Ο Γέρος και η Θάλασσα

Κάποτε, τα οχι και τόσο παλιά χρόνια, ζούσε ενας γέρος ψαράς. Κάθε πρωί έβγαινε στη θάλασσα πρίν το ξημέρωμα, έριχνε τα δίχτυα του και τα παραγάδια του για να πιάσει τα ψάρια στον ύπνο, που λένε, και γύριζε αργά το βράδυ στη στεριά, για να πουλήσει την ψαριά του στη μικρή αλλά ζωντανή ψαραγορά της εξίσου μικρής παραθαλάσσιας πόλης που ζούσε ολα τα χρόνια της ζωής του.

Κάθε μέρα, εκτός απο τώρα τελευταία που δεν είχε καταφέρει να ψαρέψει ούτε μαρίδα. Τι γαρίδες τους έριχνε για δόλωμα, τι σκουλήκια, τι ψωμοτύρια, μέχρι και μια μπριζόλα μοσχαρίσια με σάλτσα Στρογγανώφ πέταξε στη θάλασσα απο την απελπισία του μπάς και πιάσει κανένα γκουρμέ ψάρι. Μάταια όμως. Καθέ μέρα εδω και ογδόντα-πόσες μέρες, άδειο έριχνε το δίχτυ του και το παραγάδι του, άδειο το ανέβαζε.

Μ’αυτά και μ’εκείνα, του’φυγε και ο βοηθός του, ο πιτσιρικάς μαθητευόμενος. Τον έπιασαν μια μερα οι γονείς του και του είπαν να βρεί άλλο αφεντικό να κανει μαθητεία. «Είναι σκέτη αποτυχία ο γέρος», του είπαν. Ηταν καλός ο πιτσιρικάς, επιαναν τα χέρια του στο ψάρεμα,  τον αγαπούσε τον γέρο, και πότε-πότε – οχι και πολύ συχνά όμως –  αποκαμωμένος απο τον κάματο της δουλειάς, τον άφηνε να του σφίγγει και κανέναν κρύο πάνω στο μικρό ψαροκάικο καθώς κοίτουσαν τον ήλιο που έδυε αργά απλώνοντας τα χρώματα του στην καταγάλανη θάλασσα.

Αυτά σκεφτόταν ο γέρος, όρθιος στο καίκι του, κοιτάζοντας τους γλάρους που βουτάγανε πότε πότε στην απέραντη θάλασσα που εκτείνοταν παντού γύρω του, ενω προετοίμαζε και δόλωνε το παραγάδι του. «Σήμερα όμως θα τα καταφέρω», σκέφτηκε, καθώς μετέφερε το παραγάδι στο πίσω μέρος της βάρκας, έτοιμος να το πετάξει στη θάλασσα. Στάθηκε μια στιγμή ακίνητος, κι έριξε μια ματιά γύρω του.

Όπου κι αν κοίταζε, έβλεπε θάλασσα και ξανά θάλασσα.

Ξαφνικά την ειχε σιχαθεί τόση θάλασσα.

«Ε ΑΕΙ ΓΑΜΗΣΟΥ ΚΙ ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΙ ΣΟΥ!», φώναξε με όλη του τη δύναμη στη θάλασσα ο γέρος.

Αφουγκράστηκε για μια στιγμή, μήπως τυχόν και πάρει απάντηση, αλλα η θάλασσα τον έγραψε στα πελώρια, θαλάσσια αρχίδια της.

Ο γερος πέταξε το παραγάδι στην άκρη, και γύρισε στην ακτή. Πούλησε το καϊκι του, πήρε κι ενα δάνειο απο την Πειραιώς, και άνοιξε γυράδικο στην παραλία, «ΓΥΡΟΣ-ΣΟΥΒΛΑΚΙ-ΣΟΥΤΖΟΥΚΑΚΙ». Έβαλε και τον πιτσιρικά να δουλεύει ψητάς.

Και έγινε πλούσιος.

Advertisements

3 Σχόλια on “Ο Γέρος και η Θάλασσα”

  1. Ο/Η George Magklaras λέει:

    Mέχρι που ήρθε ο Αλογοκλάψιος και ο Παπατέτοιος και του έσφιξαν τα αμελέτητα με το ΦΠΑ και τη φοροκρατία…

  2. Ο/Η ... λέει:

    Σουβλακι στην παραλία, εκεί ειναι τα φράγκα…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s