Μία πασχαλινή ιστορία

Ανήμερα Ανάστασης, κι αφού είχα καταφέρει να απέχω ολόκληρη την Εβδομάδα των Παθών απο τις καθημερινές, μικρές απολαύσεις της ζωής, οι αντοχές μου είχαν σχεδόν εξαντληθεί – κι έτσι, αμέσως μετά τον επιτάφιο, κατηφόρισα προς το «σπίτι» της κυρά-Φρόσως στη γειτονιά. Ενα παλιό ημιυπόγειο, με τους σοβάδες μισοδιαλυμένους απο την υγρασία, που όσο κι αν η κυρά-Φρόσω προσπαθούσε να το κρατάει τακτοποιημένο, ποτέ δεν κατάφερε να διώξει απο πάνω του τη μυρωδιά. Χλωρίνη, ιδρώτας, και μια άλλη ανεπαίσθητα δυσάρεστη, αλλά οικεία οσμή. Μια μυρωδιά που μόνο στα μπουρδέλα μπορείς να συναντήσεις.

Η κυρά-Φρόσω – πατημένα απο καιρό πιά τα εξήντα της χρόνια, μια ζωή σ’αυτή τη δουλειά – σηκώθηκε απο την καρέκλα της και με φίλησε σταυρωτά, όπως άξιζε σε ενα τακτικό πελάτη. «Καλή Ανάσταση», της ευχήθηκα, και κάθησα στον γνώριμο μου πια, φθαρμένο καναπέ. Υπήρχε αρκετός κόσμος. Φαίνεται οτι το κατανυκτικό κλίμα των ημερών είχε ερεθίσει κι άλλους εκτός απο μένα, και περίμεναν υπομονετικά, όπως κι εγω, να εμφανιστούν τα κορίτσια της σημερινής βάρδιας.

Ανάμεσα στα αμήχανα, προσποιητά αδιάφορα βλέμματα των πελατών, ξεχώριζε η ταλαιπωρημένη φιγούρα ένος ξερακιανού πενηντάρη με λεπτό, περιποιημένο μουστάκι. Τα χέρiα του έτρεμαν ελαφρά, στηριγμένα στα γόνατα του, καθώς το βλέμμα του κοίταζε το κενό. Επιτέλους, η κοπέλα έκανε την εμφάνιση της πίσω απο τις βαριές σατέν κουρτίνες στην μακρινή πλευρά του μικρού δωματίου. Λίκνισε ελαφρά το καλλίγραμμο σώμα της, πάνω στο οποίο είχε καρφωθεί το βλέμμα του ανθρωπάκου, ενω η κυρα-Φρόσω διαφήμιζε τις υπηρεσίες της με τον συνηθισμένο της τρόπο: «τσιμπούκι», «πισωκολλητό», «ελεύθερα πιασίματα», «δε βιάζεται στο δωμάτιο».

Ο πενηντάρης την κοίταξε για λίγο λαίμαργα, αναστέναξε, κι έκανε να σηκωθεί απο τον καναπέ του, με κατεβασμένο το βλέμμα. Η κυρα-Φρόσω τον πλησίασε, τον έπιασε απο το χέρι, και τον ξανακάθησε στον καναπέ. Ο ανθρωπάκος κοίταξε την κυρά-Φρόσω σαστισμένος.

– «Κάθε χρόνο τέτοια μέρα», του είπε η κυρά-Φρόσω, «προσφέρουμε στον εκατοστό πασχαλινό μας πελάτη, ενα γαμήσι εντέλώς δωρεάν. Και ο εκατοστός μας πελάτης, είστε εσείς! Χριστός Ανέστη, κύριε Κώστα!»

Οι υπόλοιποι πελάτες μάλλον δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο θέαμα. Αυθόρμητα, σηκώθηκα απο τον καναπέ και άρχισα να χειροκροτάω. Οι υπόλοιποι με μιμήθηκαν. Ο κύριος Κώστας γύρισε και μας κοίταξε, με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, ψελλίζοντας συγκίνημένα «Ευχαριστώ! Καλό Πάσχα!», την ώρα που η κοπέλα τον πλησίασε, τον έπιασε απαλά, σχεδόν ευγενικά αγκαζέ, και χάθηκαν στο διάδρομο πίσω απο τις κουρτίνες.

Κοίταξα την κυρά-Φρόσω ερωτηματικά. Έπιασε το βλέμμα μου και κάθησε δίπλα μου. Η ανάσα της μύριζε σαν εκείνες τις καραμέλες μέντας που γέμιζαν το μεγάλο μπώλ κοντά στην είσοδο.

-«Ποιός εκατοστός πελάτης, δεν είναι ούτε κάν ο εικοστός», μου ψυθίρισε, σκύβοντας συνωμοτικά πρός το μέρος μου. «Παλιός τακτικός πελάτης, που τον χτύπησε η κρίση. Απο τότε που τον απέλυσαν απο τη δουλειά του, δεν έχει λεφτά ούτε για να ταϊσει τα δυο παιδιά του, πόσο μάλλον να γαμήσει.
Έρχεται κάθε μέρα, χαζεύει τις κοπέλες, και φέυγει. Ε, μέρες που είναι, είπαμε να του κάνουμε ενα δώρο».

Συγκινήθηκα. Χωρίς καν να το σκεφτώ, έσκυψα και φίλησα την κυρά-Φρόσω στα χείλη. Ασυνήθιστη σε τετοιες αβροφροσύνες, ξαφνιάστηκε, αλλά δεν τραβήχτηκε. «Καλή Ανάσταση, κυρα-Φρόσω», της είπα. «Καλή Ανάσταση, παλιόπαιδο!» μου απάντησε, και γελώντας μου έριξε ενα παιχνιδιάρικο σκαμπίλι στο σβέρκο.

Η σειρά μου ήρθε πρίν καν τελειώσει ο κύριος Κώστας. Διάλεξα τη Σούλα, το συνηθισμένο μου κορίτσι. Ήταν διαφορετική σήμερα η Σούλα. Σχεδόν σαν να της άρεζε, καθώς τα γυμνά σώματα μας μπλέκοταν στη δίνη τoυ στενάχωρου, πληρωμένου έρωτα. Τα κορμιά μας γνώριζαν πιά καλά το ένα το άλλο, αλλά αυτή τη φορά υπήρχε κάτι αλλιώτικο, κάτι ξεχωριστό στο βλέμμα της, καθώς με οδηγούσε με έμπειρες, αργές κινήσεις στην κορύφωση, χωρίς να δείχνει να βιάζεται όπως συνήθως.

Σαν και ο οργασμός της, ταυτόχρονα με τον δικό μου, να ηταν λιγότερο προσποίητος, σαν να είχε κι αυτός επηρεαστεί απο το γιορτινό κλίμα των ημερών. «Καλό Πάσχα», μου ψυθίρισε αφού τελείωσα, ξαπλώνοντας το κεφάλι της στο στήθος μου.

Όταν βγηκα απο το δωμάτιο, ήταν περασμένη η ώρα. Οι υπόλοιποι πελάτες δε φαινόντουσαν πουθενά. Τσούγκρίσαμε αυγά με τα κορίτσια και την κυρα-Φρόσω, και αφού ανταλλάξαμε ευχές, ανέβηκα τα σκαλιά του ημιυπογείου αδέξια. Γύρισα και κοίταξα πίσω μου. Η Σούλα στεκόταν στην είσοδο, με την κυρα-Φρόσω δίπλα της. Μου κούνησε το χέρι. «Χριστός ανέστη!», ακουσα τη φωνή της. Ο κόμπος στο λαιμό μου με έπνιγε, αλλά κατάφερα να καταπιώ. «Αληθώς ο Κύριος!», της απάντησα.

Το ζεστό, βραδυνό αεράκι της άνοιξης στέγνωνε τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπο μου καθώς διέσχιζα τα σκοτεινά δρομάκια προς το σπίτι μου. Ασυναίσθητα γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα προς τα πάνω. Ένα αστέρι έλαμπε στον γαλήνιο, ολοσκότεινο ουρανό. Τώρα το ήξερα. Υπήρχαν
ακόμα άνθρωποι σ’αυτόν τον κόσμο.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s