Ιστορία ηρωική και πένθιμη
Δημοσιεύθηκε: Δεκεμβρίου 23, 2010 Filed under: Uncategorized Αφήστε σχόλιο »Όλοι όσοι ήξεραν τον Λάκη, γνώριζαν το άσβεστο πάθος του για το σκάκι. Σε όποια παρέα κι αν βρίσκοταν, πάντα έβρισκε κάποιον και έπιανε κουβεντα για σκάκι. Συχνά, τον έβλεπες να περπατά στο δρόμο αφηρημένος και να παίζει στο μυαλό του παρτίδες – πόσες φορές δεν κόντεψε να τον πατήσει αυτοκίνητο επειδή πέρασε απρόσεχτα το δρόμο, απορροφημένος απο ενα θεσπέσιο άνοιγμα η τη μελέτη μιας στρατηγικής.
Μάλιστα, πολλές φορές είχε πάρει μέρος σε τουρνουά, με αρκετά καλή επιτυχία – έφτασε κάποτε μέχρι και τους προημιτελικούς του πανευρωπαικού πρωταθλήματος, ιστορία που ποτέ δε χόρταινε να διηγείται ξανά και ξανά σε όποιον τύχαινε να γνωρίσει.
Εκτός απο σκακιστής όμως, ο Λάκης ήταν και συλλέκτης. Συλλέκτης σκακιών, εννοείται. Το μικρό διαμέρισμα της πολυκατοικίας στην οποια έμενε, ήταν γεμάτο σκακιέρες, τακτικά τοποθετημένες σε οποιοδήποτε χώρο του διαμερίσματος τύχαινε να υπάρχει διαθέσιμος. Στην κρεββατοκάμαρα, στην κουζίνα, μέχρι και στην τουαλέτα υπήρχε ενα σκάκι, γιατί βλέπετε, ο Λάκης ήταν απο μικρός δυσκοίλιος και περνούσε ώρες στην τουαλέτα – παίζοντας σκάκι. Μάλιστα, το συγκεκριμένο ήταν ενα διαλεκτό κομμάτι για το οποίο ο Λάκης ήταν πολυ περήφανος που το είχε ανακαλύψει σε κάποια περιοδεία του στις μακρινές Ινδίες.
Ένα κομμάτι μονο του έλειπε για να συμπληρωθεί η συλλογή του – ενα κομμάτι που θα έδινε τα πάντα για να το αποκτήσει, και επιτέλους σήμερα ηταν η μεγάλη ημέρα. Τα χρόνια που ξόδεψε για να το βρεί, τα αμέτρητα χρήματα που έδωσε για να το αγοράσει, ολα γι αυτή και μόνο τη στιγμή. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έσκιζε προσεκτικά το υλικό συσκευασίας απο το βαρύ, μεγάλο πακέτο και έπιανε στα χέρια του το τελευταίο του απόκτημα. Με δέος, ο Λάκης το ακούμπησε απαλά στη μέση του καθιστικού, και έκανε τρια βήματα πίσω θαυμάζοντας το.
Και ηταν όντως ενα θαυμαστό σκάκι. Ηταν το μόνο σκάκι που είχε ποτε κατασκευαστέι εξ’ολοκλήρου στην Αλβανία, δώρο της Κεντρικής Επιτροπής προς τον ιδιο το Χότζα. Εικοσιεφτά ολόκληρα χρόνια κράτησε η κατασκευή του. Δέντρα διαλέχτηκαν απο τις καλύτερες ποικιλίες και φυτέυτηκαν ειδικά για να δώσουν το ξύλο του τραπεζιού. Τα καλύτερα κομμάτια άσπρου και μάυρου μάρμαρου που είχαν ποτε εξορυθεί στη χώρα ολόκληρη, έφτιαχναν τη σκακιέρα, που πλαισιώνοταν απο μια μπορντούρα χρυσού 24ων καρατίων, για την οποία χρειάστηκε να λιώσει ένα λιγοστό μέρος απο το απόθεμα χρυσού που βρίσκοταν στην κεντρική τράπεζα των Τιράνων.
Όσο για τα κομμάτια, αυτά ηταν φτιαγμένα απο ελεφαντόδοντο. Δυο ελέφαντες παραγγέλθηκαν ειδικά απο τη μακρινή Ινδία και μεγάλωσαν με ιδιαίτερη φροντίδα στον μεγαλύτερο ζωολογικό κήπο της χώρας, μόνο και μονο για να βρούν τραγικό θάνατο στην ηλικία που οι ζωολόγοι έκριναν οτι ηταν η κατάλληλη για να δώσει το πιο κομψό, το πιο γυαλιστερό, το πιο ανθεκτικό ελεφαντόδοντο. Οι καλύτεροι τεχνίτες και γλύπτες της χώρας δούλεψαν ακατάπαυστα επι πέντε ολόκληρα χρόνια σμιλέυοντας με προσοχή και αγάπη κάθε κομμάτι ξεχώριστα.
Ο μαύρος βασιλιάς είχε τη μορφή του Σκεντέρμπεη, που ατένιζε με το αγέρωχο βλέμμα του το μακρινό μέλλον. Ο άσπρος βασιλιάς ήταν ο ίδιος ο Ενβέρ Χότζα, φορώντας τη στρατιωτική του στολή, που είχε φυσικά κατασκευαστεί προσεκτικά για να μοιάζει μεγαλοπρεπέστερος του Καστριώτη. Οι πύργοι απεικόνιζαν όλοι τέσσερις διαφορετικές όψεις του ιστορικού Κάστρου της Κρούγια, οι αξιωματικοί ήταν ανθυπολοχαγοί του Αλβανικού Στρατού – σμιλεμένοι με τέτοια λεπτομέρεια ωστε διέκρινες μέχρι και τα διάσημα στους ώμους τους – και τα άλογα ήταν φτιαγμένα σύμφωνα με τις σωσμένες περιγραφές των αλόγων της αρχαίας Ιλλυρίας.
Λέγεται οτι ο Ενβέρ Χότζα ευχαριστήθηκε πολύ με το συγκεκριμένο σκάκι, τόσο που το είχε τοποθετήσει στο κέντρο του γραφείου του Γενικου Γραμματέα, και έπαιζε συχνά παρτίδες με τους λιγοστούς ξένους πολιτικούς ηγέτες που τον επισκέπτοταν, παίζοντας βέβαια πάντα με τα λευκά – και οι ίδιοι είχαν σαφείς οδηγίες απο τους υφισταμένους του να τον αφήνουν να κερδίζει διακριτικά, πράγμα που δεν ήταν και ιδιαίτερως δύσκολο μιας και ο Χότζα είχε εξελιχθεί σε ικανότατο σκακιστή.
Υστερα απο το θάνατο του Χότζα, η τύχη του σκακιού αγνοείτο για χρόνια. Λέγεται οτι τοποθετήθηκε σε μια αποθήκη, απο την οποία το έκλεψε κάποιος κατώτατος κομματικός αξιωματούχος λίγο πριν την καθαίρεση του απο τον Σαλί Μπερίσα. Τα ίχνη του χάθηκαν έκτοτε, μέχρι που μετά απο πολλούς αγώνες, ο Λάκης ανακάλυψε τα ίχνη του σε μια ιδιωτική συλλογή στο Αμβούργο. Χρόνια έκανε οικονομίες ο Λάκης μέχρι να μαζέψει το ποσό – που είχε καταφέρει να μειώσει αρκετα με γενναία παζάρια απο τον τσιγγούνη, αλλα οχι και τόσο μανιώδη συλλέκτη στην κατοχή του οποίου είχε περιέλθει το ιστορικό σκάκι.
Ο Λάκης κάθησε στον καναπέ και έμεινε να κοιτάζει το τελευταίο του απόκτημα, μέχρι που αποκοιμήθηκε. Στο όνειρο του, είδε οτι κέρδιζε σε μια παρτίδα τον ίδιο τον Γκαρυ Κασπάροβ, παίζοντας με το σκάκι του Εμβέρ μια αναπάντεχη κίνηση με τον δεξιό λευκό αξιωμάτικο – ανθυπολοχαγό, που για κάποιο μυστήριο λόγο που ούτε ο ίδιος ο Λάκης γνώριζε, είχε γίνει το αγαπημένο του κομμάτι.
Δεν θα σας είναι καθόλου δύσκολο να φανταστείτε, αγαπητέ αναγνώστη, την απογοήτευση, τον πόνο, την πικρία και την αγανάκτηση που ένιωσε ο Λάκης, οταν, ενα απόγευμα γυρίζοντας απο την δουλειά του, είδε τον αγαπημένο του αξιωματικό να λείπει. Είχε ενα δυσάρεστο προαίσθημα απο το πρωί, όταν σηκώθηκε για να πάει στη δουλειά του, δίνοντας τα κλειδιά στην καθαρίστρια. Η καθαρίστρια φαινόταν καλή γυναίκα, αλλα ο Λάκης ποτέ του δεν την εμπιστέυτηκε – ίσως γιατι έδειχνε απόλυτη αδιαφορία για το σκάκι, το ευγενέστερο κατα τη γνώμη του Λάκη, όλων των παιχνιδιών.
Ό Λάκης ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν καθως κοίταζε τη σκακιέρα στη μέση του δωματίου, με ενα κενό που του ξέσκιζε την καρδιά στη θέση του αξιωματικόυ που έλειπε. Αραγε να το έκλεψε η καθαρίστρια; Και να το κάνει τι; Μήπως της έπεσε και έσπασε, καθώς το ξεσκόνιζε; – ω, μα πόσες και πόσες φορές δεν της είχε πει ο Λάκης να προσέχει σαν τα μάτια της το αγαπημένο του σκακι! Η μήπως απλα κύλησε στο χαλί και χώθηκε κάτω απο κάποια γωνία ενος επίπλου; Θα το έβρισκε οπωσδήποτε, ο κόσμος να χαλάσει.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να απολύσει τηλεφωνικώς την καθαρίστρια, η οποία του ορκίζοταν – η ψεύτρα! – οτι δεν γνώριζε τίποτε, και οτι ούτε που είχε αγγίξει τη σκακιέρα. Και ύστερα, άρχισε να ψάχνει. Και πού δεν έψαξε ο Λάκης! Ανω κάτω έκανε το διαμέρισμα – σήκωσε τα χαλιά, μετακίνησε τα έπιπλα, κοίταξε σε ντουλάπες, καναπέδες, ντιβανοκασέλες, κοίταξε σε κάθε πιθανό μέρος. Σε τί χαρτορίχτρες, σε τι καφετζούδες δεν πήγε – μέχρι και τον ίδιο τον Πήτ Παπαδάκο χρυσοπλήρωσε για να βρει το κομμάτι που έλειπε. Μέχρι και σκύλο ειδικό έφερε να μυρίσει τα υπόλοιπα κομμάτια μήπως και καταφέρει να το βρεί, αλλα μάταια.
Σιγά σιγά, η μονομανία και η θλίψη στην ψυχή του Λάκη μεγάλωνε – μέχρι που μετατράπηκε σε κατάθλιψη, και εκείνο το χειμώνα ο Λάκης άρχισε να μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία. Μάλιστα, έχασε κάθε ορεξη για σκάκι – μάταια οι γιατροί προσπαθούσαν να τον πείσουν να παίξει μια παρτίδα μαζί τους στη μονάδα βραχείας νοσηλείας – μήπως και καταφέρουν να του απαλύνουν τον πόνο που του ξέσκιζε τα σωθικά.
Το σημείωμα που βρήκαν δίπλα στο άψυχο σώμα του Λάκη όταν έσπασαν την πόρτα του, την δέκατη μέρα που απουσίαζε αδικαιολόγητα απο τη δουλειά του, ήταν λιτό. “Η ζωή μου έχασε πλέον κάθε νόημα”, έγραφε. “Αντίο”.
Και οσο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας;
Δεν βρέθηκε ποτε.
Ιστορία Φαντασμάτων
Δημοσιεύθηκε: Δεκεμβρίου 20, 2010 Filed under: Uncategorized 1 Comment »Τον Αδόλφο Χίτλερ, αγαπητοί μου αναγνώστες, υποθέτω οτι τον γνωρίζετε όλοι σας, αν και ελπίζω μόνο εξ’ακοής. Αυτή η ιστορία όμως δεν αφορά τον ίδιο προσωπικά – παρά μόνο έμμεσα.
Αφορα όμως την εγγονή του, την Γερτρούδη.
Βλέπετε, ανεπιβεβαίωτες φήμες θέλουν τον Χίτλερ να είχε αποκτήσει ενα γιο. Μάλιστα, οι ίδιες ανεπιβεβαίωτες φήμες αναφέρουν – με μια δόση αρρωστημένης εμπάθειας, όπως θα ομολογούσατε και εσείς εαν τις είχατε ακούσει, αγαπητέ αναγνώστη – οτι τον γιο τον είχε αποκτήσει, οχι με την γνωστή του συμβία, την Ευα Μπράουν, ούτε με την λιγότερο γνωστή προηγούμενη του σύντροφο, την Μαρία Ράιτερ, αλλά – μάλιστα αγαπητέ αναγνώστη – με την αγαπημένη του ξαδέρφη, την Γκέλυ Ράουμπαλ.
Παρ’οτι ελάχιστα ειναι γνωστά απο την επίσημη ιστοριογραφία, η έντονη, παθιασμένη και μοιράια σχέση του Αδόλφου με τη Γκέλυ ήταν κοινό μυστικό στην γερμανική κοινωνία της εποχής. Αυτό που δεν ήταν όμως κοινό μυστικό, αλλά καλά φυλαγμένο, ήταν οτι ο άνομος έρωτας του Αδόλφου και της Γκέλυ έφερε στη ζωη ενα γιο, τον Χάνς.
Μάλιστα λέγεται οτι η έλλειψη καουτσούκ στη Γερμανία μετά τη συνθήκη των Βερσαλλίων, η ίδια έλλειψη που έκανε τους Γερμανούς να κυκλοφορούν στους δρόμους του Αμβούργου με ποδήλατα με ελατήρια στις ρόδες αντι για λάστιχα, ήταν η αιτία που εκείνη την μοιραία ζεστή νύχτα του Αυγούστου, σε εκείνο το μικρό δενδροφυτεμένο παρκάκι στα περίχωρα του κέντρου του Μονάχου, το παράνομο και – ομολογουμένως λιγάκι φρικιαστικό – ζευγαράκι, αναγκάστηκε αντι για λαστιχένιο προφυλακτικό, να χρησιμοποίησει χάρτινο.
Λέγεται μάλιστα οτι η εγκυμοσύνη της ήταν ο λόγος που τελικά ανάγκασε την φτωχή Γκέλυ να απομακρυνθεί απο τον ξάδερφο και εραστή της, και να γεννήσει μόνη της τον μικρό Χάνς, δίνοντας τον για υιοθεσία σε ενα φιλικό της ζευγάρι. Το ζευγάρι ήξερε, βέβαια, την ιστορία, αλλά μεγάλωσε τον Χάνς σαν να ηταν δικός τους γιός, και κανείς δεν ξέρει αν και ο ίδιος έμαθε ποτε την πραγματική του καταγωγή.
Ούτε και ξέρουμα ποια ήταν η αιτία – ίσως ήταν το τραύμα της εγκυμοσύνης με τον ξάδερφο της, ίσως ο χαρακτήρας του που γίνοταν σταδιακά όλο και πιο βίαιος και καταστροφικός, ίσως ο πόνος του αποχωρισμού της απο το μονάκριβο παιδί της – ποτέ δε θα μάθουμε τον πραγματικό λόγο που, εκείνη την αποφράδα ημέρα του Σεπτεμβρίου του 1931, οδήγησε την Γκέλυ στην μοιραία απόφαση να δώσει μόνη της τέλος στη ζωη της.
Οι δυσκολίες στη ζωη του μικρού Χάνς δεν ηταν λίγες, αλλα οι θετοί του γονείς κατάφεραν με τις ελάχιστες δυνατότητες που είχαν, να του εξασφαλίσουν μια ανετη και ευχάριστη ζωη – όσο ευχάριστη μπορούσε τέλος πάντων να είναι η ζωη στην Γερμανια της δεκαετίας του 1940. Μάλιστα, το τέλος του πολέμου βρήκε τον Χάνς φοιτητή – και αργότερα αναπληρωτή καθηγητή – φιλοσοφίας στο διάσημο πανεπιστήμιο της Χαιδελβέργης, όπου γνώρισε τη σύντροφο και γυναίκα της ζωής του, την Ρίτα, με την οποία απέκτησαν μια κόρη, την Γερτρούδη.
Όπως και ο πατέρας της, ετσι και η Γερτρούδη, ουδέποτε έμαθε το κρυφό, φρικιαστικό μυστικό που κρύβοταν στο γενεαλογικό της δέντρο. Μάλιστα, ο πατέρας της τής διηγούταν συχνά – και η ίδια πάντα με περηφάνεια επαναλάμβανε – πολλές ιστορίες για αυτόν που νόμιζε ώς παππού της, που ήταν – και είναι πάμπολλες οι μαρτυρίες γι’αυτό, αγαπητέ αναγνώστη – ο ζυθοποιός που έφτιαχνε την καλύτερη, την πιο περίφημη, την πιο γευστική και πλούσια σε αφρό weissbier δυτικά της Marienplaatz.
Όσο για την ίδια τη Γερτρούδη, ήταν ενα χάρμα οφθαλμών, και τίποτε δεν πρόδιδε την πραγματική της καταγωγή, εξόν ίσως απο το τόσο χαριτωμένο τσουλούφι στη φράντζα που έπεφτε στο κατάλευκο μέτωπο της (και που έκανε όλους τους συμμαθητές της στο Γυμνάσιο να την φωνάζουν Emo), και, ίσως, κάποια μακρινή ομοιότητα – ω, μή γελάσετε αγαπητοί αναγνώστες – του τριχώτου του εφηβαίου της με το μουστάκι του βιολογικού της παππού, ομοιότητα όμως που η ίδια, έστω και άθελα της, απέκρυπτε – μια και συνήθιζε να το ξυρίζει επιμελώς.
Μάλιστα, αγαπητέ αναγνώστη, ήταν ακριβώς αυτό το τσουλούφι, που σε ένα αναπάντεχο γύρισμα της μοίρας, τράβηξε εκείνη τη νύχτα, σε κείνη τη μπυραρία στο Μόναχο, την προσοχή του Κίρκου, του τρελαμένου και φανατικού ΜΠΑΟΓΚτζή, που μέσα στο μεθύσι της μπύρας και της νίκης της αγαπημένης του ομάδας στον εκτός έδρας αγώνα με την Μπάγιερν, την καλύτερη ίσως ποδοσφαιρική ομάδα της Κεντρικής Ευρώπης, πλησίασε την Γερτρούδη και προσπάθησε να της μάθει – με αρκετά καλή επιτυχία, υπο το φως των περιστάσεων – πως να προφέρει σωστά το σύνθημα “Γαύροι μουνιά, γαμώ τον Πειραιά”, χαρίζοντας άπειρα γέλια τόσο στην ίδια οσο και στην ομήγυρη τους.
Τόσο γέλασε η Γερτρούδη εκείνη τη νύχτα, που όχι μόνο ερωτεύτηκε τον Κίρκο, όχι μονο παράτησε την μέχρι τοτε αγαπημένη της ομάδα, την Μπάγιερν για χάρη του ΜΠΑΟΓΚ, αλλα έφυγε και απο τη Γερμανία – τη μοναδική χώρα που είχε γνωρίσει στα 21 χρόνια της ζωής της και, ακολουθώντας τον αγαπημένο της, εγκαταστάθηκε – παρά τις αμήχανες, θα λέγαμε, αντιρρήσεις του πατέρα της – μόνιμα στην Θεσσαλονίκη. Εγινε μάλιστα δεκτή στο Πανεπιστήμιο της πόλης (Τι “ποιό Πανεπιστήμιο”, αγαπητέ αναγνώστη; Ένα ειναι το Πανεπιστήμιο!)
Που να γνώριζε, η άτυχη Γερτρούδη, οτι το καλά φυλαγμένο εκείνο μυστικο, τόσο καλά φυλαγμένο που η ίδια ούτε το υποψιαζόταν, θα σημάδευε τόσο φρικιαστικά τη ζωη της, πάνω απο μισόν αιώνα αργοτερα? Και όμως! Με το που πάτησε το πόδι της στήν σχολή, την ίδια μάλιστα νύχτα, άρχισαν οι εφιάλτες. Στήν αρχή δεν ήταν παρά λίγο παράξενα όνειρα, όπως αυτα που βλέπουμε όλοι μας μερικές φορές, ίσως λίγο περισσότερο όταν είμαστε αγχωμένοι η κουρασμένοι, και γι αυτό μάλλον η Γερτρούδη δεν τους έδωσε σημασία.
Άντί όμως τα όνειρα να χαθούν και να φύγουν, νύχτα με τη νύχτα γίνοταν όλο και πιο φρικιαστικά, βυθίζοντας την φτωχή Γερτρούδη στην κατάθλιψη. Κάθε νύχτα, μα κάθε νύχτα, ονειρευόταν τα φρικιαστικά, κατακαμμένα πτώματα των εβραίων θυμάτων του Αδόλφου Χίτλερ, να βγαίνουν απο τους ομαδικούς τους τάφους και να την κυνηγούν ουρλιάζοντας στο δάσος. Και κάθε, μα κάθε πρωί – ελάχιστα πρίν την αρπάξουν στα νύχια τους τα τερατώδη πλάσματα του ονείρου της, στην ίδια πάντα εκείνη γωνία του ξέφωτου στο ονείρικό της δάσος – η Γερτρούδη ξυπνούσε απότομα ουρλιάζοντας, λουσμένη στον ιδρώτα, χώρις να θυμάται τίποτε απο το όνειρο που είδε, αλλά κουρασμένη και καταπονεμένη σαν να μην κοιμήθηκε ούτε ενα δευτερόλεπτο.
Βλέπετε, αγαπητέ αναγνώστη, κάποια περίεργη σύμπτωση, η ίσως κάποια εκδικητική και σαδιστική μοίρα, ήθελε το κτίριο της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου, στην οποία η Γερτρούδη είχε επιλέξει να σπουδασει Γερμανική Φιλολογία, να έχει θεμελιωθεί πάνω απο το Εβραικό νεκροταφείο της πόλης – γεγονός για την επίσημη αναγνώριση του οποίου ακόμα μάχεται η μικρή αλλά ενεργή κοινότητα των Εβραίων κατοίκων της πόλης.
Και εαν πιστεύετε στην μοίρα αντί για τη σύμπτωση, αγαπητέ αναγνώστη, τότε ενδεχομένως να πιστεύετε και στα φαντάσματα. Εγώ ο ίδιος θα δυσκολευόμουν να πιστέψω, εαν δεν είχα γνωρίσει τη Γερτρούδη προσώπικα και δεν είχα δεί τις ρυτίδες κάτω απο τα μάτια της, εαν δεν ειχα δει τα μαλλιά της, που απο κατάμαυρα και λαμπερά που ήταν, είχαν αρχίσει να χάνουν το χρώμα τους στις ρίζες.
Ήταν όντως τα φαντάσματα των θαμμένων στο νεκροταφείο Εβραίων, που τυφλά και φρικιαστικά αναζητούσαν εκδίκηση απο την Γερτρούδη για τους πενήντα χιλιάδες γιούς, κόρες, ανηψιούς και ανηψιές, εγγόνια και δισέγγονα που βρήκαν φριχτό θάνατο στα κρεματόρια του βιολογικού της παππού στο Άουσβιτς και το Μπίρκεναου;
Δεν θα μάθουμε ίσως ποτέ με σιγουριά, αγαπητέ αναγνώστη, αλλά όπως συνήθιζε να λέει κάποιος που τώρα μου διαφεύγει το ονομά του, όταν εξαιρέσεις το αδύνατο, αυτό που μένει, όσο παράλογο και εαν φαίνεται, δε μπορεί παρά να είναι πραγματικό. Και τι δεν έκανε η Γερτρούδη στήν εξαίρεση του αδύνατου. Πόσους και πόσους γιατρούς επισκέφτηκε, πόσους ψυχολόγους, ψυχίατρους, ενδοκρινολόγους – μέχρι και σε οφθαλμίατρο πήγε, μήπως και τα κομψά γυαλιά με τον λεπτό κοκκάλινο σκελετό που συνήθιζε να φοράει απο το Λύκειο της προκαλούσαν πρόβλημα.
Σε πόσες χαρτορίχτρες, σε πόσες καφετζούδες δεν πήγε προσπαθώντας να ανακαλύψει την πηγή του εφιάλτη που στοιχείωνε τις νύχτες, και τώρα πια και τις μέρες της. Γιατι πλέον τα φαντάσματα – η ό,τι κι αν ήταν αυτά, αγαπητέ αναγνώστη, αλλά για ευκολία ας δεχτούμε, έστω και ως σχήμα λόγου οτι επρόκειτο για φαντάσματα – κυνηγούσαν την άμοιρη Γερτρούδη ακόμα και τη μερα, μετατρέποντας τη ζωή της σε μαρτύριο. Δεν έβγαινε απο το σπίτι, δεν διασκέδαζε, δεν έτρωγε – μέχρι και ο αγαπημένος της ΜΠΑΟΓΚτζής, στο τέλος την παράτησε για κείνη την κοκκινομάλλα με τα μεγάλα βυζιά. Σέρνοταν κλειδαμπαρωμένη στο μικρό της διαμέρισμα, μην τολμώντας να ξεμυτίσει απο τον φόβο και τον τρόμο που την περίμενε εκει έξω, κουκουλωμένη στο κρεββάτι της τρέμοντας μή τυχόν και αποκοιμηθεί.
Μέχρι που μια μέρα, αγαπητέ αναγνώστη, εντελώς άξαφνα και αναπάντεχα, οι εφιάλτες άρχισαν να υποχωρούν. Σταδιακά στήν αρχή, όπως εμφανίστηκαν, κατάφερνε να ξεφύγει όλο και πιο πολύ απο τα φρικιαστικά πτώματα που την κυνηγούσαν σε κείνο το ξέφωτο κάθε φορα που αποκαμωμένη την έπαιρνε ο ύπνος, κάθε νύχτα το όνειρο χάνοταν όλο και πιο πολύ μέσα σε μια μυστηριώδη ομίχλη, και η Γερτρούδη άρχισε σιγά σιγα να επανακτά την προηγούμενη όψη της και να επιστρέφει, θα λέγαμε, στον κόσμο των ζωντανών.
Δεν έμαθα ποτέ εαν η Γερτρούδη – την οποια εχω χρόνια να δω, αγαπητέ αναγνώστη – φαντάστηκε έστω και τη σχέση που θα μπορούσε να έχει η σχολή που φοιτούσε, με τους εφιάλτες που τη στοιχείωναν. Ωστόσο γνωρίζω οτι – τυχαία; – η υποχώρηση των φρικιαστικών αυτών ονείρων συνέπεσε χρονικά με την απομάκρυνση της απο τη σχολή – λόγω του ίδιου του φόβου και της φρίκης που την έφεραν στο χείλος της αποξένωσης απο την ίδια τη ζωη της.
Και ίσως έχω αρχίσει πλέον να πιστεύω ακόμα κι εγω πως μπορεί να μην ήταν η τύχη, αλλα η μοίρα, αγαπητέ αναγνώστη, μια μοίρα που οσο άσπλαχνη και εκδικητική ξέρει να γίνεται, τόσο γνωρίζει και να απαλύνει τις πληγές ακόμα και του βαθύτερου πόνου με τα γυρίσματα της, που έκανε τη Γερτρούδη να παρατήσει τη σχολή της – απο την οποία άλλωστε απουσίαζε πλέον για πάνω απο εφτά εξάμηνα – και να ξαναδώσει εισαγωγικές εξετάσεις, περνώντας αυτή τη φορά στήν Ιατρική Σχολή του ίδιου πανεπιστημίου.
Το κτίριο της οποίας όμως, όπως ίσως μπορεί να γνωρίζετε, αγαπητέ αναγνώστη, αντί να είναι θεμελιωμένο πάνω στο Εβραικό νεκροταφείο όπως η Φιλοσοφική, είχε χτιστεί εκει που κάποτε βρίσκοταν κάτι κοτέτσια.
Και ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος, αγαπητέ αναγνώστη, που με έκανε να υποψιαστώ, και να ψάξω το παρελθόν της Γερτρούδης, ανκαλύπτοντας με κόπο ύστερα απο χρόνια όλα αυτα τα φρικιαστικά μυστικά που σήμερα μοιράζομαι μαζί σας, και που η Γερτρούδη ακόμα δέν γνωρίζει και που ελπίζω να μην της τα αποκαλύφετε ποτε, αγαπητέ μου αναγνώστη και σύντροφε μου σ’αυτό το μοναχικό ταξίδι της αποκάλυψης που άλλαξε συθέμελα όλα τα μέχρι τώρα μου πίστευω, και ίσως – ποιός ξέρει; – να αλλάξει, αγαπητέ αναγνώστη και τα δικά σας πιστεύω.
Γιατί – και αυτή τη φορά πολύ δύσκολο θα ήταν να το επιρρίψει κάποιος στήν Τύχη, αγαπητέ αναγνώστη – με το που γράφτηκε η Γερτρούδη στην Ιατρική Σχολή, τα όνειρα με τα πτώματα ξανάρχισαν.
Μόνο που, αυτή τη φορά, επρόκειτο για πτώματα κοτόπουλων.
Οπώς λένε, η θέληση του Θεού είναι άγνωστη – το ίδιο άγνωστη όμως ειναι, αγαπητέ αναγνώστη, και η θέληση των πνευμάτων. Πείτε με αν θέλετε τρελό, πείτε με παράφρονα – η ίδια η Γερτρούδη το έκανε, και απο τότε δυστυχώς ξέκοψε μαζί μου – αλλά τώρα πια πιστεύω πραγματικά απο τα βάθη της ψυχής μου οτι τα όνειρα με τα ψητά κοτόπουλα, τις κοτομπουκιές, τα κοτόπουλα φούρνου με πατάτες, τα κοτοσουβλάκια και τα κοτομπέικον που άρχισε να βλέπει η Γερτρούδη απο την εγγραφή της στο χειμερινό εξάμηνο και μετά, δεν ήταν διόλου τυχαία. Βέβαια σ´αυτήν δημιουργούσαν μάλλον όρεξη παρα τρόμο (και παρότι ντρέπομαι που το λεω αγαπητέ αναγνώστη, πρέπει να ομολογήσω οτι η Γερτρούδη απο τότε έβαλε τα κιλάκια της), εμένα όμως τα όνειρα της Γερτρούδης με τρόμαξαν.
Σήμερα η Γερτρούδη είναι μια επιτυχημένη εντατικολόγος με λαμπρή ιατρική καριέρα, και – νάτην πάλι αυτή η αδυσώπητη μοίρα! – δουλέυει στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Τελ Αβίβ σώζωντας τις ζωές των γιών, των ανηψιών, των εγγονών και των δισέγγονων – και ορισμένες φορες ακόμα και των ίδιων, ίσως, ανθρώπων που κατάφεραν να γλυτώσουν απο τη μοίρα που τους επιφύλασσε το ανθρώπινο αυτό τέρας που έμελλε να την φέρει στόν κόσμο.
Μαθαίνω δε – δίχως, θα σας το αποκαλύψω αγαπητοί αναγνώστες, να αποφεύγω κάποιαν ελαφριά πικρία – πως λίαν προσφάτως επανδρεύθη (μεθ’επαίνων εκ του πατρός της) μετά δημοσίου υπαλλήλου τίνος και ακαδημαικότος δε, κατέχοντα θέσιν σημαντική και σταθερήν εργασίαν ως μέλος ισόβιον της CODASYL, της επιτροπής προτυποποιήσεως της γλώττας ηλεκτρονικού εγκεφάλου COBOL.
Οσο για μένα, αγαπητέ αναγνώστη, εγω – όσα χρόνια και αν εχουν περάσει απο τότε – απο κάποιο ανεξήγητο φόβο που έχει φωλιάσει μέσα μου και μου ροκανίζει σαν σαράκι τα σωθικά, δεν μπορώ να βάλω στο στόμα μου κοτόπουλο.