Ομάδα Αυτοβοήθειας

Το χαρτάκι εγραφέ απλώς «901». Ο φίλος που μου το είχε δώσει, το είχε πει ξεκάθαρα : «Μη γράψεις τη διεύθυνση. Καλύτερα να τη θυμάσαι απέξω. Αυτοι οι άνθρωποι δίνουν μεγάλη σημασία στην διακριτικότητα, όπως καταλαβαίνεις».

Μου φάνηκε λογικό. Πλησίασα αργά το μεγάλο γκριζο κτιριο. Βρίσκοταν λιγο εξω απο το κέντρο της πόλης, απέναντι απο μια πλατεία φυτεμένη με κατι κακοπαθημένα αθλιόφυτα, και καταλάμβανε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο. Διέσχισα την είσοδο. Το ισόγειο εσωτερικά φαινόταν ασφυκτικά μικρο. Προχώρησα στο φουαγιέ και μπήκα μέσα σε ενα απο τα ανοιχτά ασανσέρ.

Έψαξα για τον ένατο όροφο. Δεν υπήρχε. Τα κουμπιά του ασανσέρ σταματούσαν στο εξι. Σωστό μου φάνηκε, μια και το κτίριο δε φαινόταν και τοσο ψηλό απ’εξω. Αλλα τότε, που ήταν το εννιά; Βγήκα απο το ασανσέρ και πλησίασα τον συμπαθητικό ηλικιωμένο κύριo πίσω απ τη ρεσεψιόν.

«Ψαχνω το 901». Με κοίταξε αμίλητος. Για μια στιγμή ένιωσα αμηχανία. «901» ξαναείπα και του έδειξα το χαρτάκι. Το πήρε στα χέρια του, και το κοίταξε προσεκτικά. Ύστερα κοίταξε εμένα προσεκτικά. Απο πάνω μέχρι κάτω. Δυο φορές. Στο τέλος μαλλον αποφάσισε οτι του έκανα.

«Είστε για τους Ανώνυμους;», ρώτησε.

«Ναι», αποκρίθηκα. Ο λαιμός μου είχε στεγνώσει. Αγγιξα ασυναίσθητα το μεταλλικό παγούρι στην κωλότσεπη του τζήν μου, και μετα θυμήθηκα οτι το είχα αδειάσει στο νεροχύτη της κουζίνας. Σκέφτηκα οτι θα ήταν λιγάκι οξύμωρο να το κουβαλήσω μαζί μου γεμάτο εκεί που πήγαινα.

«Δεν σας εχω ξαναδεί», είπε ο ρεσεψιονίστας.

«Είναι η πρώτη μου φορα», απάντησα, ελαφρώς ντροπιασμένος. Ο υπάλληλος σαν κάπως λιγάκι να χαλάρωσε. Μου έδωσε πίσω το χαρτάκι, βγήκε απο τη ρεσεψιόν και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Ανεβήκα πίσω του τις σκάλες μέχρι τον πρώτο όροφο. Στρίψαμε σε ενα διάδρομο και μετά σε άλλον ένα. Μου έδειξε μια μπαλκονόπορτα.

Βγήκα απο τη μπαλκονόπορτα σε ενα λιλιπούτειο μπαλκονάκι. Κόιταξα γύρω μου. Στην απέναντι γωνία του μπαλκονιού υπήρχε μια δεύτερη μπαλκονόπορτα. Την άνοιξα και ξαναμπήκα στο κτίριο.

«Μυστήρια πράγματα», σκέφτηκα. Κοίταξα γύρω μου και κατάλαβα γιατί το εσωτερικό του κτιρίου μου φαινόταν τόσο μικρο. Φαίνεται οτι το κτίριο ήταν χωρισμένο στα δύο με εσωτερικούς τοίχους.

Προχώρησα στο διάδρομο και μπήκα σε ενα αλλο ασανσέρ που με περίμενε επίσης ανοιχτό. Τα κουμπιά είχαν νούμερα απο εφτά μέχρι δεκατρία. Πάτησα το δεκατρία απο περιέργεια. Το ασανσέρ έβγαλε ενα ήχο στεναχωρημένου τρομπονιού και δεν έκανε απολύτως τίποτα. Πάτησα το εννιά. Ακούστηκε ένα χαρούμενο γκλίνκ, οι πόρτες έκλεισαν και το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει.

Ο «ένατος» όροφος ήταν σαν οποιοσδήποτε άλλος οροφος ξενοδοχείου, αν και – με εξαίρεση την ύπαρξη ρεσεψιόν – πουθενά δεν είχα δει την οποιαδήποτε ένδειξη οτι το κτίριο ηταν όντως ξενοδοχείο. Έψαξα για το 901. Ήταν ακριβώς μπροστά μου. Χτύπησα το κουδούνι, ακούστηκε ενας βόμβος και η πόρτα άνοιξε.

Βρέθηκα σε ενα μικρό προθάλαμο. Πισω απο ενα μικρό γραφειάκι, μια κοπέλα με σπαστά ξανθά μαλλιά πληκτρολογούσε στον υπολογιστή της. Γύρισε και μου χαμογέλασε ανοίγοντας ενα συρτάρι στο γραφείο της.

«Δέν σας έχω ξαναδεί εδω». Η φωνή της ήταν εξίσου γλυκιά με την ίδια.

«Το ακούω συχνά αυτο τώρα τελευταία. Είναι η πρώτη μου επίσκεψη».

«Μάλιστα. Έχω εδω οτι χρειάζεστε». Εψαξε στο συρτάρι της και έβγαλε ένα πάκο χαρτιά. Μου έκανε με το χέρι της νόημα να καθήσω και μου έδωσε ενα στυλό.

«Οπως γνωρίζετε, οι συναντήσεις μας είναι ανώνυμες. Δε θα σας ρωτήσω το ονομά σας, αλλα πρέπει να διαλέξετε ενα όνομα. Ας μην είναι το πραγματικό σας». Διάλεξα ενα όνομα στην τύχη, και είδα οτι το έντυπο που μου έδωσε περιείχε κι άλλα προσωπικά στοιχεία.

«Πρέπει να τα συμπληρώσω;» τη ρωτησα.

«Τίποτα δεν πρέπει. Αλλα εσείς μόνος σας ήρθατε ως εδω, σωστά;»

Δε μπόρεσα παρά να συμφωνήσω, και συμπλήρωσα το υπόλοιπο έντυπο. Η κοπέλα το πήρε απο μπροστά μου, και διάβασε το όνομα που είχα γράψει, «Κρέγκ». Το αντέγραψε σε ενα χαρτάκι, το πέρασε σε μια πλαστικη κονκάρδα, και μου την έδωσε μαζι με ενα χοντρό πάκο χαρτιά.

«Θα πρέπει να υπογράψετε οτι συμφωνείτε με τους κανονισμούς λειτουργίας μας. Ειναι τυπικό, καταλαβαίνετε».

Φόρεσα την κονκάρδα, γύρισα το πάκο στην τελευταία σελίδα και υπέγραψα χωρίς να διαβάσω.

Της έδωσα το πάκο με τα χαρτιά πίσω. Για μια στιγμή έμεινε αμίλητη και μέτα με ρώτησε «Κ. Κρέγκ, είναι η πρώτη σας φορά, είπατε. Πόσα περίπου… ξέρετε…»

«Αρχισα με δύο τη μέρα. Μετά το φαγητό. Ύστερα έγιναν τρία, και μετα…»

Η κοπέλα γούρλωσε τα ματια. «Πωπω, είστε σοβαρή περίπτωση. Έπρεπε να έρθετε πιο νωρίς».

Δεν κατάλαβα γιατι τα δυο ποτά τη μέρα της φάνηκαν σοβαρή περίπτωση, αλλά δεν εφερα αντιρρήσεις. «Γι’αυτό ακριβώς είμαι εδω», της αποκρίθηκα.

Μου έδειξε την πόρτα στα αριστερά της. «Οι υπόλοιποι έχουν ήδη αρχίσει, μπορείτε να περάσετε». Ακούστηκε ακόμα ενας βόμβος και η πόρτα άνοιξε με ενα απαλο κλίκ.

Πέρασα σε μια ευρύχωρη αίθουσα. Απο τα παράθυρα μπορούσε κανείς να διακρίνει σχεδόν όλη την πόλη. Στό κέντρο της αίθουσας, εφτά καρέκλες σχημάτιζαν κύκλο. Πεντέμισι ζευγάρια μάτια γύρισαν και με κοίταξαν.

Ο ψηλός ξερακιανός άντρας που του ανήκε το μισο απο τα πεντέμισι ζευγάρια μάτια σηκώθηκε, χαμογέλασε, και μου πρότεινε την έβδομη, άδεια καρέκλα. «Φαίνεται οτι έχουμε μαζί μας εναν καινούριο». Το ύφος του ήταν ευχάριστο, παρά το κάλυπτρο που στερεώνοταν στο κεφάλι του με μια ταινία και σκέπαζε το δεξί μάτι που του έλειπε. Θύμιζε λίγο πειρατή. Η κονκάρδα στο πουκάμισο του έγραφε «Μπίλ».

Κάθησα στην καρέκλα και προσπάθησα να βολευτώ. Δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολο. Ο άντρας που πιθανότατα δέν τον έλεγαν Μπίλ ξανακάθησε στην καρέκλα του.

«Λοιπόν, Κρέγκ, υποθέτω οτι γνωρίζεις πάνω κατω τη διαδικασία. Είμαστε ομάδα αυτοβοήθειας. Εγώ είμαι ο Μπίλ. Να σου συστήσω, απο αριστερά προς τα δεξιά, την Κέλλυ, τον Σίντ, την Σάρα, την Μάρα, και τον Μπόμπ». Όλοι με χαιρέτησαν με ενα χαμόγελο, ενα νεύμα και ενα κούνημα του χεριού.

Έκανα το ίδιο και κοίταξα τις δύο κοπέλες. Ηταν μελαχροινές, λεπτές, με καστανά μάτια, τέλειο σοκολατί ηλιοκαμένο δέρμα και ίσια μακριά μαλλιά. Ολόιδιες. Έπιασαν το βλέμμα μου και ξεράθηκαν στα γέλια. «Είμαστε αδερφές», είπαν ταυτόχρονα. «Δίδυμες». Πάλι ταυτόχρονα. Ένα γέλιο απλώθηκε στην αίθουσα. Προφανώς το γνώριζαν όλοι οι παρευρισκόμενοι εκτός απο μένα, αλλα εξακολουθούσε να τους φαίνεται διασκεδαστικό.

«Ωραία», είπε ο Μπίλ. «Και τώρα που γνωριστήκαμε, ποιος θα αρχίσει σήμερα; Σίντ, θέλεις να πείς εσυ;»

Ο Σίντ σηκώθηκε απο την καρέκλα του. Μέτριο ύψος, γεροδεμένος, κοντοκουρεμένα μαλλιά, διαπεραστικό βλέμμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε:

«Μέ λένε Σίντ και είμαι καθαρός. Εχω να σκοτώσω άνθρωπο τρία χρόνια και δεκαεφτά εβδομάδες».

Πέντε ζευγάρια χέρια άρχισαν να χειροκροτούν δυνατά. «Μπράβο!» «Ζήτω!». Εγώ έμεινα να τους κοιτάζω με ανοιχτό στόμα. Η Κέλλυ, στα δεξιά μου, μια κοντή καλοσυνάτη ηλικιωμένη γυναίκα με ασημένια μαλλιά, έκανε προς το μέρος μου και με σκούντηξε ελαφρά. «Καταλαβάινω οτι είναι η πρώτη σου φορά, αλλα πρέπει να συμμετάσχεις. Ο άνθρωπος χρειάζεται ενθάρρυνση». Χειροκρότησα ξεψυχισμένα, ενώ κοίταζα με τρόμο όλους τους υπόλοιπους που συνέχιζαν τα «μπράβο» και τα «ζήτω» σαν να μη συνέβη τίποτα.

΄Οταν σίγησαν τα χειροκροτήματα, ο Μπίλ συνέχισε.

«Ήθελες όμως να το κάνεις, δεν ήθελες;»

«Οχι τοσο οσο παλιότερα. Την πέμπτη καθώς πήγαινα στο βιβλιοπωλείο είδα μια κοπέλα που μου άρεσε, και για μια στιγμή μου πέρασε απο το μυαλό πως θα ήταν… Άλλα έδιωξα αμέσως τη σκέψη απο το μυαλό μου. Συγκρατήθηκα. Πραγματικά συγκρατήθηκα».

«Το ξέρω Σίντ», είπε η Σάρα, «αλλα ξέρεις οτι δε φτάνει αυτο. Πρέπει να κάνεις περισσότερη προσπάθεια». Ο Σίντ πήρε ενα βλέμμα γεμάτο ντροπή και ξανακάθισε στην καρέκλα του.

«Αδελφοι μου», είπε ο Μπίλ. «Ας προσευχηθούμε όλοι και άς παρακαλέσουμε τη Χάρη Του Θεού να φωτίσει την ψυχη του παραστρατημένου Του αμνού, Σίντ, και να τον απομακρύνει απο τους πειρασμούς της αμφιβολίας». Έσκυψαν όλοι τα κεφάλια και άρχισαν να προσεύχονται σιπωπηλά. Ακολούθησα τις κινήσεις τους, λίγο απο ευγένεια λίγο απο φόβο, αλλα πραγματικά δεν ήξερα σε τι ακριβώς υποτίθεται πως έπρεπε να προσευχηθώ.

Μετα το τέλος της προσευχής, η Σάρα γύρισε προς το μέρος μου. «Κρέγκ, μια και είσαι καινούριος, θέλεις να μας πεις εσύ;»

Χρειάστηκε να επαναλάβει το «όνομα» μου. Οχι επειδή δεν την ειχα ακούσει, αλλα κυρίως επειδή είχα μείνει αυγο.

«Ελα, Κρέγκ, είναι εύκολο. Θα σου κάνει καλό, θα δείς», είπε ο Σίντ. «Ποιός θέλει να μας μιλήσει ο Κρέγκ;»

Εξι χέρια σηκώθηκαν στον αέρα. Εγώ ήμουν ακόμα αυγό.

«Ελα, αυγό, σήκω», είπε περιπαιχτικά η Μάρα. «Είμαστε όλοι μαζί σου. Κάποτε ήμασταν κι εμείς στη θέση σου, μην το ξεχνάς αυτο».

Σηκώθηκα με δυσκολία και στάθηκα στο κέντρο του κύκλου. Κοίταξα γύρω μου. Όλοι με περίμεναν να αρχίσω.

«Με λένε Κρέγκ και είμαι αλκοολικός», ψιθύρισα.

«Λίγο πιο δυνατά, Κρέγκ. Δε σε ακούει κανείς εδω, εκτος απο εμάς», είπε ο Μπίλ.

«Με λενε Κρέγκ και είμαι αλκοολικός», είπα λίγο πιο δυνατά.

Πεντέμισι ζευγάρια μάτια άρχισαν να ανταλλάσουν βλέμματα μέσα στην απόλυτη σιγή που απλώθηκε ξαφνικά στο δωμάτιο. Κανένας δεν κοίταζε εμένα, έτσι κι εγώ έμεινα σιωπηλός, περιμένοντας κάποια αντίδραση.

Τελικά, αυτός που μίλησε ήταν ο Μπίλ.

«Κρέγκ, θα σου κάνω μια πολυ σοβαρή ερώτηση. Θέλω να τη σκεφτείς καλά πρωτού απαντήσεις. Ξέρεις που ακριβώς βρίσκεσαι;»

Το σκέφτηκα για λίγο. Η μέχρι πρότινος προφάνής απάντηση, είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο προφανής, και μάλιστα με τον πιο δυσάρεστο για μένα τρόπο. Ωστόσο προσπάθησα να συγκρατήσω την ψυχραιμία μου.

«Στους Ανώνυμους Αλκοολικούς;» ρώτησα.

«Κρέγκ, για την περίπτωση που δεν το έχεις καταλάβει ακόμα, βρίσκεσαι στους Ανώνυμους Δολοφόνους».

Δεν ήξερα ποιά ήταν η σώστή απάντηση σ΄αυτό, γι’άυτο διάλεξα μία μάλλον λανθασμένη. «Μου κάνετε πλάκα, σωστά; Είναι κάποιο κόλπο που παίζετε σε όλους τους νεοφερμένους».

«Βλέπεις κανέναν μας να αστειεύεται;», ρώτησε η Σάρα.

Τους κοίταξα έναν-εναν. Το ύφος τους δεν πρόδιδε καμμία απολύτως έλλειψη σοβαρότητας. Ξεροκατάπια και ένιωσα το λαιμό μου στεγνό, αλλα αυτή τη φορά όχι απο έλλειψη ποτού.

«Δηλαδή τωρα εσείς… είστε δολοφόνοι;», ψέλλισα, ομολογουμένως με κάποια δυσπιστία.

«Έχεις πάνω σου μικρόφωνα;» ειπε ξαφνικά ο Μπόμπ.

«Μικρόφωνα;» απόρησα.

Ξαφνικά όλοι πετάχτηκαν απο τις καρέκλες τους και με κόλλησαν στον τοίχο. Μέχρι και η Κέλλυ με κρατούσε με μια δύναμη που ποτε δε φανταζόμουν οτι θα είχε μια μικροκαμωμένη ηλικιωμένη κυρία, ενω δυο ζευγάρια χέρια με ψαχούλευαν απο πάνω μέχρι κάτω, γρήγορα και μεθοδικά.

«Καθαρός», ακουσα την φωνη της Μάρας. «Καθαρός», είπε ταυτοχρόνως η Σάρα. Μου έκλεισαν και οι δυο το μάτι παιχνιδιάρικα ενώ οι υπόλοιποι με άφηναν ελέυθερο και ξανακάθοταν στις καρέκλες τους, με την ανακούφιση φανερά χαραγμένη στα πρόσωπα τους.

«Συγνώμμη γι’αυτό», είπε ο Μπίλ. «Αλλά, καταλαβαίνεις οτι πρεπει να είμαστε προσεκτικοι. Ναι, είμαστε δολοφόνοι».

«Μίλα για τον εαυτό σου», τον διέκοψε ο Μπόμπ. «Εγώ είμαι δημόσιος υπάλληλος».

«Μπόμπ, έχεις σκοτώσει περισσότερους απ’οσους όλοι οι υπόλοιποι μαζί. Δεν εχει σημασία γιατί το έκανες. Στα μάτια του Θεού εξακολουθείς να είσαι δολοφόνος».

«Πατριώτης!» τον διόρθωσε ο Μπόμπ. Ο Μπίλ γύρισε τα μάτια προς τα πάνω σε μια κίνηση απόγνωσης και γύρισε σε μενα. «Ο Μπόμπ ειναι πρώην CIA. Τον πήραν παραμάζωμα κατι περικοπές προσωπικού με πρόωρες συνταξιοδοτήσεις. Δέν μπορεί ακόμα να το σύνηθισει, αλλα κάνει πρόοδο. Αργή μεν, αλλα σταθερή».

Κοίταξα τον Μπόμπ αμίλητος. Ο Μπόμπ κοίταζε αμίλητος το πάτωμα, εμφανώς προσβεβλημένος απο τη συμπεριφορά του Μπίλ απέναντι του.

«Εσύ όμως, για εξήγησε μας πως ακριβώς βρέθηκες εδω πέρα;», με ρώτησε ο Μπίλ.

«Εγω τους Ανώνυμους Αλκοολικούς έψαχνα… Βλέπετε, εχω πρόβλημα… θα μου επιτρέψετε…» είπα, βγάζοντας το παγούρι απο την τσέπη και πίνοντας μια άδεια γουλιά. Ξέχασα οτι το είχα αδειάσει. Εμφανώς απογοητευμένος το έβαλα ξανά στην τσέπη μου.

«Ένας φίλος μου έδωσε αυτη τη διεύθυνση και αυτόν εδω τον αριθμό», είπα, δίνοντας στον Μπίλ το χαρτάκι με τον αριθμό του δωματίου. Ο Μπίλ το κοίταξε για λιγο σκεφτικός και μετα το τέντωσε πρός το μέρος μου.

«Τι γράφει;» με ρώτησε.

«901», απάντησα.

«Σωστά. Τώρα;» είπε ο Μπίλ περιστρέφοντας το χαρτάκι ανάποδα.

«106», διάβασα αποκαμωμένος. Ενα γελάκι ακούστηκε στην αίθουσα, άγνωστο απο ποιόν. Ένιωσα απίστευτα ηλίθιος.

«Οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί είναι στο 106. Στο 901 είναι οι Ανώνυμοι Δολοφόνοι. Καλά, δε σου έκαναν καθόλου εντύπωση τα μέτρα προφύλαξης που πέρασες μέχρι να έρθεις ως εδω; Λίγο υπερβολικά δεν είναι για Ανώνυμους Αλκοολικούς;»

«Όντως», παραδέχτηκα σκεφτόμενος τη συμπεριφορά του ρεσεψιονίστα και τους διπλούς τοίχους στο κτίριο.

«Και αυτά είναι μονο αυτά που είδες», συνέχισε ο Μπίλ. «Υπάρχουν κι άλλα τόσα που απλά δεν είσαι εκπαιδευμένος να προσέχεις. Ολο το κτίριο ανήκει σε διάφορους Ανώνυμους. Στη διπλανή πτέρυγα του κτιρίου είναι οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί, εκεί που ξεκίνησες να πας. Επίσης οι Ανώνυμοι Χρηματιστές, οι Ανώνυμοι Τζογαδόροι, οι Ανώνυμοι Προγραμματιστές. Σ’αυτή την πτέρυγα είμαστε εμείς, οι Ανώνυμοι Βιαστές, οι Ανώνυμοι Παιδεραστές, και κάποιοι άλλοι. Γι αυτό και ο αυξημένος βαθμός ασφαλείας στην πτέρυγα».

«Και στον δέκατο τρίτο όροφο;», ρώτησα με τρόμο, ανάμικτο με λίγη περιέργεια.

«Εκεί βρίσκονται οι Ανώνυμοι σκέτο. Κανείς δεν τους έχει δει ποτέ να μπαίνουν, ούτε να βγαίνουν. Το κουμπί στο ασανσέρ φαίνεται σαν να μη λειτουργεί, αλλα όλοι το ξέρουν οτι οι Ανώνυμοι είναι εκει. Η αγαπημένη τους φράση ειναι «Δεν ξεχνάμε. Δέν συγχωρούμε. Να μας περιμένετε». Κανείς δεν ξέρει ποιοί ακριβώς ειναι η τί ακριβώς κάνουν. Κάποιοι λένε οτι ελέγχουν το 4chan /b/».

«Τι είναι αυτο;»

«Το αποκαλουν και «η κωλοτρυπίδα του Internet». Δεν θέλεις να ξέρεις. Ορισμένα πράγματα ειναι πολύ φριχτά, ακόμη και για δολοφόνους».

«Μάλιστα. Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλα μια και λύσαμε την παρεξήγηση, να μη σας απασχολώ άλλο…» είπα και σηκώθηκα απο την καρέκλα μου.

Ο Μπίλ, ο Μπόμπ και ο Σίντ πετάχτηκαν όρθιοι.

«Δεν έχεις να πάς πουθενά. Κάτσε κάτω».

Ζύγισα την κατάσταση. Δέν ημουν κανένα νιάνιαρο, και είχα μπλέξει σε αρκετούς καβγάδες, συνήθως εξαιτίας του ποτού. Αλλά εδω τα πράγματα φαίνοταν διαφορετικα. Τους έριξα ενα βλέμμα και ξανακάθησα στην καρέκλα μου αμίλητος.

«Τώρα είσαι μαζί μας. Έχουμε συναντήσεις κάθε Τετάρτη απόγευμα. Δε θα λείψεις απροειδοποίητα απο καμμία απο αυτές», είπε ο Μπίλ.

«Μα δεν είμαι δολοφόνος», απάντησα αποκαρδιωμένος.

«Δεν πειράζει», αποκρίθηκε ο Μπίλ. «Κάτι θα βρουμε και για σένα». Γέλια. «Μπορείς να μας λες για τα μεγάλα σου ζόρια με το ποτό, έτσι για να χαλαρώνουμε λιγάκι». Τα γέλια μετατράπηκαν σε δυνατά χάχανα.

«Και στην περίπτωση που σου περάσουν τίποτε ιδέες», συνέχισε ο Μπίλ δείχνοντας την πόρτα, «διάβασες τους όρους που υπέγραψες; Φεύγεις απο την ομάδα μόνο με ομόφωνη γνώμη όλων των υπολοίπων. Επίσης, υπάρχει όρος εχεμύθειας. Και αν φύγεις χωρίς συγκατάθεση, δεν ευθυνόμαστε για οτιδήποτε σου συμβεί».

Ξεροκατάπια.

«Δε θα σε πειράξουμε, μη φοβάσαι. Τώρα είσαι ένας απο μάς. Ασε που έχουμε πάρει όρκο οτι δε θα πείραξουμε ποτέ ξανά κανέναν», συνέχισε ο Μπίλ.

Καταφατικές φωνές επιδοκιμασίας ακούστηκαν απο όλους τους υπόλοιπους.

«Ειμαι σίγουρος όμως πως κι εσυ έχεις αλκοολικούς φίλους που δεν είδαν ακόμα το δρόμο του Θεου, το φως της σωτηρίας. Ειναι φίλοι σου όμως και νοιάζονται για σένα. Εχουμε κι εμείς μερικούς τέτοιους φίλους. Μακάρι ο Θεός να φωτίσει την ψυχή τους και να έρθουν κοντά μας. Μέχρι τότε όμως, ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει…»

Η υπεκφυγή ήταν παραπάνω απο σάφης, πράγμα που με εκνέυρισε.

«Και αν, υποθετικά μιλώντας, αποφασίσω να παω στην Αστυνομία;»

Ξανά γέλια. Πολύ χαρούμενη παρέα, πρέπει να το ομολογήσω αυτο.

«Η Αστυνομία ξέρει γι αυτήν εδω την ομάδα. Τα μέτρα ασφαλείας δεν είναι γι αυτους. Είναι για όποιον άλλον μπορεί να νομίζει οτι έχει παλιούς λογαριασμούς μαζί μας».

Εμεινα άναυδος. «Μα πως…»

«Κάποιοι απο μας ειναι πολύ επικίνδυνοι. Θεωρητικά, πάντα. Π.χ. εγω ήμουν μισθοφόρος», αποκρίθηκε ο Μπίλ. «Γαλλική λεγεώνα των ξένων, Βόρεια Αφρική, καπώς λιγότερο Βόρεια Αφρική, μετά πήγα σε ενα πρόγραμμα ανταλλαγής, θα το έχεις ακουστά το Erasmus, και ταξίδεψα λιγο τον κόσμο. Βολιβία, Αργεντινή, Χιλή… Εκεί έπαθα και το επαγγελματικό ατύχημα». Έδειξε το μάτι του.

«Ήμουν πια άχρηστος για τη δουλειά. Ετσι ηρθα εδω και έφτιαξα αυτή την ομάδα. Κάποιοι άλλοι γνωρίζουν πράγματα και πρόσωπα», συνέχισε, κοιτώντας τον Μπόμπ. «Καταλαβαίνεις τι μπέρδεμα θα ήταν για την Αστυνομία να μας κυνηγήσει. Ετσι προτίμησαν να δεχτούν αυτή την ομάδα αυτοβοήθειας. Λιγότερα προβλήματα και γι αυτούς και για μας».

«Ποτέ δε θα πίστευα οτι υπάρχουν Ανώνυμοι Δολοφόνοι», είπα.

«Γιατί;», είπε ο Σίντ. «Άνθρωποι δεν είμαστε; Μανούλα δε μας γέννησε; Επειδή δηλαδή σκοτώνουμε κόσμο παει να πεί οτι δεν έχουμε ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης; Μήπως σου φαινόμαστε για τίποτε τέρατα; Κάποιοι έχουμε οικογένειες, παιδιά… Έχουμε κι εμείς δικαίωμα σε μια φυσιολογική ζωη. Δε βλέπεις τη Σάρα και τη Μάρα; Αν τις συναντούσες στο δρόμο θα το πίστευες οτι έχουν σκοτώσει 28 ανθρώπους;».

«Εικοσιεφτά», τον διέκοψε η Σάρα, προκαλώντας την οργή της αδερφής της.

«Κοίτα, επειδή αντί να κάνεις τη δουλειά σου με κείνο το μορφονιό, προτίμησες να πέσεις στο κρεββάτι μαζί του και να του τη χαρίσεις κι απο πάνω, δεν παει να πεί οτι ζει. Κάποιος άλλος θα τέλειωσε τη δουλειά».

«Είμαι σίγουρη οτι ζεί», απάντησε πληγωμένη η Σάρα. «Δεν ήταν σαν τους άλλους. Το είδα στα μάτια του».

«Πάλι τα ίδια. Το είδα στα μάτια του», επανέλαβε κοροιδευτικά η Μάρα. «Το είδα στα μάτια του. Μα καλά, για τοσο ηλίθιους τους έχεις στη Mossad; Δες τώρα που μας έμπλεξε το άδειο σου το κεφάλι». «Και το τέτοιο σου», συμπλήρωσε.

«Για άκου να σου πω…», φώναξε θυμωμένη η Σάρα

«Μη μαλώνετε κορίτσια, μή μαλώνετε», τους διέκοψε η Κέλλυ με την ήρεμη φωνή της. «Ελάτε, να σας φέρω λιγο κέικ». Σηκώθηκε και προχώρησε αργά προς το μπουφέ στη γωνία του δωματίου. Κοίταξα ερωτηματικά τον Μπίλ».

«Α, η γιαγια Κέλλυ. Είναι η αγαπημένη όλων μας. Οσο και να μαλώνουμε, πάντα θα βρεί τρόπο να μας φιλιώσει. Συνήθως με το εκπλήκτικο της κέικ. Το ήξερες οτι είναι τρίτη εγγονή του Τζακ του Αντεροβγάλτη;»

«Νόμιζα οτι κανείς δεν ήξερε ποιος είναι ο Τζακ του Αντεροβγάλτης»

«Κανείς εκτός απο τον ίδιο, φυσικά. Είχε μια κόρη. Πρέπει να ήταν κατι κληρονομικό, γιατι και η κόρη του είχε περίπου τις ίδιες κλίσεις με εκείνον. Ευτυχώς η γιαγιά Κέλλυ δεν φαίνεται να πήρε πολύ απο το σόι της, παρότι είναι πολυ περήφανη γι’αυτό. Μόνο γάτες σκοτώνει».

«Και παπαγάλους», συμπλήρωσε η γιαγιά Κέλλυ που μόλις είχε γυρίσει, κοιτάζοντας με με στοργικό βλέμμα την ωρα που μου πρόσφερε ενα πιατάκι κέικ. Πήρα το πιατάκι αλλα δε μπόρεσα να ανταποδώσω το στοργικό βλέμμα.

«Παπαγάλους, βρε κουτο!», συνέχισε η γιαγια Κέλλυ. «Εκείνα τα πολύχρωμα πουλιά που μιλάνε;»

«Ξέρω τι είναι οι παπαγάλοι.. Απλα μου φαίνεται φριχτό…»

«Ελα βρε χαζούλη, δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Εχω ενα μπαλταδάκι στην κουζίνα. Ενα «ΤΣΑΚ» μονο ακούγεται, και…», είπε η γιαγια Κέλλυ κάνοντας με το χέρι της μια απότομη κίνηση σάν να έκοβε κάτι με την κόψη της παλάμης της.

Με έλουσε κρύος ιδρώτας.

«Γιαγιά Κέλλυ», τη διέκοψε ο Μπίλ. «Το ξέρεις οτι όλα τα πλάσματα του θεού είναι εξίσου ιερά στα μάτια του. Ο φόνος είναι φόνος. Ποιός σου έδωσε εσένα το δικαίωμα να επιλέξεις;».

«Δε θα μου πείς εσυ νεαρέ τι είναι φόνος», αποκρίθηκε η γιαγια Κέλλυ. «Η μήπως θέλεις να πώ για τη Μάργκαρετ;». Γύρισε σε μένα. «Η Μάργκαρετ είναι η γραμματέας μας. Τη συνάντησες εξω. Τι φτωχό παιδί… Ο άντρας της αυτοκτόνησε απο τη λύπη του όταν τη χώρισε»

«Αυτοκτόνησε;»

«Ναι», είπε η γιαγιά Κέλλυ. «Γονάτισε, εβαλε το κεφάλι του στο φούρνο, και τον άναψε στους 250 βαθμούς. Για τρείς ώρες».

«Δεν ήξερα οτι μπορεί κάποιος να αυτοκτονήσει έτσι…», απόρησα.

«Πως δεν μπορεί, μια χαρά μπορει, ειδικά αν έχει κι αυτόν εδω τον άγγελο του θεού να τον βοηθάει κρατώντας τον», είπε η γιαγιά Κέλλυ δείχνοντας τον Μπίλ. Ο Μπίλ κοκκίνισε και διαμαρτυρήθηκε – καθόλου πειστικά, τολμώ να ομολογήσω. «Φτάνει, γιαγιά Κέλλυ. Ήταν αυτοκτονία». Παύση. «Εξ´ άλλου κανείς δεν είδε τιποτα».

«Ελα, άστο, νεαρέ, και πάμε να δείξουμε στον φιλοξενούμενο μας τα πράγματα», είπε η γιαγια Κέλλυ και σηκώθηκε ξανα απο την καρέκλα της. Μου έκανε νόημα να παω μαζί της ενώ ο Σίντ έρχοταν στο πλάι μου. Πλήσιασαμε έναν τεράστιο παλιομοδίτικο μπουφέ. Η γιαγια Κέλλυ τον άνοιξε. «Δώρο απο τον πρώτο μου γάμο», είπε.

Μέσα στο μπουφέ υπήρχαν μαχαίρια, πιστόλια, σκοινιά, σύριγγες και μπουκαλάκια, και διάφορα άλλα σύνεργα που δεν είχα πια την παραμικρή αμφιβολία για το που χρησίμευαν. Έδειξα με το δάχτυλο ενα μικρό πιστόλι.

«Είναι Beretta Px4 Storm Subcompact Type F», είπε ο Σίντ. «Εξαιρετικό όπλο. Μικρό, ελαφρύ, κρύβεται εύκολα. Δεν κάνει για μεγάλες αποστάσεις, αλλα εκεί χρειάζεσαι έτσι κι αλλιως διαφορετική προσέγγιση».

«Είναι πραγματικό;», απόρησα. «Εχετε όπλα εδω μέσα;»

«Ναί, το συγκεκριμένο είναι του Μπόμπ. Ο Μπίλ προτιμούσε πάντα το FN FAL», είπε, δείχνοντας ενα μακρύ τουφέκι που στηρίζοταν στο πάνω ράφι του μπουφέ με δύο γάντζους».

«Μα καλά, αφού υποτίθεται οτι δε σκοτώνετε πιά. Γιατί τα κρατάτε;»

«Αναμνηστικό. Βοηθάει και να το κουβαλάς επάνω σου. Άδειο, βέβαια. Σου δίνει ενα σίγουρο σημείο αναφοράς για το ποιος ήσουν, ποιός είσαι και ποιός προσπαθείς να γίνεις». Κοίταξε την τσέπη μέσα στην οποία είχα το παγούρι. «Είμαι σίγουρος οτι κι εσύ κουβαλάς κάτι ανάλογο πάνω σου».

Χάιδεψε το μικρο πιστόλι με τις άκρες των δαχτύλων του. «Το πιστόλι είναι απρόσωπο. Το τουφέκι, ακόμα περισσότερο. Σημαδεύεις, πατάς απαλά τη σκανδάλη και αυτό ήταν. Το μαχαίρι είναι δύσκολο. Προσωπικό. Θέλει τέχνη και εκπαίδευση. Έρχεσαι κοντά στο θύμα και κινδυνεύεις. Ακόμα περισσότερο, με αυτό εδω». Εδειξε ενα μικρό αντικείμενο, δυο μικρά πασσαλάκια με μια χορδή στη μέση. «Το λενε γκαρότα. Είναι το αγαπημένο μου».

Ενα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά μου. Προσπάθησα να αλλάξω θεμα. «Οι δίδυμες;» ρώτησα. Ημουν σίγουρος οτι αυτές θα χρησιμοποιούσαν κάτι γυναικείο, κομψό, αριστοκρατικό, κάτι που θα ακούγοταν σχεδον ανώδυνο. Δηλητήριο ίσως η κάτι τέτοιο.

Ο Σίντ με κοίταξε με τα διαπεραστικά, γκρίζα μάτια του. Όταν απάντησε, η φωνή του ακούστηκε ψυχρή και παγερή, αλλά κάπου βαθιά μέσα της διέκρινα ενα τόνο σατανικής, δολοφονικής ζήλειας.

«Αυτές, φίλε μου, δε χρησιμοποιούν τίποτα. Μόνο τα χέρια τους».

Πάνε πέντε βράδια που δεν εχω κοιμηθεί. Κάθε βράδυ, ολο το βράδυ, τριγυρίζω στους δρόμους. Σις πιο κακόφημες συνοικίες της πόλης. Μιάς πόλης που δε μου φαίνεται πια η ίδια. Δεν είναι πια η ήσυχη, ειρηνική πόλη που νόμιζα οτι γνώριζα σε ολη μου τη ζωη. Σε κάθε γωνία, σε κάθε σοκκάκι, μυρίζω θάνατο.

Προχθές δοκίμασα τον παπαγάλο. Η γιαγιά Κέλλυ είχε δίκιο. Ηταν απλώς ενα «ΤΣΑΚ». Αλλα είχε και άδικο. Γιατί δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν η έξαψη. Η δύναμη. Το ρίγος που ένιωσα βλέποντας τη λάμψη να φεύγει απο τα μάτια του μικρού πουλιού, δίνοντας τη θέση της στόν παντοδύναμο εξορκιστή της ζωης, τον Θάνατο.

Είναι το ιδιο ρίγος που νιώθω τώρα. Η έξαψη του αρπακτικού. Τη νιώθω να με πλυμμηρίζει καθώς ακολουθώ προσεκτικά την νεαρή πόρνη στρίβοντας σε ενα σκοτεινό σοκκάκι. Στην τσέπη μου σφίγγω την γκαρότα. Προσεύχομαι στον Θεο και στους Ανώνυμους Δολοφόνους να σώσουν την ψυχή μου. Θα τα καταφέρω; Δεν ξέρω. Οφείλω όμως στον εαυτό μου να προσπαθήσω. Γιατί αυτός είμαι πια.

Ο θεός είναι παντοδύναμος. Θα καταλάβει. Θα με συγχωρέσει. Εξάλλου, αυτός δημιούργησε την έξαψη του αρπάκτικου που νιώθω καθώς επιταχύνω το βήμα μου πλησιάζοντας την ανυποψίαστη κοπέλα. Το πάθος. Την συναρπαστική αίσθηση της δύναμης. Μπορώ σχεδόν να μυρίσω τον φόβο της. Μια αίσθηση ανώτερη απο το καλύτερο ναρκωτικό. Απείρως ανώτερη απο το καλύτερο ποτό.

Εξάλλου, έκοψα μαχαίρι το ποτό. Δεν εχω πιεί ούτε σταγόνα απο τότε που βγήκα απο εκείνο το κτίριο.

Είμαι καθαρός.

Οι Ανώνυμοι Δολοφόνοι έκαναν το θαύμα τους.

Επιτέλους θεραπεύτηκα.

Advertisements

2 Σχόλια on “Ομάδα Αυτοβοήθειας”

  1. Ο/Η Παγώνα Ευπατρίδου Ταξιάρχη λέει:

    ενας διάχυτος οπορτουνισμός και μια επιφανειακή δυστυχία είναι το προσωπείο αυτού του εγκλήματος που δεν έγινε. ο κόσμος του πρωταγωνιστή σαν ένα όνειρο που αμαυρώνεται από σκιές. τα δάκρυα κυλούν αργά και αυλακώνουν τα μάγουλα… όχι, η συνείδηση δεν πουλιέται και η ευτυχία δεν έχει ενοχές!

  2. Ο/Η GPallas λέει:

    Καλύτερα να σταματήσω να κάθομαι στο γραφείο μέχρι αργά…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s