Διάλειμμα για σεξ.

Πάντα πίστευα οτι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ταιριάζει στην τσόντα, και επιτέλους μου δόθηκε η ευκαιρία να το δοκιμάσω. Η παρακάτω ιστορία είναι σχεδόν η μισή κλεμμένη απο αυτήν εδω πέρα. Οι παρεμβάσεις στο αρχικό κείμενο αφορούν τόσο κάποια απαραίτητα στοιχεία ρεαλισμού, οσο και την προσπάθεια διαφυγής απο την βάσιμη κατηγορία της λογοκλοπής.

Η ίστορία αυτή απευθύνεται σε ενήλικους. Οι ανήλικοι κάθε ηλικίας, ας μην τη διαβάσουν. Θα απογοητευτούν.

Όταν η Τερψιχόρη μπήκε στο δοκιμαστήριο του πολυκαταστήματος κρατώντας το ζευγάρι με τα δαντελωτά εσώρουχα που είχε διαλέξει, ύστερα απο τρείς πλήρεις περιηγήσεις στο καινούριο πολυκατάστημα της πόλης, δεν είχε ιδέα για το τί θα συνέβαινε.

Ήταν τα γενέθλια του Παύλου, και είχε διαλέξει τα εσώρουχα για την περίσταση. Θα του έκανε ενα σπέσιαλ δώρο σήμερα το βράδυ, που το σκέφτοταν εδω και καιρό. Πρωκτικό σεξ. Είχε πολύ καιρό να το κάνει – πρίν ακομα γνωρίσει τον Παύλο, ο οποίος φαινόταν πλήρως αδιάφορος, σε βαθμό απέχθειας, για την πιο ζωώδη και άγρια πλευρά της.

Όχι οτι το σεξ με τον Παύλο ήταν κακό, στα τέσσερα χρόνια που ήταν παντρεμένοι – κάθε άλλο παρά κακό ήταν, αλλά ήταν πάντα γλυκός και ευγενικός μαζί της, και πολλές φορές του έλειπε αυτο που τώρα ποθούσε περισσότερο η Τερψιχόρη. Κάποιον να την υποτάξει, να την κάνει έρμαιο της θέλησης του, να την κάνει να νιώσει το υποκείμενο της πλήρους εξουσίας του. Είχε προσπαθήσει αρκετές φορές να τον πείσει να δοκιμάσουν κάτι τέτοιο, αλλά ο Παύλος ήταν ανένδοτος.

Έτσι δεν της έμεναν παρά οι φαντασιώσεις της, σε σημείο μερικές φορές μάλιστα η φαντασία της στο κρεββάτι να ξεφεύγει απο τα δεσμά της πραγματικότητας – πράγμα που δεν είχε τολμήσει ποτέ να το εκμυστηρευτεί στον σύζυγο της. Καύλωνε πολύ να σκέφτεται τον εαυτό της υποταγμένο, και η φαντασίωση του εαυτού της, γερμένη μπρούμυτα στον πάγκο της κουζίνας με εναν άντρα καρφωμένο μέσα της να αγκόμαχά, δαγκώνοντας της τους ώμους και κρατώντας τα χέρια της σφηνωμένα, με το κορμί του να περιορίζει της κινήσεις της σαν μεγγένη, την είχε κυριεύσει και την έβλεπε τις πιο παράξενες και ακατάλληλες ώρες της ημέρας.

Έβγαλε το μαύρο λινό παντελόνι της και το μακό μπλουζάκι με την στάμπα hello kitty. Με μια επιδέξια κίνηση απελευθέρωσε το πλούσιο στήθος από τα δεσμά του σουτιέν κι έσκυψε να πάρει το νέο λαχανί χρώματος δεσμωτήριο της καθαρά πρωτόγονης δύναμης που εκπροσωπούσαν τα δίδυμα ατίθασα άλογα.

Ξαφνικά ένιωσε ενα χέρι να την αρπάζει με δύναμη απο το σβέρκο και να της κολλάει το πρόσωπο πάνω στον καθρέφτη, και ενα σώμα να κολλάει με μια απότομη κίνηση πάνω της. Άφησε μια κραυγή. Το χέρι την άφησε απο το σβέρκο και έκλεισε το στόμα της, ενω μια αντρική φωνή της ψυθίριζε σιγά στο αυτί:

– «Μήν τολμήσεις να κουνηθείς. Θα σε σκοτώσω».

Τα γόνατα του άγνωστου άνοιξαν τα πόδια της με μια επιδέξα κίνηση. Το κορμί του την κρατούσε στριμωγμένη επάνω στην επιφάνεια του καθρέφτη, ενω το ελεύθερο χέρι του πασπάτευε το κορμί της, σκίζοντας με βίαιες, αποφασιστικές κινήσεις τα ρούχα της, όπου τα συναντούσε. Χούφτωσε το δεξί στήθος της και το μάλαζε με την θαυμαστή λεπτότητα και επιδεξιότητα λιμενεργάτη του ΠΑΜΕ, ενω τα δάχτυλά του τσιμπούσαν κατα διαστήματα την ρώγα της, στέλνοντας κύματα πόνου και ηδονής που τράνταζαν συθέμελα το κορμί της.

Άκουσε την ίδια της την ανάσα να αλλάζει ρυθμό, καθώς ο άγνωστος χάιδευε με το ελεύθερο χέρι του ολόκληρο το κορμί της. Κάθε κίνηση της στην προσπάθεια της να ελευθερωθεί, την έκανε να τρίβεται ακόμα περισσότερο πάνω στο σώμα του αγνώστου και έκανε την ηδονή της ακόμα μεγαλύτερη. Ένιωσε το χέρι του ανάμεσα στα σκέλια της. Μέσα σε λίγη ώρα τα δάχτυλα του είχαν μουσκέψει απο τους χυμούς της, και άφησε μια ψιλή, απότομη κραυγή καθώς τον ένιωθε να παίζει επιδέξια και ρυθμικα με τα χείλη και την σαν ρώγα άγουρου βατόμουρου κλείτορίδα της.

Χαλάρωσε το κορμί της και παραδόθηκε ολόκληρη στη θέληση του. Τώρα πια δεν προσπαθούσε να ξεφύγει, και οι απότομες κινήσεις της είχαν μόνο ένα σκοπό – να τον κάνουν να την περιορίσει περισσότερο. Δάγκωσε απαλά το δάχτυλο του, δείγμα οτι είχε ακόμη κάποιον ελάχιστο έλεγχο πάνω του, και ένιωσε τα δάχτυλα του να πιέζουν αργά αλλα σταθερά τρίβοντας περιμετρικά την είσοδο της πίσω σπηλιάς της ηδονής της.

Στην αρχή νόμισε πως ήταν το δάχτυλο που μπήκε πιο βαθιά. Ύστερα βεβαιώθηκε. Τον άφησε να την ψαχουλεύει για κανένα δίλεπτο, και ύστερα άφησε ενα μουγκανητό με ελαφρύ ερωτηματικό τόνο. Το χέρι του μετακινήθηκε απο το στόμα της ελευθερώνοντας την.

– ”Τα κλειδιά σου ψάχνεις εκει μέσα;”, τον ρώτησε.

– ”Απλά προσπαθώ να το κάνω πιο εύκολο”, απάντησε αυτός τραβώντας το δάχτυλο του.

– ”Βιάσου”, του αποκρίθηκε, καθώς θυμήθηκε κάτι. “Εχω ραντεβού με τον οδοντίατρο στις πέντε”.

– ”Εντάξει, αλλα κατέβα λίγο πιο χαμηλά, γιατι δε με βολεύει το ύψος”

Λύγισε ελαφρά τα γόνατα της και τον ένιωσε επιτέλους να μπαίνει βαθιά μέσα της. Ο πόνος την κυρίευσε με αστραπιαία ταχύτητα. Ένιωσε τα σωθικά της να σκίζονται, και ξάφνικα ο πόνος σταμάτησε και αντικαταστάθηκε απο μια βαθιά, γλυκιά ηδονή. Τον άκουσε να αφήνει ενα ελαφρύ βογγητό, και ξάφνικά σταμάτησε να κινείται.

– ”Τι έπαθες;”, τον ρώτησε.

– ”Σκάσε”, της απάντησε. “Νομίζεις οτι μόνο εσένα πονάει;”

Τελικά φαίνεται οτι άρχισε να τα καταφέρνει. Ύστερα απο λίγο ήταν επιτέλους όλοκληροςς μέσα της. Κουνιόταν με επιδεξιότητα χορευτή του μπαλέτου. Οι κινήσεις του όμως ήταν βίαιες, σαν ξυλοκόπου. Σαν του αρπακτικού που θέλει να τσακίσει το λαιμό του θηράματος. Το πρωτόγνωρο αίσθημα, σε συνδιασμό με τη δυνατή λαβή στο λαιμό της, την έκαναν να σκέφτεται τα 30 ευρώ που πλήρωσε στο κομμωτήριο σήμερα το πρωί για να πάνε στράφι τοσο άδοξα. Προσπάθησε να αφεθεί στο ρυθμό του, αλλα δυσκολέυοταν ετσι πως στέκοταν όρθια με τα ποδια μισολυγισμένα.

Διορθώσε τη στάση της ανοίγοντας τα πόδια της, και σκόνταψε στο σκαμνάκι του δοκιμαστηρίου αφήνοντας μια κραυγή. Ευτυχώς ο άγνωστος την κράτησε για να μην σμπαραλιαστεί στο πάτωμα. Σταμάτησε να παριστάνει την τρόμπα ποδηλάτου μεσα τον κώλο της και τον ένιωσε να κουνιέται δεξιά-αριστερά προσπαθώντας να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση. Τελικά τα κατάφερε. Αφέθηκε στο ρυθμό του. Το μυαλό της άδειασε. Το μόνο που άκουγε πια ήταν η αναπνοή του, ενώ ο ρυθμός των κινήσεων του άρχισε να μοιάζει με το ποδοβολητό χορευτών σεληνιασμένων που χορεύουν στο φεγαρρόφωτο σε κάποια αφρικανική Σαβάνα.

´Υστερα άκουσε και κάτι άλλο.

“Μπλιρμπλιρμπλιρμπλιρμπλιρμπλιρμπλιιιιιιιιιιιιιιρπ”

Προσπάθησε να το αγνοήσει.

“Μπλιρμπλιρμπλιρμπλιρμπλιρμπλιρμπλιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιρπ”

– ”Θα το κάνεις να σταματήσει;”, του είπε εκνευρισμένα.

Ένιωσε το χέρι του να τραβιέται απο το σβέρκο της και να ψάχνει στην τσέπη του. Ύστερα απο λίγο άκουσε ξανά τη φωνή του.

– “Έλα!”

– “Σε λίγο!”, του φώναξε με κομμένη την ανάσα, καθώς ένιωθε κύματα οργασμού να πλησιάζουν, έτοιμα να πλημμυρίσουν το κορμί της, πνίγοντας την στην άβυσσο της ηδονής.

– “Δε μιλάω σε σένα, μωρη!”.

Το βούλωσε. Ένιωσε το χέρι του, που συνέχισε να παίζει με την κλειτορίδα της, να χαλαρώνει και να χάνει το ρυθμό του. Προφανώς του ήταν δύσκολο να την βιάσει μεθοδικά και αποτελεσματικά την ώρα που μιλούσε στο τηλέφωνο. Ξανάκουσε τη φωνη του.

– “ΝΑΙ, μάνα, θ´αργήσω, σου το είπα και το πρωί. Οχι, να μη με περιμένεις. Ναι, εντάξει, οι λαχανοντολμάδες στο φούρνο, το ξέρω, πάντα εκεί τους βάζεις. ΟΧΙ ρε μάνα, δεν πήρα μπουφάν, Ιούνιο μήνα! Σε κλέινω. Τι γιατί, εχω δουλεία. Ναι, εντάξει, θα σου φέρω τυρί. Ναι, ξέρω ποιο παίρνεις. Aσε με τώρα”.

Τον ένιωσε να ξαναβάζει το τηλέφωνο στην τσέπη του. Είχαν ξεκαυλώσει πλέον και οι δύο, τον ένιωθε χαλαρό, να παραμένει με δυσκολία ακόμα μέσα της, και το χέρι του που συνέχιζε να πασπατεύει άτσαλα την κλειτορίδα της, της προκαλούσε απλά ενα ενοχλήτικο γαργαλητό. Προσπάθησε να σφιχτέι γύρω του μήπως και κατάφερνε να βελτιώσει την κατάσταση.

Τζίφος.

Και είχε να πάει και στον οδοντίατρο. Τρίτη φορά δε θα της άλλαζε τζάμπα το ραντεβού, με καμμιά δικαιολογία. Πόσο μάλλον μ´αυτήν.

– “Μήπως να δοκιμάζαμε κάποια άλλη φορά;”, του είπε.

– “Σου ορκίζομαι”, της αποκρίθηκε ο άγνωστος με την απόγνωση ζωγραφισμένη πεντακάθαρα στη φωνή του. “Πρώτη φορά μου συμβαίνει”.

Δοκίμασε άλλη μια φορά να τριφτεί δυνατά πάνω του, χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά τον ένιωσε να βγαίνει απο μέσα της αφήνοντας της μόνο ένα πόνο στο υπογάστριο και το μούδιασμα απο το πιάσιμο στα γόνατα. Έριξε μια ματιά γύρω της. Ο άγνωστος είχε κιόλας εξαφανιστέι.

Φόρεσε όπως όπως το παντελόνι της και κάθησε στο σκαμνάκι αποκαμωμένη. Το δαντέλωτό εσώρουχο που είχε μόλις αγοράσει κείτοταν στο πάτωμα, σκισμένο και πατημένο. Αλλα είκοσι ευρώ πεταμένα, σκέφτηκε, ενω έφτιαχνε τα μαλλιά της αφήνοντας μια βαθιά ανάσα απόγνωσης.

Τουλάχιστον όμως, αν έπαιρνε ταξί, μπορει και να μήν αργούσε στον οδοντίατρο.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s