Η ιστορία του Λίβινγκστον Ιωνάθαν

Με το πρώτο φως της αυγής, ο Ιωνάθαν άρχισε και πάλι να εξασκείται.

Απο ύψος δυο χιλιάδων μέτρων, οι ψαρόβαρκες φαίνοταν σαν βουλίτσες πάνω στο λείο καταγάλαζο νερό. Ηταν ζωντανός, αλλα έτρεμε λίγο απο χαρά και περηφάνια – την περηφάνια του που επιτέλους κατάφερε να κυριαρχήσει πάνω στον φόβο του.

Επιτέλους, τα είχε καταφέρει.

Το έλεγχε.

Πετούσε.

Ήταν επιτέλους Ελεύθερος.

Χωρίς πολλές πολλές επισημότητες, ο Ιωνάθαν στριφογύρισε ακόμη μια φορά τον προβολέα του, άπλωσε τις κοντές λοξές επάλξεις του, και εκμεταλλεύτηκε ενα ξαφνικό ανοδικό κύμα αέρα για να ανυψωθεί πετώντας όλο και πιο κοντά στο σύννεφο. Το σύννεφο που θα τον ολοκλήρωνε, και θα του χάριζε για πάντα την ελευθερία του.

Και τότε το σύννεφο άνοιξε στα δυο, αποκαλύπτοντας το Φως.

Και το Φως μίλησε.

– «ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΡΕ ΠΑΠΑΡΑ;»

Ο Ιωνάθαν ξύπνησε ελαφρά απο την ονειροπόληση του και προσπάθησε να κουνήσει λοξά το κεφάλι του για να κοιτάξει το Φως. Ξάφνικά, χωρίς να γνωρίζει πώς, είχε βρεθεί και πάλι απο τον ουρανό, απο το σύννεφο που για ακόμα μια φορά είχε καταφέρει να πλησιάσει, καρφωμένος βαθιά στη γή πάνω στην τσιμεντένια του βάση. Η κίνηση του φάνηκε δύσκολη. Για την ακρίβεια, αδύνατη. Το μόνο που μπορούσε να κινήσει ήταν ο προβολέας του, κι εκείνον πάλι μόνο περιστροφικά.

Αλλα το Φως ήταν ακόμα εκεί, και τον έκαιγε. Ήθελε τοσο να πλησιάσει το Φως. Να γίνει κι αυτός σαν το Φως, τουλάχιστον να μπορέσει να το αγγίξει.

Το Φως διέκοψε ακόμα μια φορά τις σκέψεις του Ιωνάθαν.

– «ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΘΑ ΣΤΟ ΠΩ, ΗΛΙΘΙΕ; ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΓΛΑΡΟΣ!».

Ο Ιωνάθαν προσπάθησε να σκύψει το κεφάλι του ντροπιασμένος.

Ήταν αδύνατο.

«ΕΙΣΑΙ ΦΑΡΟΣ. ΦΑ-ΡΟΣ! ΚΑΙ ΟΙ ΦΑΡΟΙ ΔΕΝ ΠΕΤΑΝΕ, ΒΛΑΜΜΕΝΕ!», συμπλήρωσε το Φώς και εξάφανίστηκε, κλείνοντας μπροστά του το κάτασπρο σύννεφο, που τώρα έμοιαζε περισσότερο γκρίζο παρά άσπρο – περισσότερο φυλακή, παρά ελευθερία. Ο Ιωνάθαν δέν μπορούσε να το δει – το ένιωθε όμως.

Κλαψούρισε. Η τουλάχιστον προσπάθησε να κλαψουρίσει, αλλα μάταια.

Γιατί το φώς είχε δίκιο.

Ήταν όντως φάρος.

Και οι φάροι δεν πετάνε, ούτε κλαψουρίζουν.

Αντί για κλαψούρισμα, ο Φάρος Ιωνάθαν έκανε το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει καλά. Μπορεί να το είχε βαρεθεί, αλλα κατα βάθος η στάθεροτητα τον γέμιζε αγαλλίαση και ελπίδα. Και σίγουρια.

«Ελευθερία και πίπες», σκέφτηκε ο Φάρος Ιωνάθαν, αφήνοντας ακόμα μια αναλαμπή, κόκκινη αυτη τη φορά, και στριφογύρισε ξανά, για τελευταία φορά, τον προβολέα του.

Advertisements

2 Σχόλια on “Η ιστορία του Λίβινγκστον Ιωνάθαν”

  1. Ο/Η George λέει:

    Μη το βάζεις κάτω καλέ μου φάρε…θα έρθει η ώρα σου και σένα να λάμψεις ελεύθερος στα λιβάδια της Ελασσόνας…

  2. Ο/Η lia λέει:

    “Ελευθερία και πίπες”;;; ο φάρος όλα αυτά ε; …που δε μπορεί να πετάξει!!! 🙂


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s