Η ιστορία ενός sudoku

Εκείνο το πρωινό Κυριακής με βρήκε να κοιμάμαι όπως κάθε άλλο πρωί: Απλωμένος διαγωνίως στο κρεβάτι, με το μαξιλάρι πεταμένο στο πάτωμα. Έβλεπα στον ύπνο μου ένα μυστήριο όνειρο με κουνέλια, όταν ξαφνικά το κουνέλι μπροστά μου μεταμορφώθηκε στη μορφή του Λούις Άρμστρονγκ, ο οποίος φύσαγε ακριβώς μες τη μούρη μου μια πελώρια τρομπέτα.

Το ξύπνημα δε σταμάτησε τον εκκωφαντικό θόρυβο – αντίθετα, τον έκανε χειρότερο. Και μάλιστα, δεν ήταν μόνο τρομπέτα. Πετάχτηκα από το κρεβάτι, και χτύπησα το πόδι μου στη γωνία του κομοδίνου, αφήνοντας να μου ξεφύγει ένα διόλου κολακευτικό σχόλιο για κάποιον σχεδόν άγνωστο άγιο. Σύρθηκα κουτσαίνοντας μέχρι την εξώπορτα, την άνοιξα, και έμεινα αυγό.

Η μπροστινή μου αυλή, οι αυλές των δυο γειτόνων αριστερά και δεξιά μου, και σχεδόν ο μισός δρόμος μπροστά στο σπίτι μου, ήταν γεμάτος αγγέλους. Οι άγγελοι κρατούσαν ρομφαίες, και είχαν πελώρια κάτασπρα φτερά. Καθένας τους είχε στο στόμα του κι από ένα πνευστό, και τα φύσαγαν όλοι μαζί σα κολασμένοι. Τα αφτιά μου πήγαιναν να σπάσουν. Διέκρινα τρομπέτες, τρομπόνια, όμποε, κλαρινέτα, τούμπες, μέχρι και μια γκάιντα.

Δεν κατάλαβα τι έπαιζαν. Ήταν σαν ο κάθε άγγελος να έπαιζε τη δικιά του ξεχωριστή μελωδία αγνοώντας τους υπόλοιπους. Οι μελωδίες όμως μπλέκονταν με ένα παράξενο τρόπο μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα ηχητικό αποτέλεσμα που όμοιο του δεν είχα ξανακούσει ποτέ. Τρομακτικό, μεγαλειώδες, αλλά συνάμα καθησυχαστικό και βαθιά μελωδικό.

– «Εντάξει, ξύπνησε, σταματήστε», φώναξε μια φωνή.

Οι άγγελοι σταμάτησαν ξαφνικά, εκτός από έναν μεγαλόσωμο στη γωνία, που χοροπηδούσε σαν παλαβός, παίζοντας μια φυσαρμόνικα.

– «Γαβρίλο, ΚΟΦΤΟ!», ξανακούστηκε η φωνή. Ο άγγελος τινάχτηκε, σταμάτησε να παίζει τη φυσαρμόνικα και κρύφτηκε πίσω από την τούμπα ενός συναδέλφου του.

– «Συγχωρέστε τον Γαβρίλο εκ μέρους μου», μου απευθύνθηκε η φωνή. «Από τότε που βρήκε τη φυσαρμόνικα του Ντύλαν έχει γίνει τελείως φλώρος. Να μπω;»

Κοίταξα στο μέρος από το οποίο έρχονταν η φωνή. Αναρωτήθηκα πώς δεν την είδα από την πρώτη στιγμή. Ήταν ψηλή και αδύνατη. Τα κατάξανθα σγουρά μαλλιά της πλαισίωναν ένα τελείως αρμονικά σχηματισμένο πρόσωπο, στο χρώμα της σοκολάτας. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στο πιο όμορφο ζευγάρι μάτια που είχα δει ποτέ. Ήταν καταπράσινα.

Δεν περίμενε να απαντήσω στην ερώτηση της. Προχώρησε προς το μέρος μου, και με μετατόπισε με μια λεπτεπίλεπτη κίνηση του χεριού της χωρίς καν να με αγγίξει. Είχε μόλις περάσει το πλατύσκαλο όταν κάποιος πίσω της ρώτησε – λιγάκι διστακτικά για άγγελο, είναι η αλήθεια:

– «Κι εμείς;»

Γύρισε και κοίταξε τους αγγέλους. «Πηγαίνετε για καφέ», τους είπε. «Εγώ έχω μια δουλειά με τον φίλο μας από δω». Δε μπορεί να εννοούσε εμένα. Στράφηκε προς το μέρος μου και κάρφωσε τα καταπράσινα μάτια της πάνω μου. Ένιωθα να παγώνω. Εμένα εννοούσε.

Οι άγγελοι πετάρισαν τα φτερά τους και εξαφανίστηκαν μέσα σε μια στιγμή. Έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένος.

– «Θα μπεις μέσα, η θα στέκεσαι όλη μέρα στην εξώπορτα με το βρακί;», με ρώτησε.

Κοκκίνισα. Μπήκα μέσα και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Είχε καθίσει ήδη στον καναπέ. Κάθισα στην πολυθρόνα στα δεξιά του καναπέ και ξανακαρφώθηκα στα καταπράσινα μάτια της.

– «Βάλε μου μια μπύρα πριν αρχίσουμε», μου είπε. «Και βάλε κανένα ρούχο πάνω σου, κάτι σου κρέμεται εκεί κάτω». Έδειξε με το πηγούνι της το σώβρακο μου.

Πετάχτηκα κιτρινισμένος από ντροπή. Έτρεξα στο υπνοδωμάτιο και φόρεσα βιαστικά ένα παντελόνι.

– «Έχω Άμστελ και Χαϊνεκεν», φώναξα, καθώς προχωρούσα προς την κουζίνα.

– «Μύθο», ακούστηκε η φωνή της από το σαλόνι.

– «Δεν έχω».

– «Παντού υπάρχει ένας μύθος. Άνοιξε το ψυγείο και δες».

Άνοιξα το ψυγείο μου. Μπροστά μπροστά ήταν γεμάτο μπουκάλια Μύθος, που δεν τα είχα βάλει εγώ εκεί. Πήρα ένα και προχώρησα στο σαλόνι. Το άφησα στο τραπεζάκι μπροστά της και γύρισα προς την κουζίνα για να φέρω ανοιχτήρι.

– «Άστο, κάτσε εδώ», μου είπε δείχνοντας την καρέκλα. Κάθισα. Πήρε το μπουκάλι στα χέρια της, σούφρωσε τα καλλίγραμμα χείλη της και φύσηξε απαλά το στόμιο του μπουκαλιού. Το καπάκι πετάχτηκε από τη θέση του και έφυγε στην απέναντι γωνία του καθιστικού. Έμεινα να την κοιτάζω.

– «ΟΚ, ας μπούμε στο θέμα», συνέχισε πίνοντας μια γουλιά απο τη μπύρα. Άφησε εναν απολαυστικό στεναγμό και συνέχισε. «Σίγουρα θα αναρωτιέσαι ποια είμαι και τι θέλω από σένα κυριακάτικα».

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.

– «Το πρώτο θα στο φέρω λίγο πλαγίως. Έχω πολλά ονόματα. Μερικοί με λένε Κάλι. Κάποιοι άλλοι με φωνάζουν Σαρασβάτι, Γκανέσα, Άλλάχ, Ίσις, Βισνού, Σακτι, Βααλ, Οντιν, Δία, Ατορ, Ράμα, Γιαχβέ…»

– «Μαύρη Αφροδίτη», την πείραξα.

Έκλεισε τα μάτια της κουρασμένα.

– «Όχι, βλάκα, αυτό είναι παγωτό. Τέλος πάντων, κατάλαβες».

Την κοίταξα δύσπιστος. «Κατάλαβα, αλλά…»

– «…δεν με πιστεύεις. Διάολε, Θωμά σε λένε; Μα τι λέω, φυσικά σε λένε Θωμά».

Είχε δίκιο, εννοείται. Θωμά με έλεγαν.

– «Μα… εσύ…», είπα και σταμάτησα απότομα συλλογιζόμενος τι ήμουν έτοιμος να ξεστομίσω.

– «Έλα, πέστο, τάχω ξανακούσει όλα. Ξέρω τι σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι οτι είμαι γυναίκα. Και μαύρη».

Έμεινα ακίνητος, μην τολμώντας να απαντήσω.

– «Δεν έχεις ακούσει εκείνο το παλιό καλαμπούρι που ήταν της μόδας κάποτε; Εκείνο που έλεγε ‘God is black…»

– «…yes, she is!», συμπλήρωσα. «Ναι, το έχω ακούσει».

– «Ε, εγώ δεν το βρίσκω καθόλου καλαμπούρι, σε πληροφορώ. Τέλος πάντων, για να σου λυθεί και η απορία του ονόματος, οι πολύ πολύ κολλητοί μου με λένε Τζόνι».

– «Γυναικείο όνομα είναι αυτό;», απόρησα.

– «Ρώτα τη Τζόνι Μίτσελ», μου απάντησε.

– «Δε θέλω να επιμείνω σ’αυτό το θέμα, αλλά, να, είμαι…»

– «Ξέρω», με διέκοψε. «Είσαι άθεος. Διάβασα το φάκελο σου στην αστυνομία πριν περάσω από δω. Για να σου πω την αλήθεια, κι εγώ είμαι, άλλα αυτό δεν έχει καμία σημασία».

Τέντωσε το δάχτυλο Της προς την τηλεόραση. Η τηλεόραση άνοιξε, και η οθόνη γέμισε με τη φάτσα του Πρετεντέρη. Έκανε ένα μορφασμό αηδίας, κροτάλισε τα δάχτυλα Της, και η τηλεόραση ξανάσβησε.

– «Και για να μη νομίζεις πως πρόκειται για κάποιο φτηνό κόλπο», είπε, και γυρνώντας τέντωσε το άλλο Της δάχτυλο προς το αγαπημένο μου βάζο με τις παπαρούνες. Ένας μικρός κεραυνός πετάχτηκε από την άκρη του δαχτύλου Της και χτύπησε τις παπαρούνες, οι οποίες μεταμορφώθηκαν μεμιάς σε πανέμορφες, πολύχρωμες πεταλούδες. Κούνησε απαλά τα χέρια της και οι πεταλούδες ακολούθησαν την κίνηση της. Η μία προσγειώθηκε στο χέρι μου. Την κοίταξα μαγεμένος.

– «Θέλω να σε πιστέψω…», είπα, «…είναι πολύ εντυπωσιακά όλα αυτά, αλλά…»

Κούνησε κουρασμένη το κεφάλι Της.

– «αλλά θέλεις τα μεγάλα μέσα. ΟΚ». Χτύπησε τα χέρια Της, και στη μέση του δωματίου εμφανίστηκε ένα περίεργο πουπουλένιο ζώο με ψηλό λαιμό, τέσσερα πόδια, και μαύρα στίγματα στα καφεμπέζ πούπουλα του. Το ζώο με κοίταξε και έβγαλε μια απορημένη κραυγή.

– «Ορίστε μια στρουθοκαμηλοπάρδαλη, μόνο για σένα!», μου είπε.

Κοίταξα την στρουθοκαμηλοπάρδαλη. Αυτή με αγνόησε, κούρνιασε στη γωνιά του δωματίου και άρχισε να μασουλάει την αγαπημένη μου μπουκαμβίλια στη γλάστρα δίπλα στην τηλεόραση.

Ξαφνικά ένιωσα να με λούζει κρύος ιδρώτας. Η μιλιά μου κόπηκε. Δεν τολμούσα να την κοιτάξω στα μάτια.

– «Και τώρα που το λύσαμε αυτό», ξανάκουσα τη φωνή Της, «θα σου πω γιατί βρίσκομαι εδώ πέρα. Δεν κατεβαίνω και πολύ συχνά, ξέρεις. Είστε φριχτοί κουτσομπόληδες εδώ κάτω. Έχει περίπου δυο χιλιάδες χρόνια που κατέβηκα τελευταία φορά, και ακόμα το συζητάνε. Αλλά αυτή είναι μια εξαιρετική περίπτωση, που έχει να κάνει με σένα προσωπικά, πράγμα που υποψιάζομαι ότι το γνωρίζεις ήδη. ΚΑΙ ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΚΟΙΤΑΣ ΤΑ ΒΥΖΙΑ ΜΟΥ ΟΤΑΝ ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ!».

Τινάχτηκα απότομα. Σήκωσα το βλέμμα μου και ξανακοίταξα τα θεικά πράσινα μάτια Της.

– «Άντρες, όλοι ίδιοι γουρούνια είστε. Το Θεό να δείτε μπροστά σας, στα βυζιά θα καρφωθείτε. Τέλος πάντων. Ο λόγος που βρίσκομαι εδώ είναι γιαυτό που έκανες».

Σκέφτηκα τι θα μπορούσα να είχα κάνει στη ζωή μου που τράβηξε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον. Δε θα μπορούσε να ήταν αυτό. Όχι. Αποκλείεται.

– «Αυτό ακριβώς που σκέφτεσαι είναι».

– «Είσαι εδώ για το sudoku!?», ρώτησα απορημένος.

– «Ακριβώς. Για την ακρίβεια, το άλυτο sudoku».

Ήταν ο μεγαλύτερος άθλος της ζωής μου. Μετά από δεκαετίες προσπαθειών, είχα φτιάξει το sudoku που δε μπορούσε να λύσει κανένας, παρότι μαθηματικά ήταν πολύ εύκολο να αποδειχτεί οτι λύνονταν. Οι μεγαλύτεροι μαθηματικοί στον κόσμο προσπάθησαν – και απέτυχαν. Λαμπροί επιστήμονες έγραψαν τους καλύτερους backtracking και στοχαστικούς αλγόριθμους, και απέτυχαν. Μέχρι και οι αλγόριθμοι εξαντλητικής έρευνας αποτύχαιναν να βρουν τη λύση, πράγμα που βασάνιζε επί χρόνια τους επιστήμονες υπολογιστών.

Συνέδρια και ομιλίες διοργανώνονταν για το sudoku μου, πράγμα που μου εξασφάλιζε μια καλή φήμη και ένα σταθερό εισόδημα απο δικαιώματα αναδημοσίευσης, ομιλίες, διαλέξεις. Πρακτικά, ζούσα από ένα sudoku.

– «Η θα μου δείξεις εδώ και τώρα πως το έκανες», μου είπε, και η αδιαμφισβήτητη εξουσία στον τόνο της φωνής Της έσπασε το βάζο δίπλα στο τραπεζάκι, «η…».

Δεν θέλησα καν να φανταστώ την εναλλακτική.

– «Δεν αφορά απλά εσένα, ξέρεις. Με το άλυτο sudoku που έφτιαξες, διατάραξες την Ισορροπία. Συνέχισε να κάνεις τέτοιες μαλακίες και να δεις που θα καταλήξουμε όλοι μας. Θυμάσαι πότε το έφτιαξες;»

– «Νομίζω το 2004».

– «Σωστά θυμάσαι. Για την ακρίβεια, στις 26 Δεκεμβρίου. Μήπως θυμάσαι και τι έγινε εκείνη τη μέρα στην Ινδονησία;».

Θυμόμουν πολύ καλά. Αλλά ποτέ δε μπορούσα να φανταστώ το συσχετισμό.

– «Αυτά παθαίνεις οταν διαταράσσεις την Ισορροπία. Και όταν τσατίζεις αυτούς που δεν πρέπει – και για όσους δεν κατάλαβαν, εννοώ εμένα», είπε θυμωμένα. «Απο τη δημιουργία του σύμπαντος και μετά», συνέχισε, «το να είσαι στη θέση μου είναι πολύ βαρετό. Δύσκολα παρεμβαίνω πλέον στην Πλάση. Το σύστημα είναι πολύπλοκο και η Ισορροπία πάρα πολύ ευαίσθητη. Κι έτσι, δεν είναι πολλά τα πράγματα που μπορείς να κάνεις οταν είσαι Εγω. Κάπως πρέπει να διασκεδάσω.».

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.

– «Εντάξει, πότε πότε φτιάχνω περίεργα ζώα για σπάσιμο στους βιολόγους, αλλά θέλει πολλή προσοχή και πολλή μελέτη για τις συνέπειες που μπορεί να έχει ενα καινούριο ζώο στην Ισορροπία. Έτσι το μόνο που μου μένει είναι να λύνω sudoku. Τα *λατρεύω* τα sudoku».

Σχεδόν μπορούσα να ακούσω τα αστεράκια γύρω απο τη λέξη «λατρεύω».

– «Αφού να φανταστείς, όταν πέθανε ο τύπος που έφτιαξε το sudoku, του κράτησα την καλύτερη, την πιο περιζήτητη θέση!»

– «Στα δεξιά…;», ρώτησα.

Κούνησε το κεφάλι Της απογοητευμένη.

– «Ποιός βλαμμένος θέλει να κάθεται στα δεξιά μου, ηλίθιε; Στις παρθένες και τα πιλάφια τον έστειλα! Και μάλιστα, οχι 72, 720 τις έκανα! Και μια μέρα εμφανίζεσαι εσύ και το κωλοάλυτο sudoku σου!», φώναξε, γύρίζοντας προς το μέρος μου. Τα πράσινα μάτια Της φλέγοταν.

Τρόμος πλημμύρισε την ψυχή μου. Άρπαξα ενα στυλό και ενα χαρτί απο το τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ, έγραψα μερικές εξισώσεις και το άφησα μπροστά Της.

Το πήρε και το κοίταξε. Το διάβασε για λίγα δευτερόλεπτα, και τα μάτια της γούρλωσαν.

– «Αυτή η μαλακία είναι;»

– «Ναι», αποκρίθηκα ντροπιασμένος.

– «Δηλαδή, έχεις μπερδέψει μέχρι και ΕΜΕΝΑ, έχεις διαταράξει την Ισορροπία, Μ’ΑΥΤΟ ΕΔΩ ΠΕΡΑ;», φώναξε θυμωμένη χτυπώντας το χαρτί με το δάχτυλο. «Ξέρεις τι σημαίνει Ύβρις; ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΕΜΕΣΙΣ;». Ήταν αγριεμένη.

Ζάρωσα.

Πετάχτηκε απο τον καναπέ μου και σηκώθηκε όρθια. «Οχι, δεν ξέρεις. Κι αν δε θες να μάθεις, φρόντισε να ασχοληθείς με κάτι άλλο στη ζωή σου. Είσαι επικίνδυνος. Και αυτό εδω, να ξεχάσεις οτι το βρήκες». Έδειξε το χαρτί.

Προχώρησε προς την πόρτα.

– «Εμείς τελειώσαμε. Δε θα με ξαναδείς. Δηλαδή, δε θα με ξαναδείς σύντομα. Κάποια στιγμή θα με ξαναδείς, όμως. Γι αυτό, ΦΡΟΝΤΙΣΕ!».

Έπεσα στα γόνατα γεμάτος τρόμο.

– «Ασε τις μαλακίες, σήκω πάνω. Φέρσου σαν άντρας μια φορά στη ζωή σου», μου φώναξε θυμωμένα.

-«Θές να με ρωτήσεις κάτι πριν φύγω;», ρώτησε λιγότερο θυμωμένα. «Δεν δίνω πολύ συχνά αυτή την ευκαιρία στον κόσμο. Αλλα μή με πρήξεις πάλι με κείνες τις φιλοσοφικές μπούρδες για το φύλο των αγγέλων, δεν τις αντέχω».

Σκέφτηκα.

– «Που πηγαίνει το φως όταν σβήνουμε τη λάμπα;», Την ρώτησα.

– «Κοίτα στο ψυγείο», απάντησε και προχώρησε πρός την εξώπορτα. «ΚΑΙ ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΧΑΖΕΥΕΙΣ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΟΥ!».

Ξανατινάχτηκα. Άνοιξε την πόρτα και γύρισε. Μου κούνησε το δάχτυλο Τής αυστηρά, κοιτάζοντας με με τα πράσινα μάτια.

– «Όπως είπαμε! Και να πηγαίνεις στην Εκκλησία», είπε.

– «Στάσου, μύγδαλα!», φώναξα. «Κάτι τελευταίο! Μπορώ να ρωτήσω κάτι τελευταίο;». Την κοίταξα ικετευτικά. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και κούνησε το κεφάλι της. Τα μαλλιά της αιωρήθηκαν ανεπαίσθητα στον αέρα που έμπαινε απο την ηδη ανοιχτή εξώπορτα. Δεν την είχα δεί να την ανοίγει.

– «Εσείς και οι απορίες σας… Άντε, ρώτα!», είπε εκνευρισμένη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος της.

– «Ο… Ο Έλβις;», ρώτησα τρέμοντας.

– «Ναι, τί μ’αυτόν;»

– «..πε.. πέθανε;», ρώτησα σιγανά.

Το πρόσωπο Της πήρε ενα αινιγματικό ύφος. Σήκωσε τους ώμους.

– «Well, he left the building», απάντησε. Με κοίταξε μια τελευταία φορά, γύρισε, βγήκε στην αυλή και έκλεισε την εξώπορτα.

Έτρεξα και την άνοιξα πίσω της. Δεν υπήρχε κανείς. Μόνο το θρόισμα του ζεστού καλοκαιριάτικου αέρα, που έκανε τις μορφές των κτιρίων γύρω μου να κινούνται. Η τουλάχιστον, αυτό νόμιζα.

Απο εκείνη την Κυριακή, και κάθε εβδομάδα, δεν έχασα ποτέ μου την κυριακάτικη λειτουργία στην εκκλησία. Για κανένα λόγο, και με καμμία δικαιολογία, όσο σοβαρή και αν μου φαίνοταν.

Και δεν ξαναασχολήθηκα ποτέ με sudoku.

Advertisements

One Comment on “Η ιστορία ενός sudoku”

  1. Ο/Η Morgana λέει:

    Δεν υπάρχει!!!!!!!!!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s