχε, αφήνοντας για κληρονομιά εξ αδιαιρέτου σε 7 συνδικαιούχους ενα τεράστιο χαρτομάνι για κάτι χωράφια με ελιές και τρία κατσίκια – χαρτομάνι που κάποιος έπρεπε να ξεκαθαρίσει.

Μισώ αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου που χρησιμοποιεί σήμερα ο κόσμος για όλες του τις δουλειές, οπότε αγόρασα εισητήριο με τον παραδοσιακό τρόπο – περιμένοντας στο γκισέ. Ξαφνικά τράβηξε την προσοχή μου η πινακίδα με τις τιμές των εισητηρίων.

Intercity, 30000 δραχμές.
Intercity Express, 50000 δραχμές.
Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ, 60000 δραχμές. 

Η διαφορά ήταν μικρή, και αυτό το τρένο δεν το είχα πάρει ποτέ – έτσι όταν έφτασε η σειρά μου είπα στην υπάλληλο πίσω απο το γκισε, που με κοίταζε με ύφος βαριά μαστουρωμένης φώκιας:

– «Ενα για Δομοκό με Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ, παρακαλώ.»

Η φώκια το σκέφτηκε για λιγάκι, κούνησε τα μουστάκια της, και με ρώτησε

– «Είστε σίγουρος;»

– «Ναι. Δεν το εχω ξαναπάρει ποτέ»

– «Εντάξει τότε», έκανε.

Πάτησε κάτι κουμπιά, και ενα εισητήριο τυπώθηκε στον εκτυπωτή της.

– «Εξήντα χιλιάδες».

Έβγαλα απο το πορτοφόλι μου δώδεκα χαρτονομίσματα των πέντε χιλιάδων δραχμών, εκείνα με τη φάτσα εκείνου του καραφλού που είχε γίνει υπουργός οικονομικών για κανένα μήνα περίπου, και της τα έδωσα.

– «Γραμμή τέσσερα. Το τρένο φεύγει στις οχτώ», είπε η φώκια, προσπαθώντας να μιμηθεί τη φωνή εκείνου του τραγουδιστή που απαγορεύεται να λέμε τ’όνομα του.

Ήταν ήδη οχτώ παρα τέταρτο, οπότε πήρα το εισητήριο και ανέβηκα στις πλατφόρμες. Έψαξα να βρώ το βαγόνι μου, μπήκα και κάθησα σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Το τρένο ξεκίνησε. Με το που βγήκαμε απο την πόλη, το τοπίο άλλαξε, και η θέα των απέραντων χωραφιών που εκτείνοταν ως τον ορίζοντα σε συνδυασμό με το γλυκό κούνημα του τρένου, με νανούρισαν σχεδόν αμέσως. Ξύπνησα απο ενα άσχημο όνειρο και κοίταξα γύρω μου. Δεν ήξερα πόση ωρα είχε περάσει. Κοίταξα γύρω μου συγχυσμένος απο τον ύπνο, και προσπάθησα να καταλάβω που βρισκόμαστε.

Σε λίγη ώρα, το τρένο πέρασε απο το σταθμό στον Παλαιοφάρσαλο χωρίς να σταματήσει. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Είχα παρακοιμηθεί και έχασα τη στάση μου.

Σηκώθηκα απο τη θέση μου και διέσχισα τα βαγόνια, ψάχνοντας να βρώ τον ελεγκτή που μου χτύπησε το εισητήριο – ένας τύπος λίγο πριν τη σύνταξη, με γκριζαρισμένο μουστάκι μάλλον δανεισμένο απο τα αζήτητα του Νίτσε. Τελικά τον βρήκα, στο βαγόνι αμέσως μετά το ρεστωράν. Μία ματιά στο ύφος του ήταν αρκετή για να λυπηθώ αυτομάτως τη γυναίκα του.

– «Παρακοιμήθηκα και έχασα το σταθμό μου», του είπα. «Έπρεπε να κατεβώ στο Δομοκό».

Σκέφτηκε το πρόβλημα με όλη τη σοβαρότητα που του άξιζε, και μου αποκρίθηκε:

– «Δεν πειράζει. Απλά θα πληρώσετε το πρόστιμο μόλις φτάσουμε στο τέρμα».

– «Δε μπορώ να κατεβώ στον επόμενο σταθμό;»

– «Οχι. Ειναι Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ. Δε σταματάμε σε κανένα σταθμό».

– «Δηλαδή ούτε στο Δομοκό σταματήσαμε;»

– «Οχι», απάντησε.

– «Και πότε φτάνουμε στο τέρμα;» τον ρώτησα.

Κούνησε τα μουστάκια του ειρωνικά.

– «Όταν φτάσουμε», αποκρίθηκε.

Δε μπορούσα να κάνω πολλά. Κάθησα ξανά στη θέση μου και συγκεντρώθηκα στο τοπίο. Τα χέρσα λιβάδια διακόπτοταν απο καλλιεργημένες εκτάσεις, και οι σταθμοί διαδέχοταν ο ένας τον άλλον  χωρίς το τρένο να σταματάει ποτέ.

Στην αρχή τα ονόματα των σταθμών μου ήταν οικεία. Λάρισσα, Κατερίνη. Το τρένο δε σταμάτησε στη Θεσσαλονίκη. Παραξενέυτηκα.  Οι υπόλοιποι επιβάτες δεν έδειχναν να νοιάζονται ιδιαίτερα. Οι σταθμοί συνέχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Τα ονόματα των σταθμών έγιναν ξενικά. Svilengrad, Dabovo. Τρόμαξα.

Εψαξα πάλι να βρώ τον μουστάκια. Τελικά τον ανακάλυψα να κοιμάται σε ενα σκαμπώ δίπλα στις τουαλέτες. Ξαναλυπήθηκα τη γυναίκα του, αλλά είχα πια θυμώσει πολύ για να κρατήσω το ευγενικό μου ύφος.

– «Πότε θα φτάσουμε επιτέλους σ’αυτό το τέρμα;»

– «Οταν φτάσουμε», απάντησαν τα μουστάκια.

– «Θέλω να κατέβω εδω»

– «Μπορείτε να κατέβετε όποτε θέλετε. Ανοίξτε την πόρτα και βγείτε. Δε σας εμποδίζει κανένας»

– «Ενω τρέχουμε με τέτοια ταχύτητα; Θα είστε τρελός. Πότε θα σταματήσουμε;»

– «Δε θα σταματήσουμε. Είναι Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ».

Ξανακάθησα στη θέση μου. Οι μέρες διαδέχοταν τις νύχτες, και οι νύχτες τις μέρες, και τα λιβάδια διαδέχοταν ακόμα περισσότερα λιβάδια. Τα ονόματα των σταθμών άρχισαν να γίνονται όλο και πιο άγνωστα, όλο και πιο περίεργα. Azalotl, Axothoth, μέχρι που άρχισαν να γράφονται σε γλώσσες που δε γνώριζα, και σταμάτησα να δίνω σημασία.

Οι μέρες έγιναν βδομάδες, και οι βδομάδες έγιναν μήνες. Κάθε μέρα τρώγαμε στο εστιατόριο του τρένου που περιέργως έδειχνε να μη χρειάζεται ποτέ ανεφοδιασμό. Τρίτη – Πέμπτη μακαρόνια.

Κάποιοι αντέδρασαν, φώναξαν μάταια, μάλιστα ένας προσπάθησε να κατέβει απο το τρένο εν κινήσει. Όντως μπόρεσε να ανοίξει την πόρτα. Ακόμα θυμάμαι τις κραυγές του καθως έπεφτε απο το τρένο που κινούταν με 120 χιλιόμετρα την ώρα. Ο μουστάκιας κούνησε το κεφάλι του σαν να ήταν κάτι συνηθισμένο, και ξανάκλεισε την πόρτα.

Σιγά σιγά, οι επιβάτες, απο άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, άρχισαν να πιάνουν κουβέντα. Την ανησυχία και το θυμό διαδέχτηκε μια παράξενη οικειότητα. Σαν να ήμασταν δεμένοι όλοι απο την ίδια μοίρα. Οι συζητήσεις μας έγιναν όλο και πιο ενδιαφέρουσες. Σιγά σιγά μοιραστήκαμε τα πάθη μας και τους φόβους μας, τις σκέψεις και τις ανησυχίες μας. Το ενδιαφέρον διαδέχτηκε η βαρεμάρα, καθώς ολα όσα είχαν να ειπωθούν συνέχεια λιγόστευαν. Η οικειότητα γέννησε πάθη, τα πάθη γέννησαν έρωτες,, μίση, αντιζηλείες μεταξύ των επιβατών. Οι μήνες περνούσαν, και το τρένο δε σταματούσε ποτέ. Κανείς δεν έδειχνε να νοιάζεται πια για τους σταθμούς η τον προορισμό.

Τελικά κόπασαν ακόμα και τα πιο έντονα συναισθήματα. Ένα ζευγάρι παντρεύτηκε πάνω στο τρένο, και ύστερα απο λίγους μήνες χώρισε. Ο καθένας πήρε το δρόμο του, και εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικά βαγόνια.

Ο χρόνος περνούσε, και οι μήνες διαδέχοταν τα χρόνια, χωρίς κανείς να νοιάζεται πια να τα μετρήσει. Κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε, τρώγαμε, κοιτάζαμε τα λιβάδια να διαδέχονται το ένα το άλλο. Για κάποιο περίεργο λογο, ο χρόνος ήταν παράξενος στο Τρένο που Δε Σταματάει Ποτέ. Δε σου έδινε την εντύπωση οτι περνούσε – ούτε αργά ούτε γρήγορα. Τα μόνα σημεία αναφοράς ήταν οι μέρες που διαδέχοταν τις νύχτες, και οι νύχτες που διαδέχοταν τις μέρες, ώσπου πιά κανείς δε νοιαζόταν να μετρήσει νύχτες, μέρες, βδομάδες, μήνες η χρόνια.

Καθόμουν στη θέση μου και κοίταζα τα λιβάδια, όταν με πλησίασαν τα μουστάκια.

– «Είναι η σειρά σας», μου είπαν.

– «Για τι πράγμα;» ρώτησα, μάλλον ενθουσιασμένος που επιτέλους κάτι συνέβαινε.

– «Για την ακρόαση σας. Κάθε επιβάτης μπορει να δεί μια φορά τον Τρέναρχο»

– «Τρέναρχος;»

– «Ναι, συνήθως οι μηχανοδηγοί είναι Τρεναγοί, αλλά αυτό το τρένο δεν είναι συνηθισμένο. Είναι το Τρένο που Δε Σταματάει Ποτέ. Ο μηχανοδηγός μας είναι Τρέναρχος. Θα τον δείτε αύριο. Είναι πολύ δύσκολο να συναντήσετε Τρέναρχο, ξέρετε»

Επιτέλους θα έπαιρνα κάποιες απαντήσεις. Οχι οτι οι απαντήσεις με ένοιαζαν πιά ιδιαίτερα, αλλά οσο και να το κάνουμε, ήμουν λιγάκι περίεργος. Ντύθηκα επίσημα – τα μουστάκια μου βρήκαν μέχρι και πουκάμισο, παρότι υποψιαζόμουν οτι ήταν το ίδιο ενα πουκάμισο που φορούσαν όλοι όσοι επισκέπτοταν τον Τρέναρχο. Διασχίσαμε όλα τα βαγόνια, και σταθήκαμε στην τελευταία πόρτα. Τα μουστάκια, χτύπησαν την πόρτα διακριτικά. Ακούστηκε ενας θόρυβος, και η πόρτα ξεκλείδωσε. «Περάστε», μου είπαν τα μουστάκια. «Έχετε δέκα λεπτά».

Μπήκα μέσα. Ηταν μια σκοτεινή αίθουσα που έπιανε το μισό βαγόνι, γεμάτη πίνακες και όργανα ελέγχου. Προχώρησα μπροστά. Κάποιος κάθοταν στο κάθισμα του οδηγού και κοίταζε ίσια μπροστά. Τα φώτα του τρένου φώτιζαν τις γραμμές και ενα μέρος απο τα λιβάδια που διαδέχοταν το ένα το άλλο. Κάθησα στο διπλανό κάθισμα και κοίταξα για λίγο τις γραμμές. Το θέαμα ήταν υπνωτικό.

Γύρισα και κοίταξα τον Τρέναρχο. Φορούσε συνηθισμένη στολή Τρέναρχου, με όλα τα προβλεπόμενα σειρήτια. Ο Τρέναρχος εξακολουθούσε να κοιτάζει μπροστά.

– «Ευχαριστώ που με δεχτήκατε, κύριε Τρέναρχε».

Ο τρέναρχος συνέχισε να κοιτάζει μπροστά. Σαν να μην υπήρχα.

– «Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση», είπα διστακτικά μετά απο λίγο.

Επιτέλους ο Τρέναρχος απάντησε.

– «Όλοι θέλουν», είπε.

Μάζεψα όσο θάρρος μου είχε απομείνει.

– «Πότε θα φτάσουμε στον προορισμό, κύριε Τρέναρχε;», ρώτησα γεμάτος αγωνία.

– «Και πάντα είναι η ίδια ερώτηση…», σχολίασε ο Τρέναρχος.

Κοκκάλωσα. Έμεινα να κοιτάζω για λίγο τις γραμμές που φωτίζοταν, και τα λιβάδια που διαδέχοταν το ένα το άλλο.

Ο Τρέναρχος στράφηκε προς το μέρος μου.

– «Είμαστε ήδη στον προορισμό, δεν το κατάλαβες;», είπε. «Πάντα ήμασταν».

Κοίταξα τον Τρέναρχο και η καρδιά μου σταμάτησε.

Στη θέση των ματιών του έχασκαν δυο πελώριες, ολοσκότεινες, κατάμαυρες τρύπες.


Ο Πιανίστας

Το παρόν διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βλήμα της Κυριακής», τότε που ακόμη τύλιγαν τα ψάρια με εφημερίδες. Διεσώθη υπο του λωγιοτάτου αρχειοθέτη του Εναλλακτικού Μη-Ελεγχόμενου Ντελίριου, και αρχειοθετήθηκε με ελάχιστες επικαιροποιήσεις εις το παρόν Ιστολόγιο εν Έτει Κυρίου 2016. 

Πρωθυστερογραφική παρατήρηση χρονογραφικού ενδιαφέροντος: Χρόνια αργότερα απο την εποχή της διηγήσεως, συνέπεια ωρισμένων γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, το μπουρδελάκι της κυρα-Φώφης που αναφέρεται παρακάτω, κατάφερε να αποκτήσει τελικά άδεια λειτουργίας πολιτικού κόμματος – και σήμερα μεσουρανεί εις την κοινοβουλευτική ιστορία του τόπου, αποτελώντας την πολιτική στέγη ευκαταφρονήτου πλήθους διαπρεπών σοσιαλητών. Η μοίρα της τύχης ωστόσο, απεδείχθη τόσο απάνθρωπα άδικη προς το πρόσωπο του πρωταγωνιστού της παρούσης ιστορίας, ωστέ ουτε κάν το όνομα του δεν κατάφερε να διασωθεί εις την συλλογική μνήμη του τόπου. 

Ενώ τον Κατσιφάρα τον θυμούνται οι πάντες. 

 

Ο Πιανίστας

 

Μου αρεσει η δουλεια μου. Δουλευω εδω και τεσσερα χρονια στο σπιτι της κυρα-Φώφης. Στεγαζεται σε ενα παλιο κτιριο, αλλα εσωτερικα ειναι καθαρο και περιποιημενο. Αποτελειται απο ενα ευρυχωρο σαλονι, ενα χωλ που η κυρα-Φώφη ειχε διαμορφωσει ετσι ωστε οι πελατες που ερχονται να μην ερχονται σε επαφη με αυτους που φευγουν.

Η κυρα-Φώφη ειναι πρακτικο μυαλο, και σκεφτηκε καποια στιγμη οτι λιγη ζωντανη μουσικη ισως να χαλαρωνε τους πελατες που περιμεναν στο σαλονακι που ειχε μετατρεψει σε αιθουσα αναμονης. Ειχε δικιο. Απο τοτε που αρχισα να δουλευω, μου εχει εκμυστηρευτει οτι φευγουν πλεον πολυ λιγοτεροι πελατες απο οτι παλιοτερα, οταν αναγκαζονταν να περιμενουν στην αναμονη, κατω απο τα δηθεν αδιαφορα βλεμματα των υπολοιπων πελατων. Ειχα γινει κι εγω αποδεκτης τετοιων βλεμματων, που εκρυβαν ενα μιγμα ενοχης και υποκριτικης ανωτεροτητας, σαν ο ιδιοκτητης τους να ελεγε «Εγω ανηκω στην πραγματικοτητα καπου αλλου», και η αληθεια ειναι οτι το εβρισκα καπως διασκεδαστικο.

Επαιζα συνηθως στους πελατες Μπερλιοζ. Διαλεγα καποια κομματια που ηταν ηρεμα αλλα χαρουμενα, με μια ελαφρα παιχνιδιαρικη αισθηση. Οι πελατες χαλαρωναν και συγκεντρωνοταν στη μουσικη, και ουκ ολιγες φορες μου επιαναν ψιλη κουβεντα. Ημουν παντοτε δεκτικος στην κουβεντα, αλλα σπανιως δεχομουν παραγγελια. Οχι επειδη το βρισκω καλλιτεχνικα υποτιμητικο, καθε αλλο – απλως συνηθως τα κομματια που ζητουσαν οι πελατες ενιωθα οτι δεν ταιριαζαν στο περιβαλλον.

Η μοναδικη εξαιρεση ηταν οταν τυχαινε να μου ζητησει να παιξω καποιο απο τα αγαπημενα της κομματια η Ελενα. Με την Ελενα γνωριστηκαμε το πρωτο κιολας βραδυ που δουλεψα στο σπιτι της κυρα-Φώφης. Μου εκανε εντυπωση οτι ηταν διαφορετικη απο τα αλλα κοριτσια. Δεν ειχε εκεινο το απαθες βλεμμα του ανθρωπου που καταφερε να συμβιβαστει με μια δουλεια που μισει. Ηταν παντοτε χαρουμενη και ευγενικη, με εκεινη τη λαμψη στα καστανα της ματια που με εκανε να την ερωτευτω απο την πρωτη στιγμη. Μορφωμενη κοπελα, πτυχιουχος οικονομικων, την χτυπησε η ανεργια και η οικονομικη κριση των τελευταιων ετων, θεωρουσε την τωρινη δουλεια της περισσοτερο ως ενα προσωρινο μεσο επιβιωσης. Ετσι κι αλλιως την περιμενε μια καλυτερη ζωη. Ηταν εγκυος στον πρωτο μηνα, οποτε αναγκαστικα δε θα μπορουσε να συνεχισει να δουλευει για πολυ στο σπιτι. Σε λιγες βδομαδες θα φευγαμε μαζι, με τα λεφτα που ειχα καταφερει να μαζεψω τεσσερα χρονια απο την κυρα-Φώφη. Δεν ηταν πολλα λεφτα, αλλα θα μας επετρεπαν να αγορασουμε ενα δικο μας σπιτι σε μια μικρη επαρχιακη πολη, και να ζησουμε για λιγο καιρο μεχρι να βρουμε και οι δυο αλλη δουλεια. Η κυρα-Φώφη στεναχωριοταν που θα μας εχανε, αλλα τη γεμιζε χαρα η προοπτικη να δει δυο ανθρωπους που συμπαθουσε να φτιαχνουν επιτελους τη ζωη τους, πραγμα που ισχυε περισσοτερο για την Ελενα, παρα για μενα. Εξαλλου εγω αγαπουσα τη δουλεια μου.

Κοντευε 8 η ωρα το πρωι, και οι τελευταιοι πελατες ειχαν φυγει. Τα κοριτσια σιγα σιγα πηγαιναν στο σπιτι τους χαιρετωντας εμενα και την κυρα-Φώφη που καθοταν αποκαμωμενη στο μικρο γραφειακι πισω απο τον διαχωριστικο τοιχο που χωριζε το σαλονι απο τα πισω δωματια. Οι πελατες δεν την εβλεπαν, απο τη θεση ομως που ειχα το πιανο μου ειχα πολυ καλη θεα σε ολο σχεδον το χωρο.

Η Ελενα ειχε φυγει εδω και ωρα, αλλα ηταν παντοτε εδω, μεσα στο μυαλο μου. Τα καστανα ματια της, το λεπτοκαμωμενο της κορμι, το αναλαφρο, σχεδον εκλεπτυσμενο της βημα, με συνοδευαν σε ολες τις στιγμες της ζωης μου τα τελευταια δυο χρονια, οταν δεν καταφερνε να με συνοδεψει η ιδια. Στις δυσκολες ωρες μου με γεμιζε χαρα και ελπιδα η αναμνηση των ομορφων στιγμων μας στις διακοπες, οταν περπατουσαμε αγκαλιασμενοι στο ηλιοβασιλεμα, οταν καναμε ερωτα στην αμμο με το δροσερο αερακι να χαιδευει τα μακρια σπαστα της μαλλια. Ηταν η μερα που εμεινε εγγυος στο παιδι μας, η μερα που εμελλε να αλλαξει τις ζωες και των δυο μας.

Σκουπισα ενα δακρυ που ειχε αρχισει να κυλαει στο μαγουλο μου. Η κυρα-Φώφη το προσεξε και χαμογελασε τη στιγμη που μου εδινε το ιδιο μεροκαματο, την ιδια ακριβως ωρα, πριν με αποχαιρετησει με τις ιδιες λεξεις οπως καθε πρωι. Σκεφτηκα ειδικα σημερα να την παρακαλεσω να με αφησει να φυγω λιγο νωριτερα, μια και ειχα σημαντικες δουλειες να κανω, αλλα γνωριζοντας την τυπολατρεια και το παθος της κυρα-Φώφης με την ακριβεια, ειχα αποφασισει να μην τη στεναχωρησω, παρα το γεγονος οτι επροκειτο για δουλειες που αφορουσαν περισσοτερο εκεινη παρα εμενα.

Η σημαντικοτερη απο αυτες ηταν στην εφορια. Υπηρχαν κατι γραφειοκρατικες διατυπωσεις σχετικα με τη δουλεια μου, που η κυρα-Φώφη μου ειπε οτι ειναι σημαντικες, μια και αυριο θα γινοταν ελεγχος απο το Σωμα Οικονομικων Ελεγκτων. Ολα επρεπε να ειναι κανονισμενα στην εντελεια. Μπηκα στο ψηλο, ασπρο, μοντερνο αλλα αχαρο κτιριο της εφοριας. Υστερα απο ενα τεταρτο αναζητησης σε διαδρομους και γραφεια, κατεληξα στο γραφειο της προισταμενης. Ηταν μια γυναικα γυρω στα 35. Γυαλια με χοντρο κοκκαλινο σκελετο, πουκαμισο κουμπωμενο στα μανικια και στο πρωτο κουμπι του λαιμου. Το γραφειο της ηταν γεματο εικονες αγιων.

«Καλη σας μερα, ηρθα για τη συμπληρωματικη δηλωση του εντυπου Ε23».
«Καλη σας μερα, και ο θεος μαζι σας. Ποιο ειναι το ΑΦΜ σας;».
Της το ειπα. Το πληκτρολογησε συνωφρυωμενη στον υπολογιστη της και κοιταξε για λιγα δευτερολεπτα την οθονη
«Εδω λεει οτι εισαστε μουσικος, αλλα το εντυπο Ε23 απαιτει πληρη περιγραφη. Που δουλευετε;»
«Σε μπ.. ε, σε οικο ανοχης»
Γουρλωσε τα ματια της και με κοιταξε επι τρια λεπτα αμιλητη, με το χερι της να σκεπαζει το ορθανοιχτο στομα της
«Λυπαμαι για σας κυριε. Εχετε χασει το δρομο του θεου. Λυπαμαι, πραγματικα και ειλικρινα λυπαμαι. Πως αντεχετε να δουλευετε σε ενα αντρο ακολασιας; Δε σκεφτεστε την ψυχη σας;»
«Δεν ειναι παρα μια δουλεια», της αποκριθηκα. «Και τυχαινει να μου αρεσει».
Πηρε ενα υφος απεραντης θλιψης για την χαμενη μου ψυχη, και γυρισε στον υπολογιστη της.
«Λυπαμαι αλλα το συγκεκριμενο επαγγελμα δεν ειναι καταχωρημενο στο φορολογικο μητρωο. θα πρεπει να παρετε βεβαιωση απο το Επαγγελματικο Επιμελητηριο. Γνωριζετε βεβαια οτι η απουσια δηλωσης του εντυπου Ε23 επιφερει εκτος απο προστιμο και πιθανες ποινικες κυρωσεις. Λυπαμαι. Πραγματικα λυπαμαι». Το υφος της εδειχνε οτι καθε αλλο παρα λυποταν.

Εφυγα εκνευρισμενος. Το Επαγγελματικο Επιμελητηριο βρισκοταν στην αλλη ακρη της πολης, και εφτασα σχεδον την ωρα που εκλεινε, κουρασμενος και καταιδρωμενος. Πηγα κατευθειαν στον υποδιευθυντη για να γλυτωσω χρονο.
«Τι επαγγελεστε ειπατε;»
«Μουσικος σε οικο ανοχης».
Ο υποδιευθυντης ξεραθηκε στα γελια. «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑ! Οπως λενε ‘πιανιστας σε μπουρδελο’ ε; Καλο, καλο!».
Εμενα δε μου φανηκε καθολου αστειο.
«Μηπως θα μπορουσατε να μου δωσετε τη βεβαιωση μου;»
«Εισαστε εγεγγραμμενος στον Συλλογο Μουσικων;»
«Εληξε η εγγραφη μου εδω και λιγα χρονια»
«Τοτε δεν μπορω να κανω τιποτε, το αναφερει ξεκαθαρα ο νομος. ΑΧΑΧΑΧΑ! Ακου πιανιστας σε μπουρδελο…».
«Προλαβαινω να σας τη φερω σημερα;»
«Οχι, θα πρεπει να περασετε παλι αυριο»

Στο δρομο προς το Συλλογο Μουσικων σκεφτομουν το προστιμο που θα ετρωγε η κυρα-Φώφη. Μου ειχε εξηγησει οτι η καινουρια νομοθεσια ηταν εξαιρετικα αυστηρη οσον αφορα τους οικους ανοχης. Η παραμικρη παρατυπια εφτανε για να αφαιρεθει η αδεια λειτουργιας. Και τα κοπροσκυλα του Σωματος Οικονομικων Ελεγκτων ηταν μανουλες στο να βρισκουν παρατυπιες.

Στον Συλλογο Μουσικων ηταν ολοι οι παλιοι φιλοι και γνωστοι μου. Δεν ειχα καμμια διαθεση να τους δω, να αντικρυσω την κρυμμενη ειρωνια πισω απο τα μισοχαρουμενα μισοσυγκαταβατικα τους αστεια για το δρομο που επελεξα να ακολουθησω. Αφου χαιρετησα οσους γνωριζα, που ηταν πανω απο τους μισους παρευρισκομενος εκεινη την ωρα στο συλλογο, αποσυρθηκα στο γραφειο του προεδρου με ενα ποτηρι ουισκι.

«Χαθηκες εδω και χρονια», μου ειπε. «Ησουν μεγαλη απωλεια για μας. Ησουν ταλεντο. Διπλωμα ανωτερων θεωρητικων απο το Κρατικο Ωδειο του Μοναχου. Μεταπτυχιακα με τους μεγαλυτερους συνθετες του 20ου αιωνα. θυμασαι εκεινη τη νυχτα στη Βιεννη; Η ερμηνεια σου στην 9η του Μπετοβεν αφησε εποχη. Ακομα γραφονται αρθρα γι αυτην. Απορω γιατι τα παρατησες ολα».

Τη θυμομουν πολυ καλα εκεινη τη νυχτα στη Βιεννη, και εν μερει γι αυτο τα ειχα παρατησει ολα. Ακομα ειχα τις φωτογραφιες και τον επαινο χωμενα σε καποιο συρταρι. Τους ειχα σιχαθει. Ειχα σιχαθει τον ελιτισμο των φτασμενων κλασσικων. Τις ψευτικες φιλοφρονησεις του ενος προς τον αλλον, τα πισωπλατα μαχαιρωματα, το γλυψιμο και τη δουλοπρεπεια στην οποια επρεπε να επιδιδομαι καθημερινα για να εξασφαλισω μια καλυτερη θεση στον στενο τους κυκλο. Ειχα σιχαθει τις ατελειωτες ακαδημαικες τους συζητησεις για την διευθυνση του δεινα στο ταδε κομματι, τους ατελειωτους καβγαδες πανω σε ασημαντες διαφορες στο τεμπο της μιας η της αλλης ορχηστρας. Γι αυτο βρηκα τη μικρη αλλα συμπαθητικη δουλεια μου, που μπορει να μη με εβγαζε ποτε στο εξωφυλλο του «Ψλασσιψαλ Μυσιψ», αλλα στην οποια χαιρομουν να πηγαινω καθε βραδυ. Και βεβαιως ειχα την Ελενα αντι για τις ανοστες πλουσιες χηρες που περιτριγυριζαν τους περισσοτερους συναδελφους της φιλαρμονικης.

Το βλεμμα του διευθυντη με επανεφερε στη γη. «Ξερεις γιατι τα παρατησα. Ας μην το ξανασυζητησουμε τωρα, ειναι μια ιστορια για την οποια παντοτε μαλωνουμε χωρις λογο. Ηρθα απλως για να ανανεωσω την εγγραφη μου για τυπικους λογους». Του εξηγησα τους λογους. Μου επιασε το χερι σχεδον τρυφερα.

«Λυπαμαι. Εισαι φιλος απο παλια, και θα μπορουσα να σου κανω μια χαρη. Αλλα οι συνθηκες δε μου το επιτρεπουν. Τα αρχεια μας βρισκονται σε κοινη θεα στο Ιντερνετ. θυμασαι τις ιστοριες που ειχα οταν χωρισα με κεινο το μουσατο που δουλευει στην παλιοφυλλαδα. Απο τοτε ψαχνει αφορμη να με καταστρεψει. Δε μπορω να το κανω. Ενας πιανιστας σε μπουρδελο γραμμενος στο Συλλογο Μουσικων ειναι η καταλληλοτερη ευκαιρια που θα μπορουσαμε να του δωσουμε. Ισως αν ξαναγυριζες στην φιλαρμονικη…»
«Δε μπορω να ξαναγυρισω. Εκεινος ο δρομος τελειωσε πια για μενα».
«Τοτε, τελειωσε και για μας. Λυπαμαι. Ελπιζω να πιουμε μια μπυρα καποτε σπιτι μου, να θυμηθουμε τα παλια μεγαλεια».

Εγω δεν το ελπιζα καθολου. Γυρισα στο σπιτι της κυρα-Φώφης, πανω που ειχε αρχισει να βραδιαζει. Της εξηγησα οτι ηταν αδυνατο να της φερω το εντυπο Ε23.

«Λυπαμαι», μου ειπε η κυρα-Φώφη. «Ξερεις ποσο σε εκτιμω, αλλα το Ε23 ηταν η τελευταια λεπτομερεια για να φαινομαστε απολυτως νομιμοι. Ξερεις ποσο μετραει αυτο για μας. Δε μπορω να κανω τιποτε αλλο απο το να διακοψουμε τη συνεργασια μας. Τουλαχιστον θα πληρωσεις μονο εσυ το προστιμο. Αλλιως θα χασουμε ολοι τη δουλεια μας. Ολοι, καταλαβαινεις;»
«Και η Ελενα;», ρωτησα.
«Και η Ελενα», αποκριθηκε θλιμμενα. Καταλαβα οτι η συζητηση ειχε τελειωσει εκει.

Γυριζω στο σπιτι, ανεργος πλεον. Πρωην πιανιστας σε μπουρδελο. Δεν πειραζει. θα πουλησω το πιανο μου. Μαζι με τα λεφτα που μαζεψα τεσσερα χρονια, θα φτασουν για να πληρωσω το προστιμο. θα συζητησω με την Ελενα για γαμο. Ισως να ειναι πιο σκληρα τα πραγματα, αλλα με τον εναν η τον αλλο τροπο θα καταφερουμε να ζησουμε μαζι…


«Εθνικο Πρακτορειο Ειδησεων, 26 τρεχοντος.

Τραγικο δυστηχημα στοιχισε σημερα το πρωι σε γνωστο σολιστα τη ζωη του. Την ωρα που ο γερανος κατεβαζε το Πετροφφ πιανο του προς το καμιονι μεταφορικης εταιριας, εσπασε ενα συρματοσκοινο και ο ατυχος σολιστας καταπλακωθηκε απο το πιανο. Ο γνωστος πιανιστας ειχε χαθει τα τελευταια χρονια απο τα μεγαλα σαλονια της μουσικης, υστερα απο μια μεγαλειωδη καριερα στο κλασσικο πιανο. Οι κινησεις του παρεμειναν εκτοτε αγνωστες. Ανεπιβεβαιωτες πληροφοριες αναφερουν οτι δουλευε σε οικο ανοχης. Η κηδεια του θα γινει αυριο στο 2ο νεκροταφειο».


Ταξιδιωτικαί διδαχαί

Αι Ταξιδιωτικαί Διδαχαί, ως και λοιπά κείμενα που μέλλεται να ακολουθήσουν, εδημοσιεύθησαν αρχικώς προ δεκαετιών εις το καταξιωμένον και κοσμοξακουστόν λογοτεχνικόν ιστοτετράδιον «delirium» υπο εκδόσεως Αντωνίου Καναβούρεως, και αποτέλεσαν την ιστορικήν εκείνη υποψηφιότητα του Συγγραφέως δια το λογοτεχνικόν βραβείον «Νόμπελ» λογοτεχνίας. Ατυχώς, πολιτικαί και άλλαι προτεραιότηται της Σουηδικής Επιτροπής, οδήγησαν στην απονομήν του βραβείου του έτους εκείνου, εις τίνα άσχετον τε και άγνωστον εις το κοινόν δημοσιουπαλληλίσκου, ονόματι Σεφεριάδης η κάπως έτσι.

Διδαχή πρώτη

Καποτε, εν Κατω Ανωχωριον ευρισκομενος, ηκουσα απο χειλη εμπιστα την ιστορια ταυτη : Προ πολλακις, η κυρια Σουλα εχασε την γατα της, συμπαθεστατον κατοικιδιο καλουμενον «Τανα». Εζητηθη η βοηθεια της Αστυνομιας προς ανευρεσιν του ατυχου ζωντανου. Ως χωριον φιλησυχον, διχως κλεφτας και λωποδυτας, οι αστυνομικοι ολημερις επληττον εις περιπολιας ανευ περιεχομενου. Οπως ητο φυσικον, της ευκαιριας αρξαμενοι, πληρης η Αστυνομικη Δυναμη Ανωχωριου ετεθη προθυμοτατη στην υπηρεσιαν της καλης ταυτης ηλικιωμενης κυριας. Πληθως ενστολων αστυνομικων περιερχοταν τας δρομους και τας πλατειας, αναρωτωμενοι ουχι σιωπηρως αλλα ερωτωντες αλληλους :

-«Μπας κι ειναι δω?»
-«Μπας κι ειναι κει?»

Αρξαμενης της νυκτος το κατοικιδιον ουκ ενεφανισθη, οι αστυνομικοι δε επεστρεψαν μετα βαθεως καματου εις τας οικιες αυτων. Ευρισκομενη εν βαθεια απογνωσην, η κυρια Σουλα εκλωθωγυριζεν οληνυχτις εις την αυλην φωνασκουσα :

-«Τααααναααααα! Ταναααα! Που εισαι, Τααανα μου? Που? Ταααααναααα!»

Προ αλεκτωρ λαλησαντος τριακις, παντζουριον ανοιξαντος ενεφανισθη γειτων καλουμενος Πετρουλας. Εν αντιθεσει πλειστων των κατοικων του χωριου, οστις ετυγχαναν ανθρωποι σοφρωνες τε και μορφωμενοι, ο Πετρουλας ητο αγραμματος και το λεξιλογιον ταυτου περιορισμενον, οστις επολλακις ετυγχανε οπως χρησιμοποιησει λεξεις αδοκιμες και ηχομιμητικες, καλων τον σκυλον «Γαβ!» και την αμαξοστοιχιαν τινα «Τσουφτσουφ». Ητο επισης και αγροικος – και ως τετοιος ενεφωναξεν εις την πτωχην γραιαν:

-«ΣΚΑΣΕ ΜΩΡΗ ‘ΠΟΥ ΤΑΝΑ’ ΜΗ ΦΩΝΑΞΩ ΤΟΥΣ ‘ΜΠΑΣ ΚΙ ΕΙΝΑΙ'»

Επι της ακροασεως της ιστοριας ταυτης, ελυθην ξαφνικως το μεγαλειωδες μυστηριον οπου εταλανιζεν ανα ετη επι ετων τας κορυφαιους των γλωσσολογων περι της γεννησεως των λεξεων «πουτανα» και «μπασκινας».

Η γατα δε, ουδεποτε ανευρεθη.

Διδαχή δεύτερη

Προ αρκετων ετων ευρεθην επισκεπτης εις νησον Ικαριαν. Μετα φιλικης παρεας ανθρωπων τινων ευρισκομενος επαρατηρησαν οδον τινα καλουμενην «Οδος Ντουρουτι». Απορησαντος περι της ονομασιας της οδου ταυτης, ανηρ μεσηλιξ καλουμενος Λαυρεντιος – οποιον εγω ουκ εγνωριζα, γνωστος γνωστου τυγχανων, και τυχαιως ευρισκομενος εις την συντροφιαν μας την νυχταν εκεινη – απεκαλυψον μου την ιστοριαν ταυτη : Εις την νεοτερην ταυτου ηλικιαν, ασοφρων ανθρωπος ετυγχανε δε και αναρχικος – πραγμα πασιφανες υπο της εξωτερικης εμφανισεως τουτου, εχων κομην μακριαν τε και ακτενιστην. Διαφορας συγκυριας οδηγησαν ταυτον εις Ισπανιαν, μαχομενον υπερ ομαδος τινος αναρχικων κατα των φασιστικων του Φρανκο στρατευματων. Ετυχε δε να γνωρισθη μετα γνωστου αναρχικου καλουμενου Μπουεναβεντουρα Ντουρουτι. Πρωιαν τινα, εις μαχην αμυντικην λαμβανουσα χωραν πλησιον της πολης Βαρκελωνης, επροσεξεν φασιστα τινα οπως εσκοπευε ευθεως μετα του τυφεκιου του την κεφαλην του συντροφου Ντουρουτι. Θελοντας να προστατευση αυτον υπο θανασιμον κινδυνον, ενεφωναξε το ονομα ταυτου, δυστυχως ματαιως :

-ΜΠΟΥ (ΜΠΑΜ!) ΕΝΑ (ΜΠΑΜ!) ΒΕΝ (ΜΠΑΜ!) ΤΟΥ (ΜΠΑΜ!) ΡΑ! (ΜΠΑΜ)

Ο Ντουρουτι εσωριασθη νεκρος εις το χωμα πληγωμενος υπο πληθος πεντε εχθρικων σφαιρων ριχθεντων κατα το διαστημα της προσφωνησεως του ονοματος του, και εταφη μετα τιμων μεγαλων και παρελασεως ηρωικης υπο αμετρητον πληθος λαου. Ο Λαυρεντιος δε εγυρισεν εις την πατριδαν και εσοφρωνευθη, μεχρις σημειου και της κομης αυτου ευπρεπως κουρεψαμενην και διαγων εκτοτε αξιοπρεπη βιον, μαλιστα υπανδρευθην γυναικαν εκ του χωριου του καταγομενην και πατηρ εγενετο επτα ευσεβων παιδιων. Τας νυχτας μονον η γυναικα του απορουσε, ακουγοντας τον να ψυθιριζει ευρισκομενος εις απογνωσην και μετανοια :

-«Αμα τον ελεγαν Μητσο, ακομα θα ζουσε…»

Διδαχή Τρίτη

Καποτε εις την συντροφιαν στενων φιλων εις ενα γραφικοτατον χωριο ευρισκομενον εν Θρακη, ευρεθησα να συνομιλω με ηλικιωμενη σεβασμιωτατην κυριαν την οποιαν δεν εγνωριζα προσωπικως. Φαινοταν ανθρωπος εμπιστος, και ρεοντος οινου και πλειστων μεζεδων τινων, μου εδιηγηθη την ιστοριαν ταυτη : Ως ηταν νεα, ετυγχανε γειτονισσα κυριου, καλουμενου Γεωργιου, αξιοπρεπους μεν, φτωχοτατου και καταπονημενου δε. Η λυπη της ητο αφορητος δια την δυσμενειαν της μοιρας που εβασανιζεν τον γειτονα της. Δραττομενη ευκαιριας τινος, καποτε τον ερωτησε ποια βασανος εβαραινει τας ωμους του. Ο κυριος της εδιηγηθη ιστοριαν θλιβερα περι του προγονου του, οστις ετυγχανε συλλεκτης μικροσκοπικων αντιγραφων αμαξιων. Κατειχε δε μια πληρεστατη συλλογην, αποτελουμενην απο σχεδον καθε ειδους αντιγραφου αμαξιου. Η μοναδικη ελλειψις στην υπεροχη αυτη συλλογη ητο το δευτερο εξ ενος ζευγαριου αγοραιων αυτοκινητων ταξι. Το μοναδικον αυτο ζευγαρι, ητο κατασκευασθεν υπο σεβασμιου και πασιγνωστου την εποχην εκεινη κατασκευαστου αντιγραφων αμαξιδιων, οστις εδημιουργησε ενα μονον ζευγαρι εκ του συγκεκριμενου αμαξιδιου ταξι. Το ενα ευρισκοταν ηδη εις την κατοχην του συλλεκτη, ωστοσο το δευτερο ειχε εξαφανισθη δια παντος απο προσωπου γης. Ερευναι διαρκειας πλειστων ετων κατεληξαν εις αποτελεσμα μηδενικον. Ο συλλεκτης εμαραζωσε απο λυπην για το ατελες της συλλογης του και επεθανε.

Η σεβασμιωτατη κυρια ελυπηθη ειλικρινως δια τον αδικον χαμον του προγονου του γειτονος της, και η ιστορια την εσυγκινησεν βαθυτατα. Προτεινε δε εις τον γειτονα της οπως εγγραψη αυτην εις χαρτον, και εξεδωση υπο μορφην ιστορηματος. Οπερ και εγενετο. Η εκδοσις του βιβλιου εστεφθην απο επιτυχιαν ανελπιστη αποφερουσα πληθος χρηματων εις τον γειτονα της κυριας, οστις εζησε το υπολοιπον της ζωης του εις βαθιαν πληρωσιν και ευτυχιαν, ουδεποτε ομως θυσιαζοντας την αξιοπρεπεια αυτου. Το ιστορημα δε εμεταφερθη αργοτερα εις ταινιαν κινηματογραφικην – μετα ηθοποιων μαλιστα γνωστων τε και καταξιωμενων – φερουσα τιτλον πανομοιοτυπον με το εκδοθεν βιβλιο : «Το μονον της ζωης του ταξιδιον».


Η ιστορία του μάστορα, του πάστορα και του κάστορα

Βαριέμαι να τη γράψω.

Σκεφτείτε την μόνοι σας.

 


Μία πασχαλινή ιστορία

Ανήμερα Ανάστασης, κι αφού είχα καταφέρει να απέχω ολόκληρη την Εβδομάδα των Παθών απο τις καθημερινές, μικρές απολαύσεις της ζωής, οι αντοχές μου είχαν σχεδόν εξαντληθεί – κι έτσι, αμέσως μετά τον επιτάφιο, κατηφόρισα προς το «σπίτι» της κυρά-Φρόσως στη γειτονιά. Ενα παλιό ημιυπόγειο, με τους σοβάδες μισοδιαλυμένους απο την υγρασία, που όσο κι αν η κυρά-Φρόσω προσπαθούσε να το κρατάει τακτοποιημένο, ποτέ δεν κατάφερε να διώξει απο πάνω του τη μυρωδιά. Χλωρίνη, ιδρώτας, και μια άλλη ανεπαίσθητα δυσάρεστη, αλλά οικεία οσμή. Μια μυρωδιά που μόνο στα μπουρδέλα μπορείς να συναντήσεις.

Η κυρά-Φρόσω – πατημένα απο καιρό πιά τα εξήντα της χρόνια, μια ζωή σ’αυτή τη δουλειά – σηκώθηκε απο την καρέκλα της και με φίλησε σταυρωτά, όπως άξιζε σε ενα τακτικό πελάτη. «Καλή Ανάσταση», της ευχήθηκα, και κάθησα στον γνώριμο μου πια, φθαρμένο καναπέ. Υπήρχε αρκετός κόσμος. Φαίνεται οτι το κατανυκτικό κλίμα των ημερών είχε ερεθίσει κι άλλους εκτός απο μένα, και περίμεναν υπομονετικά, όπως κι εγω, να εμφανιστούν τα κορίτσια της σημερινής βάρδιας.

Ανάμεσα στα αμήχανα, προσποιητά αδιάφορα βλέμματα των πελατών, ξεχώριζε η ταλαιπωρημένη φιγούρα ένος ξερακιανού πενηντάρη με λεπτό, περιποιημένο μουστάκι. Τα χέρiα του έτρεμαν ελαφρά, στηριγμένα στα γόνατα του, καθώς το βλέμμα του κοίταζε το κενό. Επιτέλους, η κοπέλα έκανε την εμφάνιση της πίσω απο τις βαριές σατέν κουρτίνες στην μακρινή πλευρά του μικρού δωματίου. Λίκνισε ελαφρά το καλλίγραμμο σώμα της, πάνω στο οποίο είχε καρφωθεί το βλέμμα του ανθρωπάκου, ενω η κυρα-Φρόσω διαφήμιζε τις υπηρεσίες της με τον συνηθισμένο της τρόπο: «τσιμπούκι», «πισωκολλητό», «ελεύθερα πιασίματα», «δε βιάζεται στο δωμάτιο».

Ο πενηντάρης την κοίταξε για λίγο λαίμαργα, αναστέναξε, κι έκανε να σηκωθεί απο τον καναπέ του, με κατεβασμένο το βλέμμα. Η κυρα-Φρόσω τον πλησίασε, τον έπιασε απο το χέρι, και τον ξανακάθησε στον καναπέ. Ο ανθρωπάκος κοίταξε την κυρά-Φρόσω σαστισμένος.

– «Κάθε χρόνο τέτοια μέρα», του είπε η κυρά-Φρόσω, «προσφέρουμε στον εκατοστό πασχαλινό μας πελάτη, ενα γαμήσι εντέλώς δωρεάν. Και ο εκατοστός μας πελάτης, είστε εσείς! Χριστός Ανέστη, κύριε Κώστα!»

Οι υπόλοιποι πελάτες μάλλον δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο θέαμα. Αυθόρμητα, σηκώθηκα απο τον καναπέ και άρχισα να χειροκροτάω. Οι υπόλοιποι με μιμήθηκαν. Ο κύριος Κώστας γύρισε και μας κοίταξε, με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, ψελλίζοντας συγκίνημένα «Ευχαριστώ! Καλό Πάσχα!», την ώρα που η κοπέλα τον πλησίασε, τον έπιασε απαλά, σχεδόν ευγενικά αγκαζέ, και χάθηκαν στο διάδρομο πίσω απο τις κουρτίνες.

Κοίταξα την κυρά-Φρόσω ερωτηματικά. Έπιασε το βλέμμα μου και κάθησε δίπλα μου. Η ανάσα της μύριζε σαν εκείνες τις καραμέλες μέντας που γέμιζαν το μεγάλο μπώλ κοντά στην είσοδο.

-«Ποιός εκατοστός πελάτης, δεν είναι ούτε κάν ο εικοστός», μου ψυθίρισε, σκύβοντας συνωμοτικά πρός το μέρος μου. «Παλιός τακτικός πελάτης, που τον χτύπησε η κρίση. Απο τότε που τον απέλυσαν απο τη δουλειά του, δεν έχει λεφτά ούτε για να ταϊσει τα δυο παιδιά του, πόσο μάλλον να γαμήσει.
Έρχεται κάθε μέρα, χαζεύει τις κοπέλες, και φέυγει. Ε, μέρες που είναι, είπαμε να του κάνουμε ενα δώρο».

Συγκινήθηκα. Χωρίς καν να το σκεφτώ, έσκυψα και φίλησα την κυρά-Φρόσω στα χείλη. Ασυνήθιστη σε τετοιες αβροφροσύνες, ξαφνιάστηκε, αλλά δεν τραβήχτηκε. «Καλή Ανάσταση, κυρα-Φρόσω», της είπα. «Καλή Ανάσταση, παλιόπαιδο!» μου απάντησε, και γελώντας μου έριξε ενα παιχνιδιάρικο σκαμπίλι στο σβέρκο.

Η σειρά μου ήρθε πρίν καν τελειώσει ο κύριος Κώστας. Διάλεξα τη Σούλα, το συνηθισμένο μου κορίτσι. Ήταν διαφορετική σήμερα η Σούλα. Σχεδόν σαν να της άρεζε, καθώς τα γυμνά σώματα μας μπλέκοταν στη δίνη τoυ στενάχωρου, πληρωμένου έρωτα. Τα κορμιά μας γνώριζαν πιά καλά το ένα το άλλο, αλλά αυτή τη φορά υπήρχε κάτι αλλιώτικο, κάτι ξεχωριστό στο βλέμμα της, καθώς με οδηγούσε με έμπειρες, αργές κινήσεις στην κορύφωση, χωρίς να δείχνει να βιάζεται όπως συνήθως.

Σαν και ο οργασμός της, ταυτόχρονα με τον δικό μου, να ηταν λιγότερο προσποίητος, σαν να είχε κι αυτός επηρεαστεί απο το γιορτινό κλίμα των ημερών. «Καλό Πάσχα», μου ψυθίρισε αφού τελείωσα, ξαπλώνοντας το κεφάλι της στο στήθος μου.

Όταν βγηκα απο το δωμάτιο, ήταν περασμένη η ώρα. Οι υπόλοιποι πελάτες δε φαινόντουσαν πουθενά. Τσούγκρίσαμε αυγά με τα κορίτσια και την κυρα-Φρόσω, και αφού ανταλλάξαμε ευχές, ανέβηκα τα σκαλιά του ημιυπογείου αδέξια. Γύρισα και κοίταξα πίσω μου. Η Σούλα στεκόταν στην είσοδο, με την κυρα-Φρόσω δίπλα της. Μου κούνησε το χέρι. «Χριστός ανέστη!», ακουσα τη φωνή της. Ο κόμπος στο λαιμό μου με έπνιγε, αλλά κατάφερα να καταπιώ. «Αληθώς ο Κύριος!», της απάντησα.

Το ζεστό, βραδυνό αεράκι της άνοιξης στέγνωνε τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπο μου καθώς διέσχιζα τα σκοτεινά δρομάκια προς το σπίτι μου. Ασυναίσθητα γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα προς τα πάνω. Ένα αστέρι έλαμπε στον γαλήνιο, ολοσκότεινο ουρανό. Τώρα το ήξερα. Υπήρχαν
ακόμα άνθρωποι σ’αυτόν τον κόσμο.


Το singularity

Εδω και αιώνες περίμεναν οι άνθρωποι το singularity – την μοναδικότητα. Έτσι ονομάζοταν το επίτευγμα της τεχνολογίας που κάποια στιγμή θα έκανε την εμφάνιση του στην πορεία της ιστορίας, αλλάζοντας καθοριστικά για πάντα τη μοίρα της ανθρωπότητας. Στην αρχή κάποιοι είπαν οτι το singularity ήταν η ατμοκίνηση, ύστερα ο ηλεκτρισμός, μετά κάποιοι είπαν οτι ήταν η πυρηνική ενέργεια – πάντα όμως όλοι διαψεύδοταν. Παρά τις ελπίδες των τεχνοχιλιαστών, κανένα τεχνολογικό επίτευγμα δεν είχε καταφέρει να αλλάξει ριζικά τη δομή των ανθρώπινων κοινωνιών.

Όταν τελικά το singularity συνέβη πραγματικά, κανένας δεν είχε καταφέρει να το προβλέψει.

Εκτός απο τον Μήτσο.

Ήταν ενα μουντό βροχερό απόγευμα, όταν ο Μήτσος φώναξε στο εργαστήριο του στη σχολή Αγροτικής Τεχνολογίας του πανεπιστημίου του Brisbane στην Αυστραλία, τον Πρύτανη του ιδρύματος. Ο Πρύτανης ήταν λιγάκι εκνευρισμένος που ενα χαμηλόμισθο μέλος του ερευνητικού προσωπικού ενος τμήματος της πλάκας, τον ενοχλούσε με τις συνηθισμένες βλακείες – αλλά ταυτόχρονα ήταν περίεργος. Ο Prof. Mitsos εξάλλου του είχε πει πως ήταν κάτι πραγματικά σημαντικό, κάτι που άξιζε να το δεί.

Μπαίνοντας στο εργαστήριο, ο Πρύτανης είδε το μήτσο καθισμένο στον πάγκο του εργαστηρίου. Ευθύς αμέσως ο Μήτσος σηκώθηκε όρθιος και έσφιξε με θέρμη και βιασύνη το χέρι του Πρύτανη.

-«Σας ευχαριστώ που ήρθατε μια τέτοια άσχημη ώρα», του είπε. «Θα σας εξηγήσω αμέσως». Ο Μήτσος έδειξε προς το μεταλλικό τραπέζι στο κέντρο του δωματίου. «Κύριε Πρύτανη, σας παρουσιάζω το singularity».

Ο Πρύτανης κοντοστάθηκε για μια στιγμή, χωρίς να είναι απολύτως σίγουρος για το τι βλέπει. Στο κέντρο του τραπεζιού υπήρχε ενα γλαστράκι με ενα φυτό, απο τον μίσχο του οποίου ξεπρόβαλλε ενα αγγούρι.

-«Μήτσο, ο χρόνος μου είναι πολύ πολύτιμος για…» είπε ο Πρύτανης, αλλά ο Μήτσος τον διέκοψε.

-«Κύριε Πρύτανη, απλά αγγίξτε το».

Ο Πρύτανης πλησίασε το τραπέζι και περιεργάστηκε το γλαστράκι. Το αγγούρι ήταν μετρίου μεγέθους, καταπράσινο, με όμορφες ασπροπράσινες ανταύγειες. Ο Πρύτανης άπλωσε διστακτικά το χέρι του και το άγγιξε. Το αγγούρι άφησε εναν ανεπαίσθητο παλμό, και κάτι σαν λάμψη γυάλισε στην επιφάνεια του. Ήταν απαλό και ζεστό, και το άγγιγμα του γέμισε τον Πρύτανη με το πιο υπέροχο αίσθημα θαλπωρής και ευτυχίας που είχε νιώσει ποτέ του. Σκέφτηκε οτι ήταν το πιο απαλό και ζεστό πράγμα που είχε ποτέ αγγίξει – πιο απαλό και απο την Μισέλ, την πρώτη του μεταπτυχιακή φοιτήτρια εκείνο το βράδυ που…

Ο Μήτσος διέκοψε ξαφνικά τις σκέψεις του Πρύτανη, παίρνοντας απο τα χέρια του το γλαστράκι, και αφήνοντας το προσεκτικά στον πάγκο του εργαστηρίου. Ο Πρύτανης γύρισε και τον κοίταξε εμφανώς ενοχλημένος που είχε διακόψει την ονειροπόληση του.

-«Το ανακαλύψαμε προσπαθώντας να κάνουμε αγγούρια ανθεκτικά στη φορμαλδεύδη για κείνο το project της Monsanto», είπε ο Μήτσος. «Κάναμε μια προσθήκη στο χρωμόσωμα GNR32, αλλά τις λεπτομέρειες θα σας τις εξηγήσω μετά. Τώρα θα σας δείξω πως λειτουργεί». Ο Μήτσος τον πλησίασε και τον έσπρωξε ελαφρά, γέρνοντας τον πάνω στο τραπέζι, ενώ με το άλλο του χέρι άρπαξε το αγγούρι, το έκοψε απο τη γλάστρα, και διαγράφοντας ενα ανοιχτό τόξο με το χέρι του, το κάρφωσε με χάρη ανάμεσα στα κωλομέρια του Πρύτανη. Το αγγούρι έσκισε το πανάκριβο παντελόνι του Πρύτανη και χώθηκε μέσα του, αφήνοντας ενα ελαφρύ ήχο.

Ο Πρύτανης βόγγηξε ελαφρά, και τέσσερα δευτερόλεπτα αργότερα, πέθανε απο ευτυχία.

Ο Μήτσος έσπρωξε ελαφρά το άψυχο σώμα του πρύτανη, που γλύστρησε απο το μεταλλικό τραπέζι και απλώθηκε φαρδύ πλατύ στο πάτωμα, με ενα χαμόγελο γλυκιάς ηδονής χαραγμένο ανεξίτηλα στο πρόσωπο του. Ο Μήτσος κοίταξε το ρολόι του και κούνησε το κεφάλι του ικανοποιημένος.

Η Monsanto έκανε οτι μπορούσε για να αποκτήσει τα αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης της γενετικής μετατροπής που είχε ανακαλύψει ο Μήτσος, αλλά παράτησε τις προσπάθειες ύστερα απο τον θάνατο πέντε υποδιευθυντών, τεσσάρων δικηγόρων και του μισού διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, που δοκίμασαν το αγγούρι. Η εταιρία έκλεισε, και τα νέα διαδόθηκαν σαν σιφούνας στα μπλόγκς και στο τουϊτερ.

Το αγγούρι έγινε ανάρπαστο.

Δέκα χρόνια μετά, ο πληθυσμός της γης είχε μειωθεί στο μισό. Η πείνα είχε εξαφανιστεί απο τον πλανήτη, το ίδιο και η φτώχια. Οι κοινωνίες όπως τις γνώριζαν μέχρι σήμερα, είχαν καταρρεύσει – κανείς δεν νοιάζοταν να εργαστεί, κανείς δεν νοιάζοταν να κλέψει, κανείς δεν νοιάζοταν να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός απο το να περάσει τις τελευταίες του στιγμές ζωής με την απαράμιλλη ηδονή που μόνο το αγγούρι μπορούσε να χαρίσει.

Η εταιρία του Μήτσου το καλλιεργούσε σε τεράστιες, αυτοματοποιημένες καλλιέργειες με ρομπότ. Στην αρχή δοκίμασε παραδοσιακές μεθοδους καλλιέργειας, αλλά όσοι αγρότες ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια του, δεν άντεξαν να μην το δοκιμάσουν και πέθαναν. Ο Μήτσος ήταν ζάπλουτος. Οι πωλήσεις του είχαν εκτιναχθεί στα ύψη και η συμφωνία με τους μετόχους της Monsanto για μη-αποκλειστική συνεκμετάλλευση, του είχαν αποφέρει εκατομμύρια. Είχε πλέον τα πάντα – λεφτά, γυναίκες, ναρκωτικά, αυτοκίνητα, δεν υπήρχε τίποτε που το χρήμα δε μπορούσε να του δώσει.

Εκτός απο ενα πράγμα.

Ο Μήτσος ακούμπησε το κουτί απο φελιζόλ στο τραπεζάκι και κάθησε αναπαυτικά στον καναπέ του. Άνοιξε προσεκτικά το κουτί και έβγαλε το γλαστράκι που είχε φυλάξει για τον εαυτό του. Ήταν το πρωτότυπο. Ο Μήτσος κοίταξε το αγγούρι. Οι ασπροπράσινες ανταύγειες γυάλιζαν στην επιφάνεια του. Επιτέλους, είχε έρθει η ώρα. Άπλωσε το χέρι του, και με μια απαλή κίνηση, έκοψε το αγγούρι.

Το διαστημόπλοιο προσγειώθηκε απαλά στην έκταση που κάποτε ήταν γνωστή ως La Defense, με τα λαμπάκια του να αναβοσβήνουν. Ο εξωγήινος κοίταξε επιφυλακτικά απο το παράθυρο του σκάφους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, κάτι πάρα πολύ παράξενο είχε συμβεί. Κάθε δραστηριότητα των πλασμάτων που κατοικούσαν εκεί είχε διακοπεί, και όλοι εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα χρόνια. Οι πόλεις τους καταστράφηκαν, και αφέθηκαν στο έλεος της φύσης. Βλάστηση κάλυψε ξανά όλο τον πλανήτη, και η μόλυνση εξαφανίστηκε. Οι εξωγήινοι ήταν περίεργοι, και η επιτόπια ερεύνα – κάτι που απέφευγαν επιμελώς να κάνουν τα τελευταία διακόσια χρόνια που παρακολουθούσαν τον πλανήτη – φάινοταν ο μόνος τρόπος να διαπιστώσουν τι είχε συμβεί.

Η ράμπα του σκάφους κατέβηκε απαλά και άγγιξε το χορτάρι που είχε φυτρώσει κατατρώγοντας αυτό που κάποτε ήταν άσφαλτος. Ο εξωγήινος κατέβηκε απο τη ράμπα και κοίταξε γύρω του. Κανένα σημάδι ζωής. Έκανε μερικά βήματα τριγύρω περιεργάζοντας τα ερείπια της πόλης. Ξαφνικά, το πρόσεξε. Περίεργο που δεν το είχαν παρατηρήσει πιο πρίν.

Ηταν ενα φυτό, και είχε φυτρώσει παντού. Ο εξωγήινος πλησίασε ένα και το περιεργάστηκε προσεκτικά. Ήταν πανέμορφο, καταπράσινο με άσπρες αντάυγειες. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το αγγούρι, που άφησε εναν ανεπαίσθητο παλμό μαζί με μια λάμψη. Ήταν απαλό και ζεστό. Κάθε του άγγιγμα τον γέμιζε με το πιο απαλό και ζεστό αίσθημα ευτυχίας και θαλπωρής που είχε νιώσει ποτέ του. Πιο απαλό και απο την r’llye, εκείνο το βράδυ που…

Ο εξωγήινος έκοψε με μια γρήγορη κίνηση το αγγούρι, και έτρεξε προς το διαστημόπλοιο.