Η ιστορία μιάς γραμματοσειράς

Απο ολα τα πράγματα που γνώριζα στη ζωη μου, για ενα μόνο ήμουν απολύτως βέβαιος. Ήξερα – πολλές δεκαετίες πριν πεθάνω – οτι θα καταλήξω στην κόλαση.

Δεν ήμουν ακριβώς σίγουρος γιατί, και η αλήθεια είναι οτι έκανα ο,τι ήταν δυνατό για να το αποτρέψω. Βοηθούσα πάντα τις γριούλες να περνάνε το δρόμο, πολλές φορές μάλιστα τους κουβαλούσα και τα ψώνια μέχρι το σπίτι. Η κουταμάρα μου ήταν αρκετή για να προσποιούμαι πως κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετό για να μου διασφαλίσει μια θέση στον παράδεισο, ωστόσο κατα βάθος δεν ήμουν ποτέ απολύτως σίγουρος.

Έτσι, κάποια στιγμή, αποφάσισα να κάνω μερικές καλές πράξεις παραπάνω. Έφτιαξα μια λίστα καλών πράξεων, και ήμουν οσο το δυνατόν πιο συνεπής στην πραγματοποίηση τους, μήπως και κατάφερνα τελικά να γείρω τη ζυγαριά της Κρίσης προς το μέρος μου.

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, τελικά αυτό δεν ήταν αρκετό.

Μία απο τις καλές πράξεις, συγκεκριμένα η έβδομη στη λίστα, ήταν να ρίχνω πάντα λίγα κέρματα απο τα ρέστα μου στις θήκες των οργάνων και στα καπέλα των πλανόδιων μουσικών που συχνά-πυκνά γέμιζαν τους δρόμους και της πλατείες της μικρής πόλης στήν οποία ζούσα και δούλευα ως γραφίστας και τυπογράφος.

Δεν ξέρω, και ποτέ δεν θα μάθω, αν ήταν η ειρωνία της τύχης η η καφρίλα της μοίρας, που με οδήγησε εκείνη τη ζεστή μέρα του Αυγούστου, να κάνω ακριβώς αυτή την καλή – και όπως αποδείχτηκε, μοιραία – πράξη. Καθόμουν στο πεζοδρόμιο και άκουγα εναν Άγγλο τουρίστα, να παίζει στην ακουστική κιθάρα του μια μάλλον άτεχνη εκτέλεση του Working Class Hero του John Lennon – ενα απο τα αγαπημένα μου τραγούδια, που δεν περιλαμβάνεται συνήθως στο ρεπερτόριο των πλανόδιων μουσικών.

Ο μουσικός είχε μόλις τελειώσει το τραγούδι, εγώ τον είχα ήδη χειροκροτήσει, και είχα πλησιάσει στη θήκη της κιθάρας του σκύβοντας, για να πετάξω κάτι εικοσάλεπτα που είχα βρεί στην τσέπη μου, ακριβώς τη στιγμή που έπεσε στο κεφάλι μου απο τον όγδοο όροφο της πολυκατοικίας, ενα πιάνο με ουρά.

Αυτά συνέβησαν πρίν απο περίπου τρία χρόνια. Οι φίλοι και οι συγγενείς μου είχαν ήδη σχεδόν ξεπεράσει την θλίψη τους, η γυναίκα μου μάλιστα είχε μετακομίσει στόν καινούριο της γκόμενο, και εγω είχα περάσει κιόλας την περίοδο προσαρμογής στην κόλαση. Μάλιστα είχε αρχίσει να μου αρέσει η ζέστη.

Το μόνο πρόβλημα ήταν οτι βαριόμουν αφόρητα. Πάντα μ´άρεζε ο τουρισμός, αλλα πόσες πια εκδρομές στούς λάκκους με τα τέρατα να κάνεις, και πόσες βόλτες στούς ίδιους και τους ίδιους λόφους με τις ατελείωτες σειρές καζανιών, μέσα στα οποία σιγοβράζανε κάθε λογής αμαρτωλοί;

Έτσι, αποφάσισα να ψάξω για δουλειά. Ευτυχώς υπάρχει αρκετή δουλειά στην κόλαση για όλους. Αντίθετα απο οτι πιστεύεται συνήθως, εδω στην κόλαση δε φτιάχτηκε η ανεργία, αλλα η δουλειά. Ιδίως κάτι θέσεις 9 με 5 δημοσίων υπαλλήλων που βαράνε σφραγίδες, αλλά η ποικιλία είναι αρκετή – και έτσι δεν μου ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να πιάσω δουλεία στο δημιουργικό μιας μικρής εταιρίας που σχεδίαζε αφίσες για black metal συγκροτήματα.

Και φάνηκε οτι ήμουν καλός. Πάντα ήμουν καλός στη δουλειά μου, αλλα για να πλησιάσεις την τελειότητα πρέπει πραγματικά να γουστάρεις αυτο που κάνεις.

Και αυτή τη δουλειά, τη γούσταρα. Ειδικά τον σχεδιασμό γραμματοσειρών. Σχεδίαζα μεσαιωνικές γραμματοσειρές, απο αυτές που ήταν πολύ της μόδας στούς κύκλους της σατανιστικής μουσικής, σχεδόν ανάγλυφες, γεμάτες μυτερές άκρες και μπερδεμένες καμπύλες, που αν τις κοίταζες για πολλή ωρα, ένιωθες την ψυχή σου να γεμίζει με θάνατο. Τα black metal γκρουπάκια τις λάτρευαν, οι δουλειές πήγαιναν απο το καλό στο καλύτερο, και ο τραπεζικός μου λογαριασμός γέμιζε σταθερά με αρκετά Διαολλάρια ωστε να συντηρούμαι επαρκώς.

Ήταν λίγο μετά τον πρώτο χρόνο που είχα πιάσει δουλειά, όταν μπήκε στο γραφείο μου το αφεντικό της επιχείρησης, ένας συμπαθητικότατος μέσης τάξης ανθυποδιάολος, με μια μαλλούρα που έμοιαζε εκπληκτικά στόν Ozzy. Δέν ήταν του γούστου του οι περιστροφές, κι έτσι μπήκε κατευθείαν στο θεμα:

– «Φίλε, φεύγεις».

– «Άρχισαν κι εδω κάτω οι απολύσεις;», αναρωτήθηκα φωναχτά.

– «Όχι ακόμα. Δε σε διώχνω. Απλά είδαν τη δουλειά σου απο την Κυβέρνηση, και τους άρεσε. Έκαναν μια ειδική παραγγελία για κάποιο project που δε μου λένε τι είναι, υπο τον όρο να το αναλάβεις εσυ».

Τα λεφτά ήταν πολύ καλά, και ήμουν έτσι κι αλλιώς περίεργος να δω τι μπορεί να ήθελε το επίσημο κράτος απο μένα. Έτσι, δέχτηκα. Τέσσερις μέρες αργότερα διέσχιζα τον προθάλαμο του ψηλού κτίριου, απο μέταλλο και γυαλί, του Υπουργείου Τύπου, σχεδιασμένο απο τον μεγαλύτερο αρχιτέκτονα της κόλασης, έναν τύπο ονόματι Λεκορμπυζιέ

Η υπεύθυνος της υποδοχής – μια τρισχαριτωμένη διαολίνα, η Ceren – με έστειλε κατευθείαν στον δέκατο τρίτο όροφο, οπου με περίμεναν λογής λογής διάολοι ντυμένοι με γραβάτες και κοστούμια, καθισμένοι γύρω απο ενα μεγάλο γυάλινο τραπέζι. Ο διάολος στην κορυφή του τραπεζιού φαινόταν πιο επίσημος απο τους υπόλοιπους – ήταν ο πρόεδρος κάποιας επιτροπής προπαγάνδας, όπως δεν άργησα να μάθω.

Μετά τις σχετικές φιλοφρονήσεις και συστάσεις, ο πρόεδρος της επιτροπής μπήκε κατευθείαν στο θέμα:

– «Έχουμε σκαλώσει στην τυπογραφία»

– «Δηλαδή;»

– «Ε κοίτα, όπως ξέρεις, η άλλη πλευρά είχε κάνει πάντα μεγάλο αγώνα για να μην πέσει ο συγκεκριμένος τομέας στη δικιά μας αρμοδιότητα. Εξ´αρχής και συνειδητά, με την ιστορία με το γουτεμβέργιο και τις Βίβλους»

– «Τα πήγαν πολύ καλά στο μάρκετινγκ, τολμώ να ομολογήσω», συμφώνησα.

– «Ετσί», συνέχισε ο πρόεδρος, «μόνο τώρα τελευταία έχουμε αρχίσει να παίρνουμε το πάνω χέρι, ας ειναι καλά αυτοί οι μεταμοντέρνοι γραφίστες. Κι εσύ, φυσικά. Η δουλειά που έχεις κάνει για μας με το black metal, είναι σημαντικότατη».

– «Ευχαριστώ», αποκρίθηκα, «αλλά απλά είναι μια δουλειά που μ’αρέσει». Πάντα ήμουν μετριόφρων.

– «Η επόμενη, θα σ’αρέσει ακόμα περισσότερο. Έχουμε ενα project για τη δημιουργία μιάς ειδικής γραμματοσειράς. Θα είναι αποκλειστικά δικιά μας. Στόχος είναι να φτάσουμε στο σημείο να χρησιμοποιείται απο ολο τον κόσμο – κι οχι μόνο στίς αφίσες black metal. Το φαντάζεσαι; Ολοι οι άνθρωποι στον κόσμο να γράφουν τα κείμενα τους με τη γραμματοσειρά που φτιάχτηκε στην κόλαση; Ενα μεγάλο μέρος απο το παιχνίδι της εξουσίας με κείνους τους απο πάνω, θα έχει κερδηθεί».

Ήταν καλό σχέδιο, κι έτσι μπήκε αμέσως σε εφαρμογή. Ένα χρόνο μου πήρε να σχεδιάσω την γραμματοσειρά σύμφωνα με τις οδηγίες του διαβολοπροέδρου της Επιτροπής Προπαγάνδας. Ηταν δύσκολη, απαιτητική, αλλα δημιουργική και ευχάριστη δουλειά.

Οι καμπύλες της γραμματοσειράς ήταν σχεδιασμένες έτσι ώστε να αποχαυνώνουν τον αναγνώστη και να τον κάνουν πιο δεκτικό στα σατανικά μυνήματα του κειμένου. Ταυτόχρονα, ήταν όμορφη με ενα μυστήριο, σχεδόν παιδικό τρόπο, αλλά με μια ομορφιά που, αν μπορούσες να δείς λίγο κάτω απο την επιφάνεια, έκρυβε ολη την σαπίλα και την σιχαμάρα που μονο η Κόλαση μπορεί να προσφέρει. Αρκούσε η ανάγνωση μιάς παραγράφου γραμμένης με την γραμματοσειρά, για να πονέσουν τα μάτια σου. Ύστερα απο δυο σελίδες κειμένου, το IQ του αναγνώστη είχε πέσει κατα μισή ποσοστιαία μονάδα.

Μετά το τέλος της επίσημης παρουσίασης της γραμματοσειράς, και οι εικοσιπέντε διάολοι της επιτροπής σηκώθηκαν όρθιοι και με χειροκροτούσαν επι ενα πεντάλεπτο. Ήμουν ενθουσιασμένος. Είχα πραγματικά κάνει καλύτερη δουλειά απ’οτι περίμενα. Αφού σταμάτησε το χειροκρότημα, ο πρόεδρος της επιτροπής κούνησε εμφανώς ευχαριστημένος τα κέρατα του, έσιαξε λίγο την ουρά του, και πήρε το λόγο – απευθυνόμενος σε μένα:

– «Δείξαμε τη γραμματοσειρά που σχεδίασες στον ίδιο τον Σατανά», είπε.

– «Και;», ρώτησα, λιγάκι φοβισμένος.

– «Έκανε εμετό απο την αηδία. Και να φανταστείς οτι για μεσημεριανό είχε φάει σκατά. Απίστευτο! ΜΕΓΑΛΕ, έκανες τον ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΣΑΤΑΝΑ να ΞΕΡΑΣΕΙ!!»

Συνέχισε αφού σταμάτησαν ξανά τα χειροκροτήματα, που αυτή τη φορά κράτησαν σχεδόν ένα τέταρτο.

– «Ο Σατανάς είχε να ξεράσει απο τότε που του δείξαμε εκείνον τον τραγουδιστή που είχαμε εκπαιδεύσει για να στείλουμε στη Γη, τον… Μάκη.. Λάκη..»

Ενα απο τα μέλη της επιτροπής έβηξε διακριτικά.

– «Σάκη, κύριε πρόεδρε».

– «Σωστά, τον Σάκη». Ο πρόεδρος ξαναγύρισε σε μένα. «Έτσι, για να σε ευχαριστήσουμε για την υπηρεσία που μας προσέφερες, εχω την τιμή να σου ανακοινώσω κάτι που το ξέρουν ελάχιστοι».

Τέντωσα τα αυτιά μου, όλος περιέργεια. Ο πρόεδρος έκανε μια δραματική παύση και συνέχισε.

– «Το νόμισμα που χρησιμοποιούμε εδω πέρα, το Διαολλάριο, το γνωρίζεις, φυσικά. Έχεις ηδη αρκετά απο αυτά. Αυτό που δεν ξέρεις όμως, είναι οτι ετοιμαζόμαστε να το εισάγουμε στη γη. Υπολογίζουμε οτι απο τη στιγμή που θα κυκλοφορήσει, η ανθρωπότητα θα έχει δέκα με δεκαπέντε χρόνια το πολυ, πρίν κυριευτεί απο το απόλυτο Χάος! Είναι το μεγαλύτερο μας project, και σχεδόν όλοι δουλεύουμε πάνω σ’αυτό. Εγγυημένη επιτυχία. Αν πετύχει – και θα πετύχει – θα είμαστε πλέον οι κερδισμένοι. Ο αγώνας θα έχει κριθεί! Ο Κύριος μας, ο Σατανάς, θα κυριαρχήσει επάνω στη Γή!!».

– «Συγνώμμη, κύριε πρόεδρε», σχολίασα όταν σταμάτησαν ξανά τα χειροκροτήματα, αλλα αυτό μου ακούγεται κάπως μεγαλεπίβολο, ακόμα και για τον διάολο. Ποιός βλαμμένος θα χρησιμοποιούσε ποτέ μια νομισματική μονάδα που φτιάχτηκε στην κόλαση;».

– «Αρκετοί. Αρκεί να τους κάνεις αρκετά βλαμμένους. Εκεί μπαίνει και η δικιά σου δουλειά. Η γραμματοσειρά σου έγινε μέρος ενος προιόντος που σχεδιάσαμε ειδικά για να κάνει τους ανθρώπους τόσο ηλίθιους, ωστέ όταν περάσουμε στη δεύτερη φάση του σχεδίου, αυτή της εισαγωγής του Διαολλάριου, κανείς να μήν το πάρει χαμπάρι».

Ακουγόταν καλό.

Σατανικό, για την ακρίβεια.

– «Το προιόν», συνέχισε ο πρόεδρος της επιτροπής προπαγάνδας, «θα παρουσιαστεί σε μια εβδομάδα απο σήμερα, απο την Επίσημη Εμπορική Αντιπροσωπεία του Σατανά στη Γη».

Έμεινα έκπληκτος.

– «Έχουμε… αντιπροσωπεία στη Γη;»

Και οι εικοσιπέντε παρευρισκόμενοι διάολοι ξεράθηκαν στα γέλια, κάνοντας με κατακόκκινο απο ντροπή. Ο πρόεδρος προτίμησε να μη σχολιάσει την τερατώδη μου άγνοια – μάλλον απο ευγένεια.

– «Μάλιστα», συνέχισε ο πρόεδρος όταν κόπασαν τα γέλια, «ο Σατανάς έμεινε τόσο ευχαριστημένος απο τη δουλειά σου, που αποφάσισε να σου κάνει ενα προσωπικό δώρο». Μου έδωσε ενα φάκελλο. «Άνοιξε τον».

Σχεδόν στη μέση της επιστολής, ζαλίστηκα. Ήταν μια Επίσημη Αδεια, υπογεγραμμένη απο τον Σατανά αυτοπροσώπως. Η υπογραφή του στο κάτω μέρος της σελίδας, έβγαζε φωτιές. Δεν μπορούσες να την κοιτάξεις. Ήταν το πιό ανέλπιστο δώρο. Ο ίδιος ο Σατανάς, μου έδινε μία μέρα άδεια αναστάσεως στη Γη, μόνο και μόνο για να παρευρεθώ στην παρουσίαση του προιόντος που θα άλλαζε τη μοίρα του κόσμου.

Έτσι, έγινα απο τους ελάχιστους ανθρώπους που έζησαν στη Γη, που η πιο σημαντική ημέρα της ζωής τους, ήρθε μετά τον θάνατο τους. Και βρισκόμουν εκεί, στη δέυτερη σειρά, στη μέση της μεγαλύτερης και φαντασμαγορικότερης γιορτής που είχε στηθεί ποτέ μέχρι τότε, όταν ο ίδιος ο Bill Gates, ανακοίνωνε, χοροπηδώντας πάνω στη σκηνή, την επίσημη διάθεση τoυ τελευταίου και πιο εξελιγμένου λειτουργικού συστήματος, ενα μικρό κομμάτι του οποίου ήταν το μεγαλύτερο μεταθανάτιο έργο της ζωής μου.

Η γραμματοσειρά Comic Sans παρουσιάστηκε ως αναπόσπαστο κομμάτι των Windows 95 στις 24 Αυγούστου 1995, ακριβώς χίλιες διακόσιες εικοσιέξι ημέρες πρίν απο την ημερομηνία της επίσημης εισαγωγής, στην Ευρωζώνη, του ενιαίου Ευρωπαικού νομίσματος – του Ευρώ.

Advertisements

One Comment on “Η ιστορία μιάς γραμματοσειράς”

  1. Ο/Η sunCoater λέει:

    Πάντα θεωρούσα τη comic sans παιδική. Φαίνεται τώρα ότι ήταν κι αυτό μέρος του κόλπου. Ξέρεις τίποτα για την απόλυτα μισητή times new roman?


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s