Ιστορία ηρωική και πένθιμη

Όλοι όσοι ήξεραν τον Λάκη, γνώριζαν το άσβεστο πάθος του για το σκάκι. Σε όποια παρέα κι αν βρίσκοταν, πάντα έβρισκε κάποιον και έπιανε κουβεντα για σκάκι. Συχνά, τον έβλεπες να περπατά στο δρόμο αφηρημένος και να παίζει στο μυαλό του παρτίδες – πόσες φορές δεν κόντεψε να τον πατήσει αυτοκίνητο επειδή πέρασε απρόσεχτα το δρόμο, απορροφημένος απο ενα θεσπέσιο άνοιγμα η τη μελέτη μιας στρατηγικής.

Μάλιστα, πολλές φορές είχε πάρει μέρος σε τουρνουά, με αρκετά καλή επιτυχία – έφτασε κάποτε μέχρι και τους προημιτελικούς του πανευρωπαικού πρωταθλήματος, ιστορία που ποτέ δε χόρταινε να διηγείται ξανά και ξανά σε όποιον τύχαινε να γνωρίσει.

Εκτός απο σκακιστής όμως, ο Λάκης ήταν και συλλέκτης. Συλλέκτης σκακιών, εννοείται. Το μικρό διαμέρισμα της  πολυκατοικίας στην οποια έμενε, ήταν γεμάτο σκακιέρες, τακτικά τοποθετημένες σε οποιοδήποτε χώρο του διαμερίσματος  τύχαινε να υπάρχει διαθέσιμος. Στην κρεββατοκάμαρα, στην κουζίνα, μέχρι και στην τουαλέτα υπήρχε ενα  σκάκι, γιατί βλέπετε, ο Λάκης ήταν απο μικρός δυσκοίλιος και περνούσε ώρες στην τουαλέτα – παίζοντας σκάκι. Μάλιστα,  το συγκεκριμένο ήταν ενα διαλεκτό κομμάτι για το οποίο ο Λάκης ήταν πολυ περήφανος που το είχε ανακαλύψει σε κάποια περιοδεία του στις μακρινές Ινδίες.

Ένα κομμάτι μονο του έλειπε για να συμπληρωθεί η συλλογή του – ενα κομμάτι  που θα έδινε τα πάντα για να το αποκτήσει, και επιτέλους σήμερα ηταν η μεγάλη ημέρα. Τα χρόνια που ξόδεψε για να το βρεί, τα αμέτρητα χρήματα που έδωσε για να το αγοράσει, ολα γι αυτή και μόνο τη στιγμή. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έσκιζε προσεκτικά το υλικό συσκευασίας απο το βαρύ, μεγάλο πακέτο και έπιανε στα χέρια του το τελευταίο του απόκτημα. Με δέος, ο Λάκης το ακούμπησε απαλά στη  μέση του καθιστικού, και έκανε τρια βήματα πίσω θαυμάζοντας το.

Και ηταν όντως ενα θαυμαστό σκάκι. Ηταν το μόνο σκάκι που είχε ποτε κατασκευαστέι εξ’ολοκλήρου στην Αλβανία, δώρο της Κεντρικής Επιτροπής προς τον ιδιο το Χότζα. Εικοσιεφτά ολόκληρα χρόνια κράτησε η κατασκευή του. Δέντρα διαλέχτηκαν απο τις καλύτερες ποικιλίες και φυτέυτηκαν ειδικά για να δώσουν το ξύλο του τραπεζιού. Τα καλύτερα κομμάτια άσπρου και μάυρου μάρμαρου που είχαν ποτε εξορυθεί στη χώρα ολόκληρη, έφτιαχναν τη σκακιέρα, που πλαισιώνοταν απο μια μπορντούρα χρυσού 24ων καρατίων, για την οποία χρειάστηκε να λιώσει ένα λιγοστό μέρος απο το  απόθεμα χρυσού που βρίσκοταν στην κεντρική τράπεζα των Τιράνων.

Όσο για τα κομμάτια, αυτά ηταν φτιαγμένα απο ελεφαντόδοντο. Δυο ελέφαντες παραγγέλθηκαν ειδικά απο τη μακρινή  Ινδία και μεγάλωσαν με ιδιαίτερη φροντίδα στον μεγαλύτερο ζωολογικό κήπο της χώρας, μόνο και μονο για να βρούν  τραγικό θάνατο στην ηλικία που οι ζωολόγοι έκριναν οτι ηταν η κατάλληλη για να δώσει το πιο κομψό, το πιο γυαλιστερό,  το πιο ανθεκτικό ελεφαντόδοντο. Οι καλύτεροι τεχνίτες και γλύπτες της χώρας δούλεψαν ακατάπαυστα επι πέντε ολόκληρα χρόνια σμιλέυοντας με προσοχή και αγάπη κάθε κομμάτι ξεχώριστα.

Ο μαύρος βασιλιάς είχε τη μορφή του  Σκεντέρμπεη, που ατένιζε με το αγέρωχο βλέμμα του το μακρινό μέλλον. Ο άσπρος βασιλιάς ήταν ο ίδιος ο Ενβέρ Χότζα, φορώντας τη στρατιωτική του στολή, που είχε φυσικά κατασκευαστεί προσεκτικά για να μοιάζει μεγαλοπρεπέστερος του Καστριώτη. Οι πύργοι απεικόνιζαν όλοι τέσσερις διαφορετικές όψεις του ιστορικού Κάστρου της Κρούγια, οι αξιωματικοί ήταν ανθυπολοχαγοί του Αλβανικού Στρατού – σμιλεμένοι με τέτοια λεπτομέρεια ωστε διέκρινες μέχρι και τα διάσημα στους ώμους τους – και τα άλογα ήταν φτιαγμένα σύμφωνα με τις σωσμένες περιγραφές των αλόγων της αρχαίας Ιλλυρίας.

Λέγεται οτι ο Ενβέρ Χότζα ευχαριστήθηκε πολύ με το συγκεκριμένο σκάκι, τόσο που το είχε τοποθετήσει στο κέντρο του γραφείου του Γενικου Γραμματέα, και έπαιζε συχνά παρτίδες με τους λιγοστούς ξένους πολιτικούς ηγέτες που τον επισκέπτοταν, παίζοντας βέβαια πάντα με τα λευκά – και οι ίδιοι είχαν σαφείς οδηγίες απο τους υφισταμένους του να τον αφήνουν να κερδίζει διακριτικά, πράγμα που δεν ήταν και ιδιαίτερως δύσκολο μιας και ο Χότζα είχε εξελιχθεί σε ικανότατο σκακιστή.

Υστερα απο το θάνατο του Χότζα, η τύχη του σκακιού αγνοείτο για χρόνια. Λέγεται οτι τοποθετήθηκε σε μια αποθήκη, απο την οποία το έκλεψε κάποιος κατώτατος κομματικός αξιωματούχος λίγο πριν την καθαίρεση του απο τον Σαλί Μπερίσα. Τα ίχνη του χάθηκαν έκτοτε, μέχρι που μετά απο πολλούς αγώνες, ο Λάκης ανακάλυψε τα ίχνη του σε μια ιδιωτική συλλογή στο Αμβούργο. Χρόνια έκανε οικονομίες ο Λάκης μέχρι να μαζέψει το ποσό – που είχε καταφέρει να μειώσει αρκετα με γενναία παζάρια απο τον τσιγγούνη, αλλα οχι και τόσο μανιώδη συλλέκτη στην κατοχή του οποίου είχε περιέλθει το ιστορικό σκάκι.

Ο Λάκης κάθησε στον καναπέ και έμεινε να κοιτάζει το τελευταίο του απόκτημα, μέχρι που αποκοιμήθηκε. Στο όνειρο του, είδε οτι κέρδιζε σε μια παρτίδα τον ίδιο τον Γκαρυ Κασπάροβ, παίζοντας με το σκάκι του Εμβέρ μια αναπάντεχη κίνηση με τον δεξιό λευκό αξιωμάτικο – ανθυπολοχαγό, που για κάποιο μυστήριο λόγο που ούτε ο ίδιος ο Λάκης γνώριζε, είχε γίνει το αγαπημένο του κομμάτι.

Δεν θα σας είναι καθόλου δύσκολο να φανταστείτε, αγαπητέ αναγνώστη, την απογοήτευση, τον πόνο, την πικρία και την αγανάκτηση που ένιωσε ο Λάκης, οταν, ενα απόγευμα γυρίζοντας απο την δουλειά του, είδε τον αγαπημένο του αξιωματικό να λείπει. Είχε ενα δυσάρεστο προαίσθημα απο το πρωί, όταν σηκώθηκε για να πάει στη δουλειά του, δίνοντας τα κλειδιά στην καθαρίστρια. Η καθαρίστρια φαινόταν καλή γυναίκα, αλλα ο Λάκης ποτέ του δεν την εμπιστέυτηκε – ίσως γιατι έδειχνε απόλυτη αδιαφορία για το σκάκι, το ευγενέστερο κατα τη γνώμη του Λάκη, όλων των παιχνιδιών.

Ό Λάκης ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν καθως κοίταζε τη σκακιέρα στη μέση του δωματίου, με ενα κενό που του ξέσκιζε την καρδιά στη θέση του αξιωματικόυ που έλειπε. Αραγε να το έκλεψε η καθαρίστρια; Και να το κάνει τι; Μήπως της έπεσε και έσπασε, καθώς το ξεσκόνιζε; – ω, μα πόσες και πόσες φορές δεν της είχε πει ο Λάκης να προσέχει σαν τα μάτια της το αγαπημένο του σκακι! Η μήπως απλα κύλησε στο χαλί και χώθηκε κάτω απο κάποια γωνία ενος επίπλου; Θα το έβρισκε οπωσδήποτε, ο κόσμος να χαλάσει.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να απολύσει τηλεφωνικώς την καθαρίστρια, η οποία του ορκίζοταν – η ψεύτρα! – οτι δεν γνώριζε τίποτε, και οτι ούτε που είχε αγγίξει τη σκακιέρα. Και ύστερα, άρχισε να ψάχνει. Και πού δεν έψαξε ο Λάκης! Ανω κάτω έκανε το διαμέρισμα – σήκωσε τα χαλιά, μετακίνησε τα έπιπλα, κοίταξε σε ντουλάπες, καναπέδες, ντιβανοκασέλες, κοίταξε σε κάθε πιθανό μέρος. Σε τί χαρτορίχτρες, σε τι καφετζούδες δεν πήγε – μέχρι και τον ίδιο τον Πήτ Παπαδάκο χρυσοπλήρωσε για να βρει το κομμάτι που έλειπε. Μέχρι και σκύλο ειδικό έφερε να μυρίσει τα υπόλοιπα κομμάτια μήπως και καταφέρει να το βρεί, αλλα μάταια.

Σιγά σιγά, η μονομανία και η θλίψη στην ψυχή του Λάκη μεγάλωνε – μέχρι που μετατράπηκε σε κατάθλιψη, και εκείνο το χειμώνα ο Λάκης άρχισε να μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία. Μάλιστα, έχασε κάθε ορεξη για σκάκι – μάταια οι γιατροί προσπαθούσαν να τον πείσουν να παίξει μια παρτίδα μαζί τους στη μονάδα βραχείας νοσηλείας – μήπως και καταφέρουν να του απαλύνουν τον πόνο που του ξέσκιζε τα σωθικά.

Το σημείωμα που βρήκαν δίπλα στο άψυχο σώμα του Λάκη όταν έσπασαν την πόρτα του, την δέκατη μέρα που απουσίαζε αδικαιολόγητα απο τη δουλειά του, ήταν λιτό. «Η ζωή μου έχασε πλέον κάθε νόημα», έγραφε. «Αντίο».

Και οσο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας;

Δεν βρέθηκε ποτε.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s