Μια ιστορία εμφυλίου

Revolution1848

Κάποτε τον παλιό καιρό, σε ενα πλάτωμα κρυμμένο βαθιά στους ορεινούς όγκους που περιστοιχίζουν την Λαμία, υπήρχε ενα χωριό. Το χωριό αυτό το διέσχιζε μια ρεματιά πάνω απο την οποία είχε χτιστεί απο αρχαιοτάτων χρόνων ενα γεφυράκι. Ο κεντρικός δρόμος ξεκινούσε απο το ενα άκρο, πέρναγε το γεφυράκι, και συνέχιζε μέχρι το απέναντι σύνορο του χωριού.

Οι άνθρωποι στο χωριό ήταν απλοί και άδολοι. Ζούσαν ευτυχισμένοι, και κάθε μέρα έλεγαν καλημέρα ο ένας στον άλλον όταν συναντιόντουσαν στο γεφυράκι, πηγαίνοντας ο καθένας στο χωράφι η στο μαντρί του, που πολλές φορές βρισκόταν στην αντιπέρα μεριά του ρέματος απο το σπίτι του.

Μια μέρα ήρθε στο δημαρχείο μια σοβαρή διαταγή απο το Υπουργείο, γεμάτη με σφραγίδες και υπογραφές, η οποία διέτασσε ρητώς οτι θα έπρεπε όλοι οι δρόμοι της επικράτειας να αποκτήσουν όνομα, όπως γίνεται σε όλες τις σύγχρονες πόλεις του κόσμου που έχουν περάσει Διαφωτισμό, και να μη λέγονται πια απλά «ο δρόμος» η «το σοκκάκι», για να καταφέρει επιτέλους η χώρα να γίνει κάποτε Ευρώπη.

Ο Δήμαρχος κάλεσε στην εκκλησία όλους τους κατοίκους του χωριού, και τους ρώτησε την γνώμη τους. Έπρεπε να δοθεί στον δρόμο ενα όνομα, αλλά ποιό; Η προφανής λύση ήταν να ονομαστεί ο δρόμος όπως τον έλεγαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού μέχρι τότε. Έτσι, αποφασίστηκε ο δρόμος να ονομαστεί απο τη μία πλευρά του γεφυριού «Αποδώ» και απο την άλλη πλευρά του γεφυριού «Αποκεί».

Η απόφαση σφραγίστηκε, καθαρογράφηκε, και ο πάρεδρος έστειλε επείγον σήμα με το άλογο στην Αθήνα, για να παραγγελθούν στον Επίσημο Πινακιδοποιό προμηθευτή του Υπουργείου οι πινακίδες με τα ονόματα του δρόμου «Αποδώ» και «Αποκεί».

Ύστερα απο λίγο καιρό, και ενώ ήδη οι πινακίδες είχαν παραληφθεί, προέκυψε ενα δισεπίλυτο πρόβλημα: Κανείς δε μπορούσε να αποφασίσει ποιά πινακίδα θα έμπαινε σε ποιό σημείο του δρόμου. Αυτοί που έμεναν στην μια πλευρά του γεφυριού ήθελαν να ονομαστεί η μεριά που είχαν το σπίτι τους «Αποδώ» και η άλλη «Αποκεί», ενώ αυτοί που έμεναν απέναντι, ήθελαν ακριβώς το αντίθετο, μια και έτσι ονόμαζε ο καθένας τον δρόμο μέχρι τότε.

Μάταια προσπάθησαν ο δήμαρχος, ο παπάς και ο δάσκαλος να φέρουν μια τάξη για να βρεθεί μια λογική λύση που να ικανοποιεί όλους. Οι δύο μεγάλες οικογένειες του χωριού, οι Χοιρόπουλοι και οι Γίδογλου, που τύχαινε να έχουν κατα πλειοψηφία τα σπίτια τους στις αντικρινές όχθες του ρέματος, ήταν ανένδοτοι – και μαζί τους συντάσσοταν, θές απο περηφάνια, θές απο φόβο, και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού, κι ας μήν ήταν ούτε Χοιρόπουλοι ούτε Γίδογλου.

Μέρα με τη μέρα, η διχόνοια γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Οι κάτοικοι σταμάτησαν να λένε καλημέρα ο ένας στον άλλον όταν περνούσαν το γεφυράκι για να πάνε απο το σπίτι στο χωράφι η στο μαντρί τους. Η απλή αντιπαλότητα μετεξελίχθηκε σε ωμό μίσος. Οι Γίδογλου έρχοταν τη νύχτα και πέταγαν τα σκουπίδια τους στους σκουπιδοντενεκέδες των Χοιρόπουλων, ξεχειλίζοντας τους, και στο καφενείο του χωριού ο καφετζής, ένας Χοιρόπουλος, αρνιόταν πεισματικά να βάλει ζάχαρη στον καφέ των Γίδογλου.

Τέτοια και άλλα παρόμοια πράγματα που δεν πρέπει να γίνονται συνέβαιναν στο χωριο καθημερινά, και η κατάσταση ήταν ήδη επικίνδυνα τεταμένη, όταν συνέβη ενα γέγονος που έφτασε την διχόνοια στο ύψιστο σημείο: Η όμορφη μα άμυαλη κόρη ενος ανεψιού του πάτερ φαμίλια των Γίδογλου, η Άρτεμις Γίδογλου, ερωτεύτηκε παράφορα τον όμορφο μα εξίσου άμυαλο νεαρό Απόλλωνα Χοιρόπουλο. Μάταια οι οικογένειες προσπαθούσαν να τους μεταπείσουν – οι δυο νέοι είχαν χάσει τη λογική τους μέσα στη μέθη του έρωτα. Ήταν αποφασισμένοι να παντρευτούν.

Τα νέα διαδόθηκαν στο χωριό μέσα σε ένα απόγευμα. Τα πάθη άναψαν. Η προοπτική της κάθε οικογένειας να γίνει μέλος της ένας συγγενής του εχθρού, ήταν αποκαρδιωτική. Μέρα με τη μέρα, βαριά λόγια έκαναν το γυρο των αυλών και των πίσω δρόμων του χωριού, μέχρι που οι πρόκριτοι αποφάνθηκαν οτι δεν υπήρχε άλλη λύση.

Η βεντέτα θα λύνοταν με μονομαχία.

Ήταν ενα ανοιξιάτικο απόγευμα του Δεκεμβρίου, όταν τα δύο πιο γεναία και αντρειωμένα παλληκάρια απο κάθε σοϊ, ενας Χοιρόπουλος και ένας Γίδογλου, στάθηκαν αντικρυστά στις δυο άκρες του γεφυριού. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον στα μάτια με άσβεστο μίσος. Όποιος κέρδιζε, θα καθόριζε την τύχη του χωριού. Η οικογένεια του χαμένου, θα ήταν κι αυτή χαμένη. Ντροπή και όνειδος θα συνόδευε το όνομα της εις τους αιώνες των αιώνων.

Τα δύο παλληκάρια τράβηξαν ταυτόχρονα τις μπιστόλες τους, και ξαφνικά σταμάτησαν.

Γιατί στο κέντρο του γιοφυριού, ακριβώς στο σημείο απο το οποίο θα περνούσε η κάθε σφαίρα της μπιστόλας των δυο παλληκαριών, στεκόταν ενας ξένος.

Ήταν ένας Άγγλος ταξιδευτής, που έτυχε να περνάει εκείνες τις μέρες απο το χωριό, γράφοντας τα ταξιδιωτικά του απομνημονεύματα. Ο Άγγλος είχε γεννηθεί εμποτισμένος με τις ιδέες της Ελευθερίας, και είχε περάσει Διαφωτισμό στα περίφημα πανεπιστήμια του Λίβερπουλ και του Μάντσεστερ.

Ήταν μάλιστα τοσο διαφωτισμένος που ήξερε απέξω όλους τους τίτλους όλων των βιβλίων των μεγάλων διαφωτιστών, τους τίτλους όλων των βιβλίων των μεγάλων φιλόσφων της φιλελεύθερης σκέψης: Του Ρουσσώ, του Βολταίρου, της Ράντ, του Θορώ και του Θάνου.

Όταν ο Διαφωτισμένος αυτός Άγγλος είδε το αποτρόπαιο αυτό θέαμα αδερφού να ετοιμάζεται να σκοτώσει αδερφό, ένιωσε χρέος του να βοηθήσει τους καλοκάγαθούς μεν αυτούς, απολίτιστους δε χωριάτες. Μερόνυχτα ολόκληρα ερχόταν πάντα στην ίδια θέση στο γεφυράκι, οπου είχε τοποθετήσει ενα σκαμνί, οπου κάθοταν και σκέφτοταν το πρόβλημα, ώσπου επιτέλους βρήκε μια λύση που θα μπορούσε να συμφιλιώσει τους βάρβαρους χωργιαταραίους.

Και όταν έμαθε για την μονομαχία, αποφάσισε να σταθεί, μόνος αυτός, εμπόδιο στο θανατικό και στη μαζική σφαγή που σίγουρα θα συντελούταν ύστερα απο την αποτρόπαια αυτή μονομαχία. Πήγε απο νωρίς στο γεφυράκι, στάθηκε στο κέντρο του, και πρόταξε τα γενναία φιλελεύθερα στήθη του, αποφασισμένος ή να σταματήσει την βεντέτα, η να δώσει ακόμα και ο ίδιος τη ζωή του προσπαθώντας.

Όταν ο Άγγλος είδε τους μονομάχους να τραβάνε τις μπιστόλες τους και να σαστίζουν, διστάζοντας να πυροβολήσουν με τον ίδιο να στέκεται στη μέση, αμέσως ανέλαβε δράση. Ετρεξε και σταμάτησε τους δυο μονομάχους, τους έβαλε να δώσουν με το ζόρι τα χέρια, ακύρωσε προσωρινά τη μονομαχία, και πήγε και συναντήθηκε προσωπικά με τους Προκρίτους των Γίδογλου και των Χοιροπουλαίων. Με τεράστια προσωπική του προσπάθεια τους έβαλε τελικά να υποσχεθούν στο Λόγο της Τιμής τους και του Χριστού την Πίστη την Αγία οτι θα έκαναν υπομονή για λίγες ακόμα μέρες. χωρίς να προκαλούν η μία οικογένεια την άλλη.

Έτσι κι έγινε.

Ο Άγγλος πήρε νύχτα το τραίνο, και πήγε στη Λαμία, όπου επισκέφτηκε τη βιβλιοθήκη της Νομαρχίας, και διάβασε προσεκτικά την ιστορία όλης της περιοχής. Επισκέφτηκε το ληξιαρχείο, και διάβασε τα ονόματα των κατοίκων, διασταυρώνωντας τα με τα ιστορικά δεδομένα που γνώριζε. Παρήγγειλε ο ίδιος, με δάνειο απο την Αναπτυξιακή Τράπεζα, καινούριες πινακίδες απο τον Επιγραφοποιό του Υπουργείου, και νύχτα πάλι γύρισε στο χωριό και τις κάρφωσε ο ίδιος προσωπικά στους δρόμους σε κάθε μια άκρη του γεφυριού.

Όταν οι κάτοικοι του χωριού ξύπνησαν το άλλο πρωϊ και είδαν τις πινακίδες, έμειναν έκπληκτοι. Ο άγγλος είχε διαλέξει προσεκτικά τα ονόματα των οδών. Είχε ονομάσει τον ένα οδό με το όνομα κάποιου σπουδαίου ντόπιου ενωμοτάρχη της χωροφυλακής, γνωστό για τα ανδραγαθήματα του στον αγώνα εναντίων των συμμοριτοκουμμουνιστών, και στον άλλο δρόμο είχε δώσει το όνομα ενος ταλαντούχου μεν, άσημου εντελώς δε ποιητή του μεσοπολέμου, που η θειά του ετυχε να κατάγεται απο το χωριό χωρίς να ειναι ούτε Χοιροπούλα, ούτε Γίδογλου.

Τα ονόματα των δυο δρόμων έκαναν τη δουλειά τους. Ήταν οικεία μεν στους κατοίκους, αλλά άγνωστα, και ενω ο καθένας ταυτίζοταν με την δόξα των επονομαζόμενων προσώπων, κανείς δεν τολμούσε να καταφερθεί εναντίον του άλλου.

Απο εκείνη τη μέρα, τα μίση σίγασαν, οι αντιπαλότητες ξεχάστηκαν, και οι κάτοικοι του χωριού ξαναμόνιασαν μεταξύ τους. Η Άρτεμις παντρεύτηκε τον Απόλλωνα, και στο γλέντι πήγε όλο το χωριό, με τον Άγγλο τιμώμενο πρόσωπο. Έκαναν τρία κορίτσια και τέσσερα παιδιά, και μάλιστα βάφτισαν το πρώτο με το όνομα του Άγγλου, που σώζεται ακόμα στο χωριό.

Όσο για τον Άγγλο, αυτός αγάπησε τόσο τους αγαθούς αυτούς ανθρώπους, που εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό, όπου πήρε ενα ΕΣΠΑ και άνοιξε μια σταρτάπ. Το χωριό αναπτύχθηκε ραγδαία, και ένα μόλις χρόνο αργότερα, η Ελλάδα υπέγραψε την είσοδο της στην ΕΟΚ.

Εγινε επιτέλους Ευρώπη.

Και ακόμα και σήμερα, αγαπητέ αναγνώστη, εαν περάσει κάποιος δι υπόθεσιν του απο το γραφείο του Δημάρχου του χωριού, θα δεί σε περίλαμπρη θέση στη γωνία του γραφείου, ενα γύψινο αγαλματίδιο με τη μορφή του Άγγλου ευεργέτη, με χαραγμένη κάτω απο το όνομα του την επιγραφή «Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης».

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s