Το τρένο που δε σταματάει ποτέ

Δε θυμάμαι πόσα χρόνια έχουν περάσει απο τότε που πήρα το τρένο.

Θυμάμαι οτι ήταν ενα δροσερό φθινοπωρινό απόγευμα. Έπρεπε να πάω στο Δομοκό για ενα ραντεβού με κάποιο συμβολαιογράφο. Ούτε που ήξερα οτι φύτρωναν συμβολαιογράφοι στο Δομοκό, μέχρι που μια μέρα τα κακάρωσε εκείνος ο θείος, που κανένας στην οικογένεια δε θυμόταν οτι υπήρχε, αφήνοντας για κληρονομιά εξ αδιαιρέτου σε 7 συνδικαιούχους ενα τεράστιο χαρτομάνι για κάτι χωράφια με ελιές και τρία κατσίκια – χαρτομάνι που κάποιος έπρεπε να ξεκαθαρίσει.

Μισώ αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου που χρησιμοποιεί σήμερα ο κόσμος για όλες του τις δουλειές, οπότε αγόρασα εισητήριο με τον παραδοσιακό τρόπο – περιμένοντας στο γκισέ. Ξαφνικά τράβηξε την προσοχή μου η πινακίδα με τις τιμές των εισητηρίων.

Intercity, 30000 δραχμές.
Intercity Express, 50000 δραχμές.
Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ, 60000 δραχμές. 

Η διαφορά ήταν μικρή, και αυτό το τρένο δεν το είχα πάρει ποτέ – έτσι όταν έφτασε η σειρά μου είπα στην υπάλληλο πίσω απο το γκισε, που με κοίταζε με ύφος βαριά μαστουρωμένης φώκιας:

– «Ενα για Δομοκό με Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ, παρακαλώ.»

Η φώκια το σκέφτηκε για λιγάκι, κούνησε τα μουστάκια της, και με ρώτησε

– «Είστε σίγουρος;»

– «Ναι. Δεν το εχω ξαναπάρει ποτέ»

– «Εντάξει τότε», έκανε.

Πάτησε κάτι κουμπιά, και ενα εισητήριο τυπώθηκε στον εκτυπωτή της.

– «Εξήντα χιλιάδες».

Έβγαλα απο το πορτοφόλι μου δώδεκα χαρτονομίσματα των πέντε χιλιάδων δραχμών, εκείνα με τη φάτσα εκείνου του καραφλού που είχε γίνει υπουργός οικονομικών για κανένα μήνα περίπου, και της τα έδωσα.

– «Γραμμή τέσσερα. Το τρένο φεύγει στις οχτώ», είπε η φώκια, προσπαθώντας να μιμηθεί τη φωνή εκείνου του τραγουδιστή που απαγορεύεται να λέμε τ’όνομα του.

Ήταν ήδη οχτώ παρα τέταρτο, οπότε πήρα το εισητήριο και ανέβηκα στις πλατφόρμες. Έψαξα να βρώ το βαγόνι μου, μπήκα και κάθησα σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Το τρένο ξεκίνησε. Με το που βγήκαμε απο την πόλη, το τοπίο άλλαξε, και η θέα των απέραντων χωραφιών που εκτείνοταν ως τον ορίζοντα σε συνδυασμό με το γλυκό κούνημα του τρένου, με νανούρισαν σχεδόν αμέσως. Ξύπνησα απο ενα άσχημο όνειρο και κοίταξα γύρω μου. Δεν ήξερα πόση ωρα είχε περάσει. Κοίταξα γύρω μου συγχυσμένος απο τον ύπνο, και προσπάθησα να καταλάβω που βρισκόμαστε.

Σε λίγη ώρα, το τρένο πέρασε απο το σταθμό στον Παλαιοφάρσαλο χωρίς να σταματήσει. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Είχα παρακοιμηθεί και έχασα τη στάση μου.

Σηκώθηκα απο τη θέση μου και διέσχισα τα βαγόνια, ψάχνοντας να βρώ τον ελεγκτή που μου χτύπησε το εισητήριο – ένας τύπος λίγο πριν τη σύνταξη, με γκριζαρισμένο μουστάκι μάλλον δανεισμένο απο τα αζήτητα του Νίτσε. Τελικά τον βρήκα, στο βαγόνι αμέσως μετά το ρεστωράν. Μία ματιά στο ύφος του ήταν αρκετή για να λυπηθώ αυτομάτως τη γυναίκα του.

– «Παρακοιμήθηκα και έχασα το σταθμό μου», του είπα. «Έπρεπε να κατεβώ στο Δομοκό».

Σκέφτηκε το πρόβλημα με όλη τη σοβαρότητα που του άξιζε, και μου αποκρίθηκε:

– «Δεν πειράζει. Απλά θα πληρώσετε το πρόστιμο μόλις φτάσουμε στο τέρμα».

– «Δε μπορώ να κατεβώ στον επόμενο σταθμό;»

– «Οχι. Ειναι Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ. Δε σταματάμε σε κανένα σταθμό».

– «Δηλαδή ούτε στο Δομοκό σταματήσαμε;»

– «Οχι», απάντησε.

– «Και πότε φτάνουμε στο τέρμα;» τον ρώτησα.

Κούνησε τα μουστάκια του ειρωνικά.

– «Όταν φτάσουμε», αποκρίθηκε.

Δε μπορούσα να κάνω πολλά. Κάθησα ξανά στη θέση μου και συγκεντρώθηκα στο τοπίο. Τα χέρσα λιβάδια διακόπτοταν απο καλλιεργημένες εκτάσεις, και οι σταθμοί διαδέχοταν ο ένας τον άλλον  χωρίς το τρένο να σταματάει ποτέ.

Στην αρχή τα ονόματα των σταθμών μου ήταν οικεία. Λάρισσα, Κατερίνη. Το τρένο δε σταμάτησε στη Θεσσαλονίκη. Παραξενέυτηκα.  Οι υπόλοιποι επιβάτες δεν έδειχναν να νοιάζονται ιδιαίτερα. Οι σταθμοί συνέχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Τα ονόματα των σταθμών έγιναν ξενικά. Svilengrad, Dabovo. Τρόμαξα.

Εψαξα πάλι να βρώ τον μουστάκια. Τελικά τον ανακάλυψα να κοιμάται σε ενα σκαμπώ δίπλα στις τουαλέτες. Ξαναλυπήθηκα τη γυναίκα του, αλλά είχα πια θυμώσει πολύ για να κρατήσω το ευγενικό μου ύφος.

– «Πότε θα φτάσουμε επιτέλους σ’αυτό το τέρμα;»

– «Οταν φτάσουμε», απάντησαν τα μουστάκια.

– «Θέλω να κατέβω εδω»

– «Μπορείτε να κατέβετε όποτε θέλετε. Ανοίξτε την πόρτα και βγείτε. Δε σας εμποδίζει κανένας»

– «Ενω τρέχουμε με τέτοια ταχύτητα; Θα είστε τρελός. Πότε θα σταματήσουμε;»

– «Δε θα σταματήσουμε. Είναι Το Τρένο Που Δε Σταματάει Ποτέ».

Ξανακάθησα στη θέση μου. Οι μέρες διαδέχοταν τις νύχτες, και οι νύχτες τις μέρες, και τα λιβάδια διαδέχοταν ακόμα περισσότερα λιβάδια. Τα ονόματα των σταθμών άρχισαν να γίνονται όλο και πιο άγνωστα, όλο και πιο περίεργα. Azalotl, Axothoth, μέχρι που άρχισαν να γράφονται σε γλώσσες που δε γνώριζα, και σταμάτησα να δίνω σημασία.

Οι μέρες έγιναν βδομάδες, και οι βδομάδες έγιναν μήνες. Κάθε μέρα τρώγαμε στο εστιατόριο του τρένου που περιέργως έδειχνε να μη χρειάζεται ποτέ ανεφοδιασμό. Τρίτη – Πέμπτη μακαρόνια.

Κάποιοι αντέδρασαν, φώναξαν μάταια, μάλιστα ένας προσπάθησε να κατέβει απο το τρένο εν κινήσει. Όντως μπόρεσε να ανοίξει την πόρτα. Ακόμα θυμάμαι τις κραυγές του καθως έπεφτε απο το τρένο που κινούταν με 120 χιλιόμετρα την ώρα. Ο μουστάκιας κούνησε το κεφάλι του σαν να ήταν κάτι συνηθισμένο, και ξανάκλεισε την πόρτα.

Σιγά σιγά, οι επιβάτες, απο άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, άρχισαν να πιάνουν κουβέντα. Την ανησυχία και το θυμό διαδέχτηκε μια παράξενη οικειότητα. Σαν να ήμασταν δεμένοι όλοι απο την ίδια μοίρα. Οι συζητήσεις μας έγιναν όλο και πιο ενδιαφέρουσες. Σιγά σιγά μοιραστήκαμε τα πάθη μας και τους φόβους μας, τις σκέψεις και τις ανησυχίες μας. Το ενδιαφέρον διαδέχτηκε η βαρεμάρα, καθώς ολα όσα είχαν να ειπωθούν συνέχεια λιγόστευαν. Η οικειότητα γέννησε πάθη, τα πάθη γέννησαν έρωτες,, μίση, αντιζηλείες μεταξύ των επιβατών. Οι μήνες περνούσαν, και το τρένο δε σταματούσε ποτέ. Κανείς δεν έδειχνε να νοιάζεται πια για τους σταθμούς η τον προορισμό.

Τελικά κόπασαν ακόμα και τα πιο έντονα συναισθήματα. Ένα ζευγάρι παντρεύτηκε πάνω στο τρένο, και ύστερα απο λίγους μήνες χώρισε. Ο καθένας πήρε το δρόμο του, και εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικά βαγόνια.

Ο χρόνος περνούσε, και οι μήνες διαδέχοταν τα χρόνια, χωρίς κανείς να νοιάζεται πια να τα μετρήσει. Κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε, τρώγαμε, κοιτάζαμε τα λιβάδια να διαδέχονται το ένα το άλλο. Για κάποιο περίεργο λογο, ο χρόνος ήταν παράξενος στο Τρένο που Δε Σταματάει Ποτέ. Δε σου έδινε την εντύπωση οτι περνούσε – ούτε αργά ούτε γρήγορα. Τα μόνα σημεία αναφοράς ήταν οι μέρες που διαδέχοταν τις νύχτες, και οι νύχτες που διαδέχοταν τις μέρες, ώσπου πιά κανείς δε νοιαζόταν να μετρήσει νύχτες, μέρες, βδομάδες, μήνες η χρόνια.

Καθόμουν στη θέση μου και κοίταζα τα λιβάδια, όταν με πλησίασαν τα μουστάκια.

– «Είναι η σειρά σας», μου είπαν.

– «Για τι πράγμα;» ρώτησα, μάλλον ενθουσιασμένος που επιτέλους κάτι συνέβαινε.

– «Για την ακρόαση σας. Κάθε επιβάτης μπορει να δεί μια φορά τον Τρέναρχο»

– «Τρέναρχος;»

– «Ναι, συνήθως οι μηχανοδηγοί είναι Τρεναγοί, αλλά αυτό το τρένο δεν είναι συνηθισμένο. Είναι το Τρένο που Δε Σταματάει Ποτέ. Ο μηχανοδηγός μας είναι Τρέναρχος. Θα τον δείτε αύριο. Είναι πολύ δύσκολο να συναντήσετε Τρέναρχο, ξέρετε»

Επιτέλους θα έπαιρνα κάποιες απαντήσεις. Οχι οτι οι απαντήσεις με ένοιαζαν πιά ιδιαίτερα, αλλά οσο και να το κάνουμε, ήμουν λιγάκι περίεργος. Ντύθηκα επίσημα – τα μουστάκια μου βρήκαν μέχρι και πουκάμισο, παρότι υποψιαζόμουν οτι ήταν το ίδιο ενα πουκάμισο που φορούσαν όλοι όσοι επισκέπτοταν τον Τρέναρχο. Διασχίσαμε όλα τα βαγόνια, και σταθήκαμε στην τελευταία πόρτα. Τα μουστάκια, χτύπησαν την πόρτα διακριτικά. Ακούστηκε ενας θόρυβος, και η πόρτα ξεκλείδωσε. «Περάστε», μου είπαν τα μουστάκια. «Έχετε δέκα λεπτά».

Μπήκα μέσα. Ηταν μια σκοτεινή αίθουσα που έπιανε το μισό βαγόνι, γεμάτη πίνακες και όργανα ελέγχου. Προχώρησα μπροστά. Κάποιος κάθοταν στο κάθισμα του οδηγού και κοίταζε ίσια μπροστά. Τα φώτα του τρένου φώτιζαν τις γραμμές και ενα μέρος απο τα λιβάδια που διαδέχοταν το ένα το άλλο. Κάθησα στο διπλανό κάθισμα και κοίταξα για λίγο τις γραμμές. Το θέαμα ήταν υπνωτικό.

Γύρισα και κοίταξα τον Τρέναρχο. Φορούσε συνηθισμένη στολή Τρέναρχου, με όλα τα προβλεπόμενα σειρήτια. Ο Τρέναρχος εξακολουθούσε να κοιτάζει μπροστά.

– «Ευχαριστώ που με δεχτήκατε, κύριε Τρέναρχε».

Ο τρέναρχος συνέχισε να κοιτάζει μπροστά. Σαν να μην υπήρχα.

– «Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση», είπα διστακτικά μετά απο λίγο.

Επιτέλους ο Τρέναρχος απάντησε.

– «Όλοι θέλουν», είπε.

Μάζεψα όσο θάρρος μου είχε απομείνει.

– «Πότε θα φτάσουμε στον προορισμό, κύριε Τρέναρχε;», ρώτησα γεμάτος αγωνία.

– «Και πάντα είναι η ίδια ερώτηση…», σχολίασε ο Τρέναρχος.

Κοκκάλωσα. Έμεινα να κοιτάζω για λίγο τις γραμμές που φωτίζοταν, και τα λιβάδια που διαδέχοταν το ένα το άλλο.

Ο Τρέναρχος στράφηκε προς το μέρος μου.

– «Είμαστε ήδη στον προορισμό, δεν το κατάλαβες;», είπε. «Πάντα ήμασταν».

Κοίταξα τον Τρέναρχο και η καρδιά μου σταμάτησε.

Στη θέση των ματιών του έχασκαν δυο πελώριες, ολοσκότεινες, κατάμαυρες τρύπες.

Advertisements

6 Σχόλια on “Το τρένο που δε σταματάει ποτέ”

  1. Ο/Η nikosdion λέει:

    Τρύπες. Τρένο. Εχμ, κάτι σαν το τρένο φάντασμα με σβησμένο αριθμό, δηλαδή;

  2. Ο/Η Salih λέει:

    Χαχαχαχα *drops mic*

  3. Ο/Η lopbox λέει:

    mporw na to kanw repost?

  4. Ο/Η gkourv λέει:

    Μεγάλο @χίδι ο μουστάκιας…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s