Μια ιστορία με νύχια.

Ήταν τα πιο όμορφα νύχια που είχα δεί στη ζωή μου.

Εκείνη τη μοιραία ημέρα του Αυγούστου, είχα ήδη αργοπορήσει δύο ώρες για τη δουλειά. Δούλευα σε ενα μεγάλο γραφείο στον 47ο όροφο ενος ουρανοξύστη – κάτι με λογιστικά. Μπήκα τρέχοντας στο συρμό του μετρό και πιάστηκα λαχανιασμένος απο τον στύλο στο κέντρο του βαγονιού. Πήρα μια ανάσα και κοίταξα γύρω μου για ελεύθερη θέση, όταν είδα τα νύχια.

Ήταν κόκκινα. Είναι συνηθισμένο χρωμα για νύχια, αλλα αυτός ήταν ο πιο κόκκινος τόνος του κόκκινου που είχα δεί ποτέ στη ζωη μου πάνω σε ο,τιδήποτε άλλο εκτός απο φράουλα. Κομμένα κοντά, και περιποιημένα – επαγγελματικό μανικιούρ. Το βάψιμο δεν ξέφευγέ ούτε χιλιοστό απο την καμπύλη του νυχιού της, και η επιφάνεια ήταν βαμμένη ομοιόμορφα, κόκκινη και γυαλιστερή.

Το βλέμμα μου ανέβηκε απο τα νύχια, στάθηκε ασυναίσθητα για το απαραίτητο κλάσμα του δευτερολέπτου στα βυζιά της, και ανέβηκε στά μάτια της.

Ένιωσα το πρόσωπο μου να γίνεται τόσο κόκκινο, όσο και τα νύχια της. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο δικό μου. Τα μαλλιά της είχαν το ίδιο κόκκινο χρώμα με τα νύχια της, και ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο είχε σχηματιστεί στα λεπτά, καλλίγραμα – και κατακόκκινα – χείλη της.

Το μετρό σταμάτησε. Παραπάτησα, και παραλίγο να πέσω. Την είδα να γελάει, με την άκρη του ματιού μου. Ο επιβάτης που κάθοταν δίπλα της σηκώθηκε και βγήκε απο το μετρό. Κάθησα στη θέση που άφησε άδεια. Τα κόκκινα νύχια χώθηκαν μέσα σε μια πελώρια κόκκινη τσάντα, έβγαλαν ένα μικρό κόκκινο κινητό, και άρχισαν να το παίζουν με προφανή αμηχανία. Κρυφοκοίταξα πρός τη μεριά της. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο κινητό.

Τη στιγμή που άνοιξε το στόμα της, το μετρό σταμάτησε ξανά. Ήταν η στάση μου. Πετάχτηκα όρθιος και βγήκα τρέχοντας απο την πόρτα, πέφτοντας πάνω σε ενα στύλο και σε δύο επιβάτες που ανέβαιναν, απο την προσπάθεια να κοιτάξω πίσω μου.

Το βλέμμα της ήταν σαστισμένο – αλλά χαμογελούσε ακόμα, κοιτάζοντας με, την ωρα που το μετρό ξεκίνησε και άρχισε το ταξίδι του προς τον επόμενο σταθμό, πρός τον επόμενο τυχερό επιβάτη που θα συναντούσε τα κόκκινα νύχια. Προσπάθησα μάταια να ανταποδώσω το χαμόγελο στα ελάχιστα δευτερόλεπτα πρίν τα κόκκινα νύχια χαθούν απο το οπτικό μου πεδίο.

Το ίδιο κιόλας βράδυ, έβαλα το σχέδιο μου σε εφαρμογή. Ήταν τραβηγμένο, αλλα μπορεί να πετύχαινε. Μπήκα στο site του Μετρό της Νέας Υόρκης και κατέβασα όλους τους πίνακες δρομολογίων. Ξεχώρισα τα δρομολόγια που σταματούσαν στις συγκεκριμένες στάσεις, και σημείωσα τις ώρες άφιξης του κάθε συρμού. Ήλπιζα τα κόκκινα νύχια να ήταν σταθερά στο ωράριο τούς.

Δυστυχώς φαίνεται οτι δεν ήταν. Επι τρείς εβδομάδες έπαιρνα το μετρό με δυο ώρες καθυστέρηση ακριβώς. Έχοντας χρονομετρήσει τις διαδρομές, υπολόγισα οτι προλάβαινα να πάω απο την άκρη του πρώτου βαγονιού ως το τέρμα του τελευταίου κοιτάζοντας, μάταια, τους επιβάτες, πρίν το μετρό σταματήσει στον επόμενο σταθμό, για να βγω βιαστικά και να μπώ στον επόμενο συρμό.

Εννοείται οτι η αναζήτηση των κόκκινων νυχιών έκανε την καθυστέρηση μου στη δουλειά ακόμα μεγαλύτερή. Την πρώτη εβδομάδα εισέπραξα βλέμματα δυσαρέσκειας απο τους προιστάμενους. Την δεύτερη μετατράπηκαν σε σχόλια, και την τρίτη σε προειδοποιήσεις. Ψέλλισα κάτι για προσωπικές υποθέσεις, πράγμα που άφησε τους αρχιλογιστές της εταιρίας παγερά ασυγκίνητους. Οι λογιστές δεν έχουν προσωπικές υποθέσεις.

Ξαφνικά, την τέταρτη ημέρα της τέταρτης εβδομάδας, την είδα. Ήταν καθισμένη στην ίδια θέση, στο ίδιο βαγόνι, την ίδια ωρα. Τα κόκκινα νύχια της έσφιγγαν με αγωνία την κόκκινη τσάντα καθώς το βλέμμα της περιπλανιόταν στο χώρο. Τη στιγμή που με είδε, ένιωσα την καρδιά μου να φτερουγίζει. Κρατήθηκα να μη φωνάξω απο χάρα – και την είδα να κάνει ακριβώς το ίδιο. Ξεχνώντας τον ευγενικό και αναθρεμμένο μου χαρακτήρα, στάθηκα ακριβώς επάνω απο τον επιβάτη που κάθοταν δίπλα της.

– «Μπορώ να καθίσω»;

Ο επιβάτης με κοίταξε παραξενεμένος, χωρίς να κινηθεί – και τότε άκουσα για πρώτη φορά την φωνή της – που, μή με ρωτήσετε πώς, αλλά ταίριαζε απόλυτα με τα κόκκινα νύχια.

– «Σας ρώτησε αν μπορεί να καθίσει».

Ο επιβάτης σηκώθηκε, εμφανώς τσατισμένος. Σωριάστηκα στην θέση του, αφήνοντας ενα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης.

– «Τέσσερις», είπα.

Γύρισε και με κοίταξε με απορία. Το απορημένο της βλέμμα ήταν ακόμα πιο όμορφο. Τα κόκκινα νύχια είχαν καρφωθεί στην κόκκινη τσάντα, τόσο που φοβήθηκα οτι σχεδόν θα την ξέσκιζαν.

– «Άλλαζα τέσσερις συρμούς τη μέρα», είπα. «Επι τέσσερις εβδομάδες. Άυριο θα τα παρατούσα.»

Χαμήλωσε το βλέμμα της. Τα κόκκινα νύχια χώθηκαν ξανά στην κόκκινη τσάντα, έβγαλαν το κόκκινο κινητό, και άρχισαν να παίζουν με τα πλήκτρα σαν αφηνιασμένα.

Μου φάνηκε σαν να πέρασαν αιώνες. Τελικά, μίλησε.

– «Εγώ άλλαζα έξι».

Γύρισε και με κοίταξε. Το βλέμμα μου συνάντησε ξανά το δικό της και χάθηκε μέσα στα μάτια της.

– «Πλησιάζει η στάση σου», είπε. «Αν αργήσεις και σήμερα, θα σε διώξουν».

– «Άυριο;», κατάφερα να ψελλίσω με φωνή που έτρεμε.

– «Ίδια ώρα. Ίδιο βαγόνι. Θα κατέβω στη στάση σου»

– «Έχεις δεί ποτε τη θεα απο την κορυφή του ουρανοξύστη;», την ρώτησα.

Χαμογέλασε. Ενα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου καθώς ένιωσα ενα κόκκινο νύχι να ξύνει απαλά το μπράτσο μου.

– «Όχι. Αλλά θα τη δώ αύριο. Πρέπει να κατέβεις».

Το χαμόγελο δεν έσβησε ούτε στιγμή απο το πρόσωπο της την ωρα που έβγαινα απο το μετρό. Τα κόκκινα νύχια έξυναν το ένα το άλλο.

Οι παρατηρήσεις στη δουλειά είχαν αντικατασταθεί απο ενα σημείωμα που με καλούσε να παρουσιαστώ – άυριο – στο Τμήμα Προσωπικού. Δε μ’ένοιαζε. Τσαλάκωσα το χαρτί και το πέταξα στον σκουπιδοντενεκέ γραφείου σε σχήμα SGI O2, δίπλα στην καρέκλα μου.

Η πιο σημαντική μέρα της ζωης μου θα ήταν αύριο. Το ένιωθα. Έκοψα ένα φύλλο απο το ημερολόγιο στο γραφείο μου και κοίταξα την ημερομηνία.

Σεπτέμβριος 2001.

Η φωτογραφία έκανε το γύρο του κόσμου στα πρωτοσέλιδα των εφημεριδών. Δυο χέρια ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στα χαλάσματα, σφίγγοντας το ένα το άλλο. Πολλές τέτοιες φωτογραφίες θα δημοσιεύοταν τις επόμενες ημέρες, αλλα μία ήταν η λεπτομέρεια που έκανε το φωτογράφο να αποθανατίσει τη συγκεκριμένη, μακάβρια εικόνα.

Η αντίθεση.

Γιατι τα δάχτυλα του ενός χεριού, γκρίζα απο τη σκόνη και τους καπνούς, είχαν μπήξει τα νύχια τους στη σάρκα του άλλου χεριού. Και ήταν τα πιο τέλεια, καλοβαμμένα, κόκκινα νύχια που είχε δεί ποτέ του ο φωτογράφος.

Advertisements

4 Σχόλια on “Μια ιστορία με νύχια.”

  1. Ο/Η ricudis λέει:

    Σημείωση του συγγραφέως: Το ξέρω πολύ καλά οτι η χρήση της 11/9/2001 σε τέτοιου είδους ιστορίες έχει καταντήσει αφόρητα μπανάλ, αλλά που στο διάολο να τους σκότωνα, στο σεισμό της Καλαμάτας το 1986;

  2. Ο/Η Ferrous λέει:

    You need to get laid ASAP


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s