Διακόσιες χιλιάδες λίρες.

Δε θυμάμαι καν πότε ήταν η πρώτη φορα που ο παππούς μου μου μίλησε για τις λίρες – πρέπει να ήμουν πολύ μικρός για να θυμάμαι. Θυμάμαι όμως καθαρά πότε ήταν η τελευταία του. Ηταν στο κρεββάτι του, λίγο πρίν πεθάνει, ύστερα απο κείνο το εγκεφαλικό που έπαθε οταν ξύπνησε ενα πρωί ανυποψίαστος, άνοιξε την τηλεόραση, και είδε πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη.

Γιατί ο παππούς, ενα πράγμα μόνο σιχαίνοταν στον κόσμο περισσότερο απο τους κουμμουνιστές – και αυτό ηταν ο Μητσοτάκης. «Αυτός ο αλήτης θα μας καταστρέψει όλους», ελεγε. «Είναι του Σατανά. Θα διαλύσει τον τόπο και στο τέλος θα φέρει τους κουμμουνιστές στην εξουσία. Και να μήν τους φέρει στην εξουσία, τον τόπο θα τον διαλύσει. Θα φροντίσω να πεθάνω πρίν το δώ αυτο».

Εγω βέβαια καθόλου δεν ήθελα να πεθάνει ο παππούς, και τρόμαζα κάθε φορά που έλεγε κάτι τέτοια, αλλα πρέπει τουλάχιστον να του παραδεχτώ, έστω και εκ των υστέρων, μια συνέπεια: το είπε και το έκανε. Αλλα πρίν πεθάνει, άδραξε την ευκαιρία μιας στιγμής που ο πατέρας μου και οι υπόλοιποι συγγενείς έλειπαν, με φώναξε κοντά του, και η λάμψη στα μάτια του ξαναζωντάνεψε καθώς μου περνούσε κρυφά στο χέρι ενα μισοσκουριασμένο κλειδάκι.

-«Εδω, γιέ μου. Εδω θα τα βρείς κλειδωμένα ολα», μου είπε και έσφιξε την παλάμη μου μέσα στην οποία είχε χώσει το κλειδί. Ο παππούς με αποκαλούσε πάντα γιο του, σε αντίθεση με τον πραγματικό του γιό, τον πατέρα μου, που τον αποκαλούσε συνήθως «ρε αλήτη». Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία – ο πατέρας μου δεν ήθελε με τίποτε να ακούει για τις ιστορίες «αυτού του φαντασιόπληκτου γέρου», όπως αποκαλούσε τον πατέρα του. Εγώ όμως τον λάτρευα τον παππού. Και τις ιστορίες του το ίδιο.

Τρείς μέρες αργότερα, ο παππούς αποχαιρέτησε ήσυχα για πάντα τον μάταιο τούτο κόσμο.

Εγω βέβαια, δεν είχα καμμία αμφιβολία για το τι θα άνοιγα με το κλειδί που μου έδωσε ο παππούς. Απο όλες τις ιστορίες που συνήθιζε να μου λέει, η αγαπημένη του ήταν εκείνη με τις λίρες. Ο Μαξ Μέρτεν, ανώτερος δικαστικός σύμβουλος της Γερμανικής Κομμαντατούρ κατά τη διάρκεια της κατοχής στη Θεσσαλονίκη, έλεγε η ιστορία, που είχε ταυτόχρονα και τη γενική εποπτεία της δίωξης του πολυάριθμου εβραικού πληθυσμού της περιοχής, είχε συγκεντρώσει μια αμύθητη περιουσία απο τις λίρες των εβραίων της πόλης – που άλλες φορές του τις έδιναν οι ίδιοι εν είδι δωροδοκίας για να γλυτώσουν τη ζωη τους, και άλλες φορές τις άρπαζε μόνος του πρίν στείλει τους δύστυχους εβραίους στα κρεματόρια του Άουσβιτς και του Μπίρκεναου.

Και παρότι μετά το τέλος του πολέμου η διαδρομή του Μέρτεν ήταν πολυτάραχη και μυστηριώδης, με πολλές πολιτικές προεκτάσεις τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ελλάδα, καμμία έρευνα και κανένας χρυσοθήρας δεν κατάφερε ποτέ να αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό του που είχε κρύψει ο πανούργος Μερτεν τις λίρες. Οι φήμες οργίαζαν, κάποιοι έλεγαν οτι τις φόρτωσε σε ενα καράβι που βούλιαξε, και η επιστροφή του στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 50, που τελικά οδήγησε στην σύλληψη του, ήταν μέρος μιας κρυφής επιχείρησης προκειμένου να τις ανακτήσει. Κάποιοι άλλοι έλεγαν οτι τις είχε θάψει σε κάποιο ορεινό σημείο στην Χαλκιδική.

Στίς δεκαετίες που ακολούθησαν, πολλοί έψαξαν να βρούν τις λίρες. Επιστρατεύτηκαν επιστημονικά μέσα και ανιχνευτές μετάλλων, επιστρατεύτηκαν μαγγανείες, χαρτορίχτες και υδρομάντες, δίχως αποτέλεσμα. Κάποιος μάλιστα κατάφερε να εξασφαλίσει λεπτομερέις γεωμαγνητικές αναλύσεις των περιοχών που φέροταν ως κρυψώνες, μεσω επαφών με κάτι περίεργες εταιρίες που έλεγχαν ανιχνευτικούς δορυφόρους – πάλι δίχως αποτέλεσμα. Οι λίρες φαινόντουσαν αποφασισμένες να μείνουν εξαφανισμένες για πάντα.

Η τουλάχιστον, σχεδόν για πάντα. Γιατί ο παππούς μου υποστήριζε οτι ήξερε πράγματα που δεν ήξεραν οι υπόλοιποι, πράγματα που του είχαν πεί οι συνεργάτες των Γερμανών. Οτι οι λίρες υπήρχαν όντως – τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες λίρες, μπορεί και περισσότερες, και οτι ο Μέρτεν λίγο πρίν την άτακτη αποχώρηση του απο την Ελλάδα, είχε επιστρατεύσει κρυφά ενα τάγμα μηχανικού για να σκάψει μια πολύ καλή κρυψώνα στο βουνό της Θεσσαλονίκης, τον Χορτιάτη. Και μόνο ο παππούς μου, μετά απο τόσα χρόνια, είχε στην κατοχή του τον χάρτη που έδειχνε το σημέιο της εισόδου της κρυμμένης σπηλιάς.

-«Και γιατί, παππού, δεν πήγες να τις πάρεις εσύ τις λίρες;», τον είχα ρωτήσει μια απο τις αμέτρητες φορές που μου διηγήθηκε την ιστορία.

-«Πως να παω, γιε μου; Μ’αυτό το πόδι;», μου είχε απαντήσει τότε ο παππούς. Το πόδι του, έλεγε, οτι του το είχαν στραμπουλήξει οι κομμουνιστές στο βουνό, τότε στον εμφύλιο, όταν, κύνηγώντας τους μαζί με τον Γρίβα, είχαν πέσει αναπάντεχα σε μια ενέδρα – άλλη μια απο τις αγαπημένες του ιστορίες.

-«Δε σε πιστεύω, παππού», του είχα πει πάνω σε μια κρίση δυσπιστίας. «Οι κουμμουνιστές έσφαζαν κόσμο, δε στραμπούληγαν πόδια.»

-«Οι σοβαροί κουμμουνιστές, ναι, έσφαζαν κόσμο», απάντησε ο παππούς. «Εκείνοι όμως πάνω στους οποίους πέσαμε εμείς, ήταν κάτι σάπιοι ρεβιζιονιστές, κάτι οπαδοί του Αλτουσέρ και του Γκράμσι, ολο λόγια κι υποσχέσεις. Ούτε κότα δεν είχαν σφάξει στη ζωή τους».

Μετά το θάνατο του παππού, έβαλα σιγά σιγά σε λειτουργία το μεγάλο σχέδιο. Θα έβρισκα τις λίρες, ο κόσμος να χαλάσει. Ηταν ενα σχέδιο παράτολμο, δύσκολο, και επικίνδυνο. Πάνω απο τρία χρόνια μου πήρε μόνο για να κάνω την αρχική έρευνα και επιβεβαίωση των στοιχείων που υπήρχαν στο κλειδωμένο σεντούκι που ξεκλείδωνε με το κλειδί του παππού. Ολα έπρεπε να γίνουν με άκρα μυστικότητα.

Τις μέρες τις περνούσα στις βιβλιοθήκες προσπαθώντας να διασταυρώσω στοιχέια, και τα βράδια τριγύριζα στο βουνό, οχι πολύ μακριά απο το μέρος που υποδείκνυαν οι χάρτες, άλλα ούτε και πολύ κοντά για να μην με μυριστούν οι κάτοικοι του χωριού. Σύμφωνα με τις περιγραφές, η υπόγεια σπηλιά συνδέοταν με την εξωτερική της είσοδο με ενα λαγούμι, το οποιο κατέληγε σε ενα κρυφό υπόγειο μιας στάνης για πρόβατα, που είχε γκρεμιστεί εδω και δεκαετίες.

Στη θέση της, σε μια πλαγιά του Χορτιάτη, προς την έξοδο του χωριού, τώρα βρίσκοταν ενα μικρό σπιτάκι στο οποίο κατοικούσε ενα ζευγάρι παράξενων μαζί με δυο γάτες. Έψαξα και τους βρήκα στο internet, και έπιασα φιλίες μαζί τους με μια ασήμαντη πρόφαση. Το ζευγάρι παράξενων ηταν συμπαθητικό, αλλά δεν βιαζόμουν – ολα έπρεπε να γίνουν προσεκτικά για να μην με υποπτευθούν. Ύστερα απο δυόμισι χρόνια, υπολόγισα οτι είχα αποκτήσει αρκετή οικειότητα μαζί τους ωστέ να περάσω στο επόμενο βήμα χωρίς να κινήσω υποψίες.

Κάτι η οικονομική κρίση, κάτι η άνοδος των τιμών της γατοτροφής, κάτι ενα δάνειο που τους είχα συμβουλέψει επίτηδες να πάρουν, και όταν τελικά τους ζήτησα να αγοράσω το σπίτι, πηδούσαν απο τη χαρά τους. Η τιμή που μου ζήτησαν, βέβαια, ηταν τραγικά υψηλή για τα δεδομένα της εποχής. Οχι οτι με πείραζε ιδιαίτερα, ειδικά οταν σκεφτόμουν την αξίας του θησαυρού που κοιμόταν στο υπέδαφος, ούτε τριακόσια μέτρα μακριά απο το σπίτι, αλλά εγω τους έκανα τα αναμενόμενα παζάρια για να μην αντιληφθούν πόσο και γιατί πραγματικά ήθελα εκείνη την αγορά.

Την επόμενη κιόλας εβδομάδα απο τη μέρα που υπογράφτηκε το συμβόλαιο, είχα χτίσει ενα ψηλό φράχτη γύρω απο το σπίτι, για να προφυλαχθώ απο περίεργα βλέμματα – δεν έπρεπε ποτέ να ξεχνάω οτι βρισκόμουν σε χωριό, και στα χωριά οι κάτοικοι ειναι περίεργοι και κουτσομπόληδες, ειδικά αν είσαι ο καινούριος τους γείτονας και οχι κάποιος ντόπιος. Ξεφούρνισα στους γείτονες κάτι παραμύθια οτι δήθεν θα έκανα μετατροπές στο σπίτι με βάση τις αρχές της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής για να δικαιολογήσω τις εργασίες, λάδωσα κι εναν τύπο στην πολεοδομία να μου βγάλει μια μούφα άδεια για μετατροπές στο σπίτι, και ξεκίνησα το σκάψιμο.

Ο πρώτος μήνας ηταν αρκετά δύσκολος. Έπρεπε να σπάσω το πάτωμα με κομπρεσέρ για να φτάσω στη θεμελίωση του κτιρίου. Δούλευα τη μέρα και κοιμόμουν τη νύχτα, για να μην κινήσω τις υποψίες των γειτόνων με το θόρυβο. Τα καροτσάκια που γέμιζα με μπάζα, τα φόρτωνα σε ενα φορτηγάκι και τα πετούσα σε μια μάντρα έξω απο το χωριό. Αφου δημιουργήθηκε ενα αρκετά ευρύχωρο άνοιγμα στην πλάκα, έπρεπε να καθαρίσω την θεμελίωση απο το χώμα – ποτε δεν είχα υποψιαστεί πόσο χώμα χωράει ενας μέσος υπόγειος χώρος. Έσκαβα, έσπαγα και φτυάριζα οχτώ με δέκα ώρες τη μέρα.

Ωστόσο τίποτε δε με σταματούσε, και το βράδυ που έπεφτα για να κοιμηθώ, ονειρευόμουν τον θήσαυρό που με περίμενε. Το ένιωθα οτι με περίμενε, τα πάντα γύρω μου σαν να πάλλοταν ανεπαίσθητα σαν απο τις κραυγές του θησαυρού που είχε καταλάβει οτι κάποιος τον ψάχνει και προσπαθεί να τον φωνάξει κοντά του.

Γύρω στα μέσα του δεύτερου μήνα, βρήκα επιτέλους την είσοδο του λαγουμιού που οδηγούσε στην υπόγεια κρύπτη. Παραλίγο να το χάσω, είναι η αλήθεια. Τα τοιχώματα του υπογείου της στάνης βρίσκοταν ακόμα γύρω απο τις θεμελιώσεις του κτιρίου, και έπρεπε να τα αφαιρώ προσεκτικά και να σκάβω το χώμα πίσω τους ψάχνοντας. Κατάλαβα οτι πλησιάζω οταν πίσω απο μια γωνία άρχισε να εμφανίζεται χώμα διαφορετικού είδους απο αυτό που είχα σκάψει εδω και ενάμιση μήνα.

Ήταν βράδυ όταν το ανακάλυψα, και αποφάσισα οτι εκείνη τη νύχτα δε θα κοιμόμουν. Εσκάβα, έσκαβα και ξανα έσκαβα το χώμα, όταν ξαφνικά η αξίνα που χρησιμοποιούσα για τα δυσκολότερα κομμάτια χώματος χώθηκε στο χώμα μέχρι τη λαβή. Ένα απότομο τράβηγμα καθάρισε το χώμα που είχε απομείνει τριγύρω, και αποκάλυψε την είσοδο του λαγουμιού.

Το λαγούμι είχε ύψος γύρω στο ενάμισι μέτρο, πλάτος ενα μέτρο, και έδειχνε να εκτείνεται προς τα κάτω στο μαύρο σκοτάδι. Είχα προνοήσει να πάρω μάσκα οξυγόνου και φιάλες, για την περίπτωση που το λαγούμι ήταν πολύ βαθύ για να εξαερίζεται σωστά, αλλα οι Γερμανοί μηχανικοί είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους. Στα τοιχώματα του λαγουμιού υπήρχαν κατα διαστήματα μεταλλικες υποστυλώσεις – σκουριασμένες απο τις δεκαετίες που πέρασαν, αλλα αρκετά γερές για να το συγκρατούν ακόμα στη θέση του, και ο αέρας είχε τη μυρωδιά υγρασίας και μούχλας.

Χώθηκα στο λαγούμι και προχωρούσα στα τέσσερα. Ήταν αρκετα ευρύχωρο, αλλα όχι αρκετά για να περπατά κάποιος όρθιος. Προχωρούσα προσεκτικά. Ξόδεψα τόσα χρόνια για να φτάσω μέχρι εδώ, δεν θα θαβόμουν κάτω απο το έδαφος τώρα, που σχεδόν τα είχα καταφέρει. Μου πήρε περίπου μια ώρα για να φτάσω στο τέλος του λαγουμιού, που το έφραζε μια βαριά σκουριασμένη μεταλλική πόρτα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελλή. Κόλλησα το αυτί μου στη σκουριασμένη πόρτα και σχεδόν άκουσα τις λίρες να με φωνάζουν. «Εδώ είμαστε! Ελευθέρωσε μας και θα γίνουμε για πάντα δικές σου».

Η πόρτα βέβαια δεν άνοιγε με τίποτα, και χρειάστηκε να την κόψω με πυρσό ασετυλίνης, πράγμα που ήταν απίστευτα δύσκολο στο σημείο που βρίσκοταν. Μου πήρε άλλες τρείς μέρες αργής, βασανιστικής δουλειάς με τον πυρσό, με συχνά διαλείμματα στο κόψιμο και αμέτρητες διαδρομές απο το ενα άκρο του λαγουμιού στο άλλο για να συνέλθω απο τις αναθυμιάσεις.

Τελικά όμως τα κατάφερα. Η πόρτα στέκοταν πλέον μόνο στους μεντεσέδες της, οι οποίοι είχαν κοπέι κι αυτοί σχεδόν τελείως. Ξάπλωσα στο πάτωμα και έδωσα μια δυνατή κλωτσιά στην πόρτα και με τα δυο μου πόδια, βάζοντας όλη μου τη δύναμη.

Η πόρτα έμεινε στη θέση της.

Δοκίμασα ξανά και ξανά, και με την τρίτη προσπάθεια η πόρτα υποχώρησε και έπεσε στο πάτωμα με ενα κρότο που έκανε τα αφτιά μου να βουίζουν για τις επόμενες τρείς μέρες. Σύρθηκα πρός την πόρτα και φώτισα με τον φακό μου. Πίσω της υπήρχε μια σκάλα που οδηγούσε σε ενα μεγαλύτερο χώρο. Τήν κατέβηκα και επιτέλους κατάφερα να σταθώ όρθιος ενω ένιωθα κάθε κόκκαλο του σώματος μου να τρέμει κάτω απο το ίδιο μου το βάρος, απο τον πόνο, την κούραση και την προσπάθεια.

Ηταν ενα μεγάλο δωμάτιο, περίπου δέκα επι δέκα μέτρα, και τουλάχιστον δύο μέτρα ψηλό. Οι τοίχοι ήταν φτιαγμένοι απο λαξευμένη πέτρα – ενας θεός ξέρει πως κουβάλησαν τόση λαξευμένη πέτρα μέχρι εδω οι Γερμανοί μηχανικοί. Υποστυλώματα στήριζαν την οροφή εδω κι εκει. Και παντού τριγύρω, κιβώτια. Αμέτρητα κιβώτια, ξύλινα, τακτικά τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο, όλα με το σήμα του αγκυλωτού σταυρού.

Πλησίασα το κοντινότερο κιβώτιο και έσυρα τα δάχτυλα μου επάνω του, σχεδόν χαιδέυοντας το. Σχεδόν δεν ήθελα να το ανοίξω. Δέκα χρόνια προσμονής και προσπάθειας επιτέλους έφταναν στο τέλος τους. Πήρα μια βαθιά ανάσα, έκλεισα τα μάτια, και σήκωσα το καπάκι του κιβωτίου.

Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, ένιωσα το αίμα να φεύγει απο το κεφάλι μου. Ζαλίστηκα, και κρατήθηκα απο το κιβώτιο για να μην πέσω. Σχεδόν αμέσως κατάλαβα τι είχε συμβεί – είχα διαβάσει τα σχετικά κείμενα στην έρευνα μου, αλλα δέν είχα δώσει την πρέπουσα σημασία.

Πρώτον, δεν ήταν σε καμμία περίπτωση διακόσιες χιλιάδες. Ηταν περίπου δύο χιλιάδες, με ένα πρόχειρο υπολογισμό του αριθμού των κιβωτίων και του μεγέθους των περιεχομένων τους.

Και το κυριότερο, δεν ήταν λίρες.

Ηταν λύρες.

Λύρες κρητικές, λύρες πολίτικες, λύρες τουρκικές, λαγούτα, αχλαδόσχημες λύρες, λύρες απο την Καλαβρία της Ιταλίας, Ιρλανδικοι κεμεντζέδες, λύρες απο τα Δωδεκάνησα, απο την Κύπρο – αμέτρητες λύρες, οι περισσότερες με το δοξάρι τους, μερικές όχι, άλλες φαγωμένες και σκεβρωμένες απο τον καιρό και την υγρασία – και ίσως και απο τη ραδιενέργεια των πυρηνικών όπλων που οι φήμες λένε οτι έχουν κρυμμένα στον Χορτιάτη οι Αμερικάνοι, κάτω απο τη βάση του ΝΑΤΟικού ραντάρ.

Αλλες ήταν σχεδον άθικτες. Έπιασα μια και χάιδεψα απαλά τις χορδές της, που άφησαν ενα απαλό ήχο. Ενα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο μου, και τα χείλη μου σχημάτισαν ενα πικρό χαμόγελο, καθώς σκέφτηκα τον Μέρτεν να αγγίζει το, ιδιο γλυκά, την ίδια αυτή λύρα, πρίν απο σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Κατά βάθος το ήξερα – η μήπως όχι;

Γιατί ο Μαξ Μέρτεν, ο φοβερός και τρομερός ανώτερος δικαστικός σύμβουλος της Γερμανικής Κομμαντατούρ, στο άκουσμα του ονόματος του οποίου έτρεμαν οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης, ηταν μουσικόφιλος. Αλλα σε αντίθεση με τα περισσότερα μέλη του ναζιστικού κόμματος, δεν περιορίζοταν στόν Wagner. Είχε μελετήσει βαθιά και εκτενώς την ιστορία της βυζαντινής και ανατολικής μουσικής, και είχε μια εκτενέστατη συλλογή παραδοσιακών μουσικών οργάνων.

Αλλά απο όλα τα όργανα, το αγαπημένο του ήταν η λύρα. Όπως ανακάλυψα αργότερα, είχε εκδώσει μάλιστα μια διαταγή, βάσει της οποίας οποιοδήποτε είδος λύρας βρίσκοταν στα σπίτια των δύστυχων εβραίων που εκτοπίζοταν, έπρεπε να αποστέλλεται προσωπικά στον ίδιο. Έτσι, στο τέλος του πολέμου, κατάφερε να συγκεντρώσει όλες τις λύρες των εβραίων της βαλκανικής χερσόνησου. Ήταν ο προσωπικός του θήσαυρος, και τον έκρυψε εδώ, στον Χορτιάτη στο τέλος του πολέμου, με την ελπίδα μια μέρα να γυρίσει και να τον πάρει πίσω, κάτι που εντέλει δεν κατάφερε ποτε.

Την αγάπη του για τις λύρες ο Μέρτεν δεν την κρατούσε κρυφή, πράγμα που συντέλεσε στο να διαδοθεί η ιστορία με τις κρυμμένες λύρες, που απο στόμα σε στόμα και απο αφήγητη σε αφήγητη, έγιναν λίρες. Ταυτόχρονα αυξάνοταν και ο αριθμός τους: δύο χιλιάδες ήταν μικρός αριθμός για λίρες εκείνη την εποχή, και αποκλείεται ένας ολόκληρος θησαυρός αυτού του σπουδαίου Ναζι αξιωματούχου, για τον οποίο κυκλοφορούσαν τόσες φήμες, να αποτελούταν μόνο απο δυο χιλιάδες λίρες. Θα ήταν τουλάχιστον είκοσι χιλιάδες, η μήπως διακόσιες; – αριθμός εξαιρετικά πιστευτός για την περιουσία των εβραίων της πόλης εκείνη την εποχή.

Απο τις δύο χιλιάδες λύρες – δύο χιλιάδες τριακόσιες πενήντα έξι, για την ακρίβεια, ήταν σε καλή η επιδιορθώσιμη κατάσταση περίπου το ένα τρίτο. Αυτές τις πούλησα αμέσως – έγιναν ανάρπαστες στίς δημοπρασίες μουσικών οργάνων και έργων τέχνης όλων των μεγάλων ευρωπαικών πόλεων. Έβγαλα τα λεφτά που είχα δώσει για το σπίτι, και μου έμειναν και αρκετά για περίσσευμα. Οχι οσα θα μου έδιναν διακόσιες χιλιάδες χρυσές Βρεττανικές λίρες παλαιάς κοπής, αλλα πάντως αρκετά για να ζήσω απροβλημάτιστα την υπόλοιπη ζωη μου.

Αρκέτες λύρες τις έκανα δωρεά σε μουσεία, και μια συλλογή απο τους δέκα καλύτερους Ιρλανδικούς κεμεντζέδες τους χάρισα προσωπικά στον Ross Daly – και απ’οτι μαθαίνω, είναι οι αγαπημένοι του. Εαν τον δείτε σε κάποια συναυλία να παίζει με ιδιαίτερη αγάπη μια λύρα, ενδεχομένως να είναι μία απο τις δικές μου.

Οσο για τις λίρες του Μέρτεν, τις άλλες, εκείνες που γράφονται με γιώτα, πολλοί φίλοι και γνωστοί μου με ρωτάνε άν τις ψάχνω ακόμα. Εαν εχω την ελπίδα οτι υπάρχουν, η εαν πιστέυω οτι πρόκειται για ακόμα μια φήμη. Η αλήθεια είναι οτι δέν ξέρω. Μπορεί να σκέφτομαι τα βράδια την πιθανότητα ενος ακόμα θησαυρού, μπορεί να ψάχνω φρενιασμένος στο Ίντερνετ για σχετικές πληροφορίες – συνήθειες τόσων ετών έρευνας δεν κόβονται εύκολα – μπορεί να λέω στόν κόσμο πως ό,τι υπήρχε να βρεθεί βρέθηκε.

Αλλα βαθιά μέσα μου ξέρω οτι κάπου, κάπως, εκείνες οι λίρες υπάρχουν. Και δεν περιμένουν κανέναν να τις βρεί. Βρίσκονται θαμμένες για πάντα, προστατευμένες απο ποιός ξέρει ποιο Καμπαλιστικό ξόρκι και ποιά μοίρα και προσευχή, και το ξέρω οτι οι ίδιες προτιμούν να μήν βρεθούν ποτέ, παρα μόνο να αναπαύονται αιώνια, ζώντας στή μνήμη, στο μυαλό, στήν φαντασία και στις ιστορίες των ανθρώπων που τις έχασαν, των ανθρώπων που τις λάτρεψαν.

Και των ανθρώπων οι οποίοι σ´αυτές, ακόμη και ως ανεκπλήρωτο όνειςο, θα βλέπουν ενα σκοπό στη ζωη τους, μια ελπίδα για να ζήσουν ακόμα μια μέρα, έστω και αν δεν θα αξιωθούν να τις αγγίξουν ποτέ. Όπως ο παππούς μου.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s