Μια πολεμική ιστορία

Κάποτε, στα παλιά παλιά χρόνια, υπήρχε στην κεντρική Ασία μια χώρα. Κι άλλες υπήρχαν – και υπάρχουν ακόμα – αλλα εμείς, αγαμητοί μου φίλοι, σ’αυτη εδω την Διδακτική Ιστορία, θα ασχοληθούμε με μία συγκεκριμένη, αφήνοντας τις υπόλοιπες για μελλοντική χρήση.

Ήταν μια μικρή, περήφανη, μυστακόσχημη χώρα, που κατοικείτο απο φυλές καλοκάγαθων αγροτών που εξέτρεφαν πορτοκαλιά αβγανικά καρότα (που προορίζοταν για εσωτερική κατανάλωση), και κτηνοτρόφων, που ασχολούνταν κυρίως με την εκτροφή του κύριου εξαγώγιμου προιόντος της χώρας, που ήταν – οπως μπορείτε εύκολα να μαντέψετε – τα αβγά. Και ακριβώς απο αυτά τα αβγά που εξέτρεφαν οι περήφανοι κτηνοτρόφοι, οι επονομαζόμενοι και Ταλιμπάν, πήρε και το όνομα της ολόκληρη η περήφανη αυτή χώρα που ονομάζεται Αβγανιστάν.

Τόσο περίφημα ήταν τα αβγά που εξέτρεφαν και πουλούσαν σε ολόκληρη την οικουμένη οι αβγανοί Ταλιμπάν, που ηταν περιζήτητα σε κάθε κουζίνα – γκουρμέ και μη. Ποσοι ονομαστοι Άγγλοι σεφ, πόσοι Γάλλοι γαστρονόμοι δεν ξόδευαν αμέτρητο χρόνο και κόπο προκειμένου να προμηθευτούν απο τη μακρινή αυτή χώρα έστω και μια εξάδα αυτών των περίφημων, νοστιμότατων αβγών, που, όπως λέγεται, έφτιαχναν την τέλεια μπεσαμέλ. Λέγεται μάλιστα οτι απο το Αβγανιστάν ήταν που πήρε, μετά απο ειδική παραγγελία, το αβγό του ο περίφημος επιθεωρητής Κολόμπο, αβγό το οποίο έμελλε να μείνει στην ιστορία και μνημονεύεται ακόμα και σήμερα στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά.

Ακριβώς απο πάνω απο την μικρή αυτή αλλα περήφανη χώρα, υπήρχε μια πελώρια χώρα που ονομάζοταν Εσουσουδού. Η Εσουσουδού ήταν μια χώρα που κάποτε ονομάζοταν Ρωσία και κατοικούταν απο φιλήσυχους και ειρήνικους Ρώσους που περνούσαν τις μέρες τους μεθώντας με ενα ποτό που έφτιαχναν απο πατάτες, παίζοντας με κάτι ηλίθιες κούκλες που μπαίνανε η μια μέσα στην άλλη και πάντα καποιο κομμάτι τους χάνοταν, και γράφοντας φριχτά τραγούδια που τα παίζανε με κάτι μικροσκοπικές τρίχορδες κιθάρες.

Μέχρι που μια μέρα, στην πελώρια και φιλήσυχη Ρωσία, εμφανίστικαν κάτι κακοί και μοχθηροί κόκκινοι τύποι με μουστάκια και τριγωνόσχημες γενειάδες. Οι τριγωνόσχημες αυτές γενειάδες, ήταν όμοιες τόσο με εφηβαίον αμόλυντου παρθένας κορασίδoς, που εξ΄αιτίας αυτών, οι μοχθηροί αυτοί κόκκινοι άνθρωποι ονομάστηκαν Κουμουνισταί.

Ηταν τόσο μοχθηροί και κακοι δε αυτοί οι Κουμουνισταί που μετέτρεψαν την πελώρια αυτή χώρα απο Ρωσία σε Εσουσουδού, γέμισαν τα μπουκάλια του ποτού απο πατάτες με κόκκινα αστέρια, έδωσαν διαταγή να μεταποιηθούν όλες οι μικροσκοπικές τρίχορδες κιθάρες σε σφυροδρέπανα, και μετέτρεψαν τους κάτοικους της χώρας απο φιλήσυχους και ειρήνικους σε κόκκινους, μοχθηρούς και – απαραιτήτως – με μουστάκι.

Οσο όμως και εαν προσπαθούσαν οι κακοί κόκκινοι και μοχθηροί Κουμουνισταί, ποτέ δεν κατάφεραν να παράγουν τοσο τέλεια, τοσο φρέσκα, τοσο νόστιμα και περιζήτητα αβγά οσο το γειτονικό Αβγανιστάν. Φθόνος, πίκρα και μίσος φώλιαζε έκτοτε στο κόκκινο μοχθηρό μυαλό των Κουμουνιστών για τους φιλήσυχους και ειρηνικούς Ταλιμπάν, που με τα αβγά τους τους ρεζίλευαν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ανάμεσα στούς Ταλιμπάν που ζούσαν εκείνη την εποχη στο ειρηνικό Αβγανιστάν, ζούσε ο μεγάλος μπουζουκτσής μουσικός Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ, ο επονομαζόμενος “Ο άνθρωπος, ο μύθος, ο θρύλος”. Τοσο ονομαστός και μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού ηταν ο Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ ο άνθρωπος, ο μύθος, ο θρύλος, που καθημερινά τον φώναζαν οι μεγαλύτερες οικογένειες των Ταλιμπάν για να θρέψει με τη μουσική του την ψυχή των πουλερικών, που οταν τον άκουγαν εκστασιασμένα να παίζει τα γλυκύτερα ταξίμια που έπαιξε ποτέ άνθρωπος, κάτι απο τη μαγεία της μουσικής εισχωρούσε στα αβγά τους και τους έδινε όλες αυτές τις μαγικές ιδιότητες που τα έκαναν περιζήτητα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Έμελλε εκείνη τη μοιραία νύχτα του οχι και τόσο μακρινού 1979, ο μεγάλος και ονομαστός μουσικός Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ ο άνθρωπος, ο μύθος, ο θρύλος, να βρίσκεται σε ενα παραμεθόριο Αβγανικό χωριό. Μόλις είχε παίξει στα πουλερικά του χωριού, και είχε καθήσει γύρω απο τη φωτιά στην οποια συγκεντρώνοταν κάθε βράδυ οι Ταλιμπάν φύλαρχοι του χωριού. Οι φύλαρχοι αυτοί είχαν σε τόσο μεγάλο σεβασμό τον Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ τον άνθρωπο, τον μύθο, τον θρύλο, που συγκεντρώθηκαν εκείνη τη νύχτα μόνο και μόνο για να ακούσουν το μπουζούκι του, και την μοναδική, μεγαλειώδη εκτέλεση του παραδοσίακου Αβγανικού τραγουδιού “Come on Mr. Taliban, tally me banana”.

Ανυπομονώντας ενας απο τους φύλαρχους να αρχίσει επιτέλους το μαγικό του παίξιμο ο ονομαστός Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ ο άνθρωπος, ο μύθος, ο θρύλος, που ξεχνώντας τους ευγενικούς του τρόπους και την αριστοκρατική του καταγωγή, του φώναξε – λιγάκι ανάγωγα, όπως αποκάλυψαν αυτήκοοι μάρτυρες της σκηνής

“Αντε καμμια ωρα ρε μεγάλε Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ άνθρωπε, μύθε, θρύλε! Ρίξε μας επιτέλους καμμια μπουζουκιά!”

Δυστυχώς, θες λίγο η βαρηκοία του μεγάλου μουσικού Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ, του άνθρωπου, του μύθου, του θρύλου, λίγο το ονομαστό Αβγανικό αφιόνι που άτμιζε στους ναργιλέδες των φυλάρχων, λίγο η κούραση και το περασμένο της ώρας, έφεραν το μοιραίο. Ο μεγάλος και ονομαστός μουσικός Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ ο άνθρωπος, ο μύθος, ο θρύλος, παράκουσε.

Και αντί για την λέξη “μπουζουκιά”, ο ονομαστός Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ ο άνθρωπος, ο μύθος, ο θρύλος, κατάλαβε “μπαζουκιά”.

Μη θέλοντας να χαλάσει χατήρι στον φύλαρχο, ο ονομαστός Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ ο άνθρωπος, ο μύθος, ο θρύλος, σηκώθηκε ατάραχος, πήγε στη σκηνηή του, και γύρισε ύστερα απο λίγο κρατώντας ενα πελώριο φορητό ολμοβόλο – το επονομαζόμενο και μπαζούκας. Μη θέλοντας να τραυματίσει κανέναν απο την ομήγυρη, και πρίν προλάβουν οι τρομαγμένοι Ταλιμπάν φύλαρχοι να τον ειδοποιήσουν για το λάθος του και να τον σταματήσουν, ο μεγάλος και ονομαστός Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ ο άνθρωπος, ο μύθος, ο θρύλος, σημάδεψε ψηλά με το μπαζούκας στον ουρανό, και πάτησε τη σκανδάλη στέλνοντας με βροντερό ήχο μια μπαζουκιά στον αέρα.

Ποιο διεστραμμένο κλωθογύρισμα του κουβαριού της μοίρας όδηγησε στα γεγονότα που ακολούθησαν, ποτέ δε θα μάθουμε, αγαμητοί μου αναγνώστες. Αλλα τα ίδια τα γεγονότα μας ειναι γνωστά απο την Ιστορία. Το βλήμα του μπαζούκα πέρασε τα σύνορα με την Εσουσουδού, εκτέλεσε μια τελειότατη βαλλιστική τροχιά, και έπεσε ακριβώς επάνω στην δεξαμενή καυσίμων του μεγαλύτερου μοχθηρού κόκκινου και Κουμουνιστικού εργοστασίου μετατροπής μικροσκοπικών τρίχορδων κιθάρων σε σφυροδρέπανα.

Το εργοστάσιο ανατινάχτηκε ολοσχερώς, σκορπίζοντας τον θάνατο σε 492 μοχθηρούς κόκκινους Κουμουνιστές εργάτες με μουστάκι, και στον ονομαστό Ρώσο ταξίαρχο Ομάρ Ταρίφ, αρχηγό των Κουμουνιστών ταξιτζήδων που έτυχε εκείνο το βράδυ να επισκέπτεται το εργοστάσιο. Απο τον Ομάρ Ταρίφ δεν ευρέθηκε ποτέ ούτε ίχνος της σορού του, εκτός απο το μοχθηρό, κόκκινο, Κουμουνιστικό μουστάκι του.

Οι κακοί και μοχθηροί κόκκινοι Κομουνισταί, τυφλωμένοι απο την οργή και το μίσος τους για τους ειρηνικούς Ταλιμπάν, αρνήθηκαν κάθε εκδοχή περι ατυχήματος. Θεώρησαν το συμβάν επιθετική ενέργεια, και την επόμενη κιόλας μέρα εισέβαλαν στο ειρηνικό Αβγανιστάν με κακά και μοχθηρά κόκκινα Κουμουνιστικα τάνκς κι αεροπλάνα, όλμους πολυβόλα και ψυχή σαν του Λαικού Στρατού, και σε ενα σκληρό, μακρύ, φριχτό και καταστροφικό πόλεμο που κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια, μετέτρεψαν το Αβγανιστάν σε Ομελετιστάν και Αβγατηγανιστάν.

Όσο για τον μεγάλο και ονομαστό Μωχάμετ Ελ-Μπακάρ, τον άνθρωπο, τον μύθο, τον θρύλο, επέζησε του φριχτού και καταστροφικού αυτου πόλεμου, μετα το τέλος του οποίου, αγαμητέ αναγνώστη, σε μια μικρή και σεμνή τελετή στο κτίριο του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, του απονεμήθηκε ενα ζευγάρι ακουστικά βαρηκοίας Ζήμενς, ωστέ να μην επαναλάβει ποτέ στο μέλλον εκείνο το μικρό του λάθος με τις τραγικές και καταστροφικές συνέπειες.


Ωδαι

Ωδη 2892η, “Εις τον ανωνυμον σχεδιαστη στερεων” :

Τι ποθος και τι πονος,
μεχρι να βγει ο κωνος!

Ωδη 267η, “Εις τα κωλοπουλα” :

Ξερω κατι πουλια
γκριζα πουλια χαζα πουλια
πουλια της μαλακιας

δε ζουν στον ουρανο ψηλα
κωλοβαρανε στα κλαρια
κι αν στη σκια παρκαρω
μου χεζουνε το καρο

Ξερω κατι πουλια
γκριζα πουλια χαζα πουλια
πουλια της μαλακιας
δεν μιλανε δεν λαλανε
το peugeot μου κουτσουλανε


Ομάδα Αυτοβοήθειας

Το χαρτάκι εγραφέ απλώς “901″. Ο φίλος που μου το είχε δώσει, το είχε πει ξεκάθαρα : “Μη γράψεις τη διεύθυνση. Καλύτερα να τη θυμάσαι απέξω. Αυτοι οι άνθρωποι δίνουν μεγάλη σημασία στην διακριτικότητα, όπως καταλαβαίνεις”.

Μου φάνηκε λογικό. Πλησίασα αργά το μεγάλο γκριζο κτιριο. Βρίσκοταν λιγο εξω απο το κέντρο της πόλης, απέναντι απο μια πλατεία φυτεμένη με κατι κακοπαθημένα αθλιόφυτα, και καταλάμβανε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο. Διέσχισα την είσοδο. Το ισόγειο εσωτερικά φαινόταν ασφυκτικά μικρο. Προχώρησα στο φουαγιέ και μπήκα μέσα σε ενα απο τα ανοιχτά ασανσέρ.

Έψαξα για τον ένατο όροφο. Δεν υπήρχε. Τα κουμπιά του ασανσέρ σταματούσαν στο εξι. Σωστό μου φάνηκε, μια και το κτίριο δε φαινόταν και τοσο ψηλό απ’εξω. Αλλα τότε, που ήταν το εννιά; Βγήκα απο το ασανσέρ και πλησίασα τον συμπαθητικό ηλικιωμένο κύριo πίσω απ τη ρεσεψιόν.

“Ψαχνω το 901″. Με κοίταξε αμίλητος. Για μια στιγμή ένιωσα αμηχανία. “901″ ξαναείπα και του έδειξα το χαρτάκι. Το πήρε στα χέρια του, και το κοίταξε προσεκτικά. Ύστερα κοίταξε εμένα προσεκτικά. Απο πάνω μέχρι κάτω. Δυο φορές. Στο τέλος μαλλον αποφάσισε οτι του έκανα.

“Είστε για τους Ανώνυμους;”, ρώτησε.

“Ναι”, αποκρίθηκα. Ο λαιμός μου είχε στεγνώσει. Αγγιξα ασυναίσθητα το μεταλλικό παγούρι στην κωλότσεπη του τζήν μου, και μετα θυμήθηκα οτι το είχα αδειάσει στο νεροχύτη της κουζίνας. Σκέφτηκα οτι θα ήταν λιγάκι οξύμωρο να το κουβαλήσω μαζί μου γεμάτο εκεί που πήγαινα.

“Δεν σας εχω ξαναδεί”, είπε ο ρεσεψιονίστας.

“Είναι η πρώτη μου φορα”, απάντησα, ελαφρώς ντροπιασμένος. Ο υπάλληλος σαν κάπως λιγάκι να χαλάρωσε. Μου έδωσε πίσω το χαρτάκι, βγήκε απο τη ρεσεψιόν και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Ανεβήκα πίσω του τις σκάλες μέχρι τον πρώτο όροφο. Στρίψαμε σε ενα διάδρομο και μετά σε άλλον ένα. Μου έδειξε μια μπαλκονόπορτα.

Βγήκα απο τη μπαλκονόπορτα σε ενα λιλιπούτειο μπαλκονάκι. Κόιταξα γύρω μου. Στην απέναντι γωνία του μπαλκονιού υπήρχε μια δεύτερη μπαλκονόπορτα. Την άνοιξα και ξαναμπήκα στο κτίριο.

“Μυστήρια πράγματα”, σκέφτηκα. Κοίταξα γύρω μου και κατάλαβα γιατί το εσωτερικό του κτιρίου μου φαινόταν τόσο μικρο. Φαίνεται οτι το κτίριο ήταν χωρισμένο στα δύο με εσωτερικούς τοίχους.

Προχώρησα στο διάδρομο και μπήκα σε ενα αλλο ασανσέρ που με περίμενε επίσης ανοιχτό. Τα κουμπιά είχαν νούμερα απο εφτά μέχρι δεκατρία. Πάτησα το δεκατρία απο περιέργεια. Το ασανσέρ έβγαλε ενα ήχο στεναχωρημένου τρομπονιού και δεν έκανε απολύτως τίποτα. Πάτησα το εννιά. Ακούστηκε ένα χαρούμενο γκλίνκ, οι πόρτες έκλεισαν και το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει.

Ο “ένατος” όροφος ήταν σαν οποιοσδήποτε άλλος οροφος ξενοδοχείου, αν και – με εξαίρεση την ύπαρξη ρεσεψιόν – πουθενά δεν είχα δει την οποιαδήποτε ένδειξη οτι το κτίριο ηταν όντως ξενοδοχείο. Έψαξα για το 901. Ήταν ακριβώς μπροστά μου. Χτύπησα το κουδούνι, ακούστηκε ενας βόμβος και η πόρτα άνοιξε.

Βρέθηκα σε ενα μικρό προθάλαμο. Πισω απο ενα μικρό γραφειάκι, μια κοπέλα με σπαστά ξανθά μαλλιά πληκτρολογούσε στον υπολογιστή της. Γύρισε και μου χαμογέλασε ανοίγοντας ενα συρτάρι στο γραφείο της.

“Δέν σας έχω ξαναδεί εδω”. Η φωνή της ήταν εξίσου γλυκιά με την ίδια.

“Το ακούω συχνά αυτο τώρα τελευταία. Είναι η πρώτη μου επίσκεψη”.

“Μάλιστα. Έχω εδω οτι χρειάζεστε”. Εψαξε στο συρτάρι της και έβγαλε ένα πάκο χαρτιά. Μου έκανε με το χέρι της νόημα να καθήσω και μου έδωσε ενα στυλό.

“Οπως γνωρίζετε, οι συναντήσεις μας είναι ανώνυμες. Δε θα σας ρωτήσω το ονομά σας, αλλα πρέπει να διαλέξετε ενα όνομα. Ας μην είναι το πραγματικό σας”. Διάλεξα ενα όνομα στην τύχη, και είδα οτι το έντυπο που μου έδωσε περιείχε κι άλλα προσωπικά στοιχεία.

“Πρέπει να τα συμπληρώσω;” τη ρωτησα.

“Τίποτα δεν πρέπει. Αλλα εσείς μόνος σας ήρθατε ως εδω, σωστά;”

Δε μπόρεσα παρά να συμφωνήσω, και συμπλήρωσα το υπόλοιπο έντυπο. Η κοπέλα το πήρε απο μπροστά μου, και διάβασε το όνομα που είχα γράψει, “Κρέγκ”. Το αντέγραψε σε ενα χαρτάκι, το πέρασε σε μια πλαστικη κονκάρδα, και μου την έδωσε μαζι με ενα χοντρό πάκο χαρτιά.

“Θα πρέπει να υπογράψετε οτι συμφωνείτε με τους κανονισμούς λειτουργίας μας. Ειναι τυπικό, καταλαβαίνετε”.

Φόρεσα την κονκάρδα, γύρισα το πάκο στην τελευταία σελίδα και υπέγραψα χωρίς να διαβάσω.

Της έδωσα το πάκο με τα χαρτιά πίσω. Για μια στιγμή έμεινε αμίλητη και μέτα με ρώτησε “Κ. Κρέγκ, είναι η πρώτη σας φορά, είπατε. Πόσα περίπου… ξέρετε…”

“Αρχισα με δύο τη μέρα. Μετά το φαγητό. Ύστερα έγιναν τρία, και μετα…”

Η κοπέλα γούρλωσε τα ματια. “Πωπω, είστε σοβαρή περίπτωση. Έπρεπε να έρθετε πιο νωρίς”.

Δεν κατάλαβα γιατι τα δυο ποτά τη μέρα της φάνηκαν σοβαρή περίπτωση, αλλά δεν εφερα αντιρρήσεις. “Γι’αυτό ακριβώς είμαι εδω”, της αποκρίθηκα.

Μου έδειξε την πόρτα στα αριστερά της. “Οι υπόλοιποι έχουν ήδη αρχίσει, μπορείτε να περάσετε”. Ακούστηκε ακόμα ενας βόμβος και η πόρτα άνοιξε με ενα απαλο κλίκ.

Πέρασα σε μια ευρύχωρη αίθουσα. Απο τα παράθυρα μπορούσε κανείς να διακρίνει σχεδόν όλη την πόλη. Στό κέντρο της αίθουσας, εφτά καρέκλες σχημάτιζαν κύκλο. Πεντέμισι ζευγάρια μάτια γύρισαν και με κοίταξαν.

Ο ψηλός ξερακιανός άντρας που του ανήκε το μισο απο τα πεντέμισι ζευγάρια μάτια σηκώθηκε, χαμογέλασε, και μου πρότεινε την έβδομη, άδεια καρέκλα. “Φαίνεται οτι έχουμε μαζί μας εναν καινούριο”. Το ύφος του ήταν ευχάριστο, παρά το κάλυπτρο που στερεώνοταν στο κεφάλι του με μια ταινία και σκέπαζε το δεξί μάτι που του έλειπε. Θύμιζε λίγο πειρατή. Η κονκάρδα στο πουκάμισο του έγραφε “Μπίλ”.

Κάθησα στην καρέκλα και προσπάθησα να βολευτώ. Δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολο. Ο άντρας που πιθανότατα δέν τον έλεγαν Μπίλ ξανακάθησε στην καρέκλα του.

“Λοιπόν, Κρέγκ, υποθέτω οτι γνωρίζεις πάνω κατω τη διαδικασία. Είμαστε ομάδα αυτοβοήθειας. Εγώ είμαι ο Μπίλ. Να σου συστήσω, απο αριστερά προς τα δεξιά, την Κέλλυ, τον Σίντ, την Σάρα, την Μάρα, και τον Μπόμπ”. Όλοι με χαιρέτησαν με ενα χαμόγελο, ενα νεύμα και ενα κούνημα του χεριού.

Έκανα το ίδιο και κοίταξα τις δύο κοπέλες. Ηταν μελαχροινές, λεπτές, με καστανά μάτια, τέλειο σοκολατί ηλιοκαμένο δέρμα και ίσια μακριά μαλλιά. Ολόιδιες. Έπιασαν το βλέμμα μου και ξεράθηκαν στα γέλια. “Είμαστε αδερφές”, είπαν ταυτόχρονα. “Δίδυμες”. Πάλι ταυτόχρονα. Ένα γέλιο απλώθηκε στην αίθουσα. Προφανώς το γνώριζαν όλοι οι παρευρισκόμενοι εκτός απο μένα, αλλα εξακολουθούσε να τους φαίνεται διασκεδαστικό.

“Ωραία”, είπε ο Μπίλ. “Και τώρα που γνωριστήκαμε, ποιος θα αρχίσει σήμερα; Σίντ, θέλεις να πείς εσυ;”

Ο Σίντ σηκώθηκε απο την καρέκλα του. Μέτριο ύψος, γεροδεμένος, κοντοκουρεμένα μαλλιά, διαπεραστικό βλέμμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε:

“Μέ λένε Σίντ και είμαι καθαρός. Εχω να σκοτώσω άνθρωπο τρία χρόνια και δεκαεφτά εβδομάδες”.

Πέντε ζευγάρια χέρια άρχισαν να χειροκροτούν δυνατά. “Μπράβο!” “Ζήτω!”. Εγώ έμεινα να τους κοιτάζω με ανοιχτό στόμα. Η Κέλλυ, στα δεξιά μου, μια κοντή καλοσυνάτη ηλικιωμένη γυναίκα με ασημένια μαλλιά, έκανε προς το μέρος μου και με σκούντηξε ελαφρά. “Καταλαβάινω οτι είναι η πρώτη σου φορά, αλλα πρέπει να συμμετάσχεις. Ο άνθρωπος χρειάζεται ενθάρρυνση”. Χειροκρότησα ξεψυχισμένα, ενώ κοίταζα με τρόμο όλους τους υπόλοιπους που συνέχιζαν τα “μπράβο” και τα “ζήτω” σαν να μη συνέβη τίποτα.

΄Οταν σίγησαν τα χειροκροτήματα, ο Μπίλ συνέχισε.

“Ήθελες όμως να το κάνεις, δεν ήθελες;”

“Οχι τοσο οσο παλιότερα. Την πέμπτη καθώς πήγαινα στο βιβλιοπωλείο είδα μια κοπέλα που μου άρεσε, και για μια στιγμή μου πέρασε απο το μυαλό πως θα ήταν… Άλλα έδιωξα αμέσως τη σκέψη απο το μυαλό μου. Συγκρατήθηκα. Πραγματικά συγκρατήθηκα”.

“Το ξέρω Σίντ”, είπε η Σάρα, “αλλα ξέρεις οτι δε φτάνει αυτο. Πρέπει να κάνεις περισσότερη προσπάθεια”. Ο Σίντ πήρε ενα βλέμμα γεμάτο ντροπή και ξανακάθισε στην καρέκλα του.

“Αδελφοι μου”, είπε ο Μπίλ. “Ας προσευχηθούμε όλοι και άς παρακαλέσουμε τη Χάρη Του Θεού να φωτίσει την ψυχη του παραστρατημένου Του αμνού, Σίντ, και να τον απομακρύνει απο τους πειρασμούς της αμφιβολίας”. Έσκυψαν όλοι τα κεφάλια και άρχισαν να προσεύχονται σιπωπηλά. Ακολούθησα τις κινήσεις τους, λίγο απο ευγένεια λίγο απο φόβο, αλλα πραγματικά δεν ήξερα σε τι ακριβώς υποτίθεται πως έπρεπε να προσευχηθώ.

Μετα το τέλος της προσευχής, η Σάρα γύρισε προς το μέρος μου. “Κρέγκ, μια και είσαι καινούριος, θέλεις να μας πεις εσύ;”

Χρειάστηκε να επαναλάβει το “όνομα” μου. Οχι επειδή δεν την ειχα ακούσει, αλλα κυρίως επειδή είχα μείνει αυγο.

“Ελα, Κρέγκ, είναι εύκολο. Θα σου κάνει καλό, θα δείς”, είπε ο Σίντ. “Ποιός θέλει να μας μιλήσει ο Κρέγκ;”

Εξι χέρια σηκώθηκαν στον αέρα. Εγώ ήμουν ακόμα αυγό.

“Ελα, αυγό, σήκω”, είπε περιπαιχτικά η Μάρα. “Είμαστε όλοι μαζί σου. Κάποτε ήμασταν κι εμείς στη θέση σου, μην το ξεχνάς αυτο”.

Σηκώθηκα με δυσκολία και στάθηκα στο κέντρο του κύκλου. Κοίταξα γύρω μου. Όλοι με περίμεναν να αρχίσω.

“Με λένε Κρέγκ και είμαι αλκοολικός”, ψιθύρισα.

“Λίγο πιο δυνατά, Κρέγκ. Δε σε ακούει κανείς εδω, εκτος απο εμάς”, είπε ο Μπίλ.

“Με λενε Κρέγκ και είμαι αλκοολικός”, είπα λίγο πιο δυνατά.

Πεντέμισι ζευγάρια μάτια άρχισαν να ανταλλάσουν βλέμματα μέσα στην απόλυτη σιγή που απλώθηκε ξαφνικά στο δωμάτιο. Κανένας δεν κοίταζε εμένα, έτσι κι εγώ έμεινα σιωπηλός, περιμένοντας κάποια αντίδραση.

Τελικά, αυτός που μίλησε ήταν ο Μπίλ.

“Κρέγκ, θα σου κάνω μια πολυ σοβαρή ερώτηση. Θέλω να τη σκεφτείς καλά πρωτού απαντήσεις. Ξέρεις που ακριβώς βρίσκεσαι;”

Το σκέφτηκα για λίγο. Η μέχρι πρότινος προφάνής απάντηση, είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο προφανής, και μάλιστα με τον πιο δυσάρεστο για μένα τρόπο. Ωστόσο προσπάθησα να συγκρατήσω την ψυχραιμία μου.

“Στους Ανώνυμους Αλκοολικούς;” ρώτησα.

“Κρέγκ, για την περίπτωση που δεν το έχεις καταλάβει ακόμα, βρίσκεσαι στους Ανώνυμους Δολοφόνους”.

Δεν ήξερα ποιά ήταν η σώστή απάντηση σ΄αυτό, γι’άυτο διάλεξα μία μάλλον λανθασμένη. “Μου κάνετε πλάκα, σωστά; Είναι κάποιο κόλπο που παίζετε σε όλους τους νεοφερμένους”.

“Βλέπεις κανέναν μας να αστειεύεται;”, ρώτησε η Σάρα.

Τους κοίταξα έναν-εναν. Το ύφος τους δεν πρόδιδε καμμία απολύτως έλλειψη σοβαρότητας. Ξεροκατάπια και ένιωσα το λαιμό μου στεγνό, αλλα αυτή τη φορά όχι απο έλλειψη ποτού.

“Δηλαδή τωρα εσείς… είστε δολοφόνοι;”, ψέλλισα, ομολογουμένως με κάποια δυσπιστία.

“Έχεις πάνω σου μικρόφωνα;” ειπε ξαφνικά ο Μπόμπ.

“Μικρόφωνα;” απόρησα.

Ξαφνικά όλοι πετάχτηκαν απο τις καρέκλες τους και με κόλλησαν στον τοίχο. Μέχρι και η Κέλλυ με κρατούσε με μια δύναμη που ποτε δε φανταζόμουν οτι θα είχε μια μικροκαμωμένη ηλικιωμένη κυρία, ενω δυο ζευγάρια χέρια με ψαχούλευαν απο πάνω μέχρι κάτω, γρήγορα και μεθοδικά.

“Καθαρός”, ακουσα την φωνη της Μάρας. “Καθαρός”, είπε ταυτοχρόνως η Σάρα. Μου έκλεισαν και οι δυο το μάτι παιχνιδιάρικα ενώ οι υπόλοιποι με άφηναν ελέυθερο και ξανακάθοταν στις καρέκλες τους, με την ανακούφιση φανερά χαραγμένη στα πρόσωπα τους.

“Συγνώμμη γι’αυτό”, είπε ο Μπίλ. “Αλλά, καταλαβαίνεις οτι πρεπει να είμαστε προσεκτικοι. Ναι, είμαστε δολοφόνοι”.

“Μίλα για τον εαυτό σου”, τον διέκοψε ο Μπόμπ. “Εγώ είμαι δημόσιος υπάλληλος”.

“Μπόμπ, έχεις σκοτώσει περισσότερους απ’οσους όλοι οι υπόλοιποι μαζί. Δεν εχει σημασία γιατί το έκανες. Στα μάτια του Θεού εξακολουθείς να είσαι δολοφόνος”.

“Πατριώτης!” τον διόρθωσε ο Μπόμπ. Ο Μπίλ γύρισε τα μάτια προς τα πάνω σε μια κίνηση απόγνωσης και γύρισε σε μενα. “Ο Μπόμπ ειναι πρώην CIA. Τον πήραν παραμάζωμα κατι περικοπές προσωπικού με πρόωρες συνταξιοδοτήσεις. Δέν μπορεί ακόμα να το σύνηθισει, αλλα κάνει πρόοδο. Αργή μεν, αλλα σταθερή”.

Κοίταξα τον Μπόμπ αμίλητος. Ο Μπόμπ κοίταζε αμίλητος το πάτωμα, εμφανώς προσβεβλημένος απο τη συμπεριφορά του Μπίλ απέναντι του.

“Εσύ όμως, για εξήγησε μας πως ακριβώς βρέθηκες εδω πέρα;”, με ρώτησε ο Μπίλ.

“Εγω τους Ανώνυμους Αλκοολικούς έψαχνα… Βλέπετε, εχω πρόβλημα… θα μου επιτρέψετε…” είπα, βγάζοντας το παγούρι απο την τσέπη και πίνοντας μια άδεια γουλιά. Ξέχασα οτι το είχα αδειάσει. Εμφανώς απογοητευμένος το έβαλα ξανά στην τσέπη μου.

“Ένας φίλος μου έδωσε αυτη τη διεύθυνση και αυτόν εδω τον αριθμό”, είπα, δίνοντας στον Μπίλ το χαρτάκι με τον αριθμό του δωματίου. Ο Μπίλ το κοίταξε για λιγο σκεφτικός και μετα το τέντωσε πρός το μέρος μου.

“Τι γράφει;” με ρώτησε.

“901″, απάντησα.

“Σωστά. Τώρα;” είπε ο Μπίλ περιστρέφοντας το χαρτάκι ανάποδα.

“106″, διάβασα αποκαμωμένος. Ενα γελάκι ακούστηκε στην αίθουσα, άγνωστο απο ποιόν. Ένιωσα απίστευτα ηλίθιος.

“Οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί είναι στο 106. Στο 901 είναι οι Ανώνυμοι Δολοφόνοι. Καλά, δε σου έκαναν καθόλου εντύπωση τα μέτρα προφύλαξης που πέρασες μέχρι να έρθεις ως εδω; Λίγο υπερβολικά δεν είναι για Ανώνυμους Αλκοολικούς;”

“Όντως”, παραδέχτηκα σκεφτόμενος τη συμπεριφορά του ρεσεψιονίστα και τους διπλούς τοίχους στο κτίριο.

“Και αυτά είναι μονο αυτά που είδες”, συνέχισε ο Μπίλ. “Υπάρχουν κι άλλα τόσα που απλά δεν είσαι εκπαιδευμένος να προσέχεις. Ολο το κτίριο ανήκει σε διάφορους Ανώνυμους. Στη διπλανή πτέρυγα του κτιρίου είναι οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί, εκεί που ξεκίνησες να πας. Επίσης οι Ανώνυμοι Χρηματιστές, οι Ανώνυμοι Τζογαδόροι, οι Ανώνυμοι Προγραμματιστές. Σ’αυτή την πτέρυγα είμαστε εμείς, οι Ανώνυμοι Βιαστές, οι Ανώνυμοι Παιδεραστές, και κάποιοι άλλοι. Γι αυτό και ο αυξημένος βαθμός ασφαλείας στην πτέρυγα”.

“Και στον δέκατο τρίτο όροφο;”, ρώτησα με τρόμο, ανάμικτο με λίγη περιέργεια.

“Εκεί βρίσκονται οι Ανώνυμοι σκέτο. Κανείς δεν τους έχει δει ποτέ να μπαίνουν, ούτε να βγαίνουν. Το κουμπί στο ασανσέρ φαίνεται σαν να μη λειτουργεί, αλλα όλοι το ξέρουν οτι οι Ανώνυμοι είναι εκει. Η αγαπημένη τους φράση ειναι “Δεν ξεχνάμε. Δέν συγχωρούμε. Να μας περιμένετε”. Κανείς δεν ξέρει ποιοί ακριβώς ειναι η τί ακριβώς κάνουν. Κάποιοι λένε οτι ελέγχουν το 4chan /b/”.

“Τι είναι αυτο;”

“Το αποκαλουν και “η κωλοτρυπίδα του Internet”. Δεν θέλεις να ξέρεις. Ορισμένα πράγματα ειναι πολύ φριχτά, ακόμη και για δολοφόνους”.

“Μάλιστα. Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλα μια και λύσαμε την παρεξήγηση, να μη σας απασχολώ άλλο…” είπα και σηκώθηκα απο την καρέκλα μου.

Ο Μπίλ, ο Μπόμπ και ο Σίντ πετάχτηκαν όρθιοι.

“Δεν έχεις να πάς πουθενά. Κάτσε κάτω”.

Ζύγισα την κατάσταση. Δέν ημουν κανένα νιάνιαρο, και είχα μπλέξει σε αρκετούς καβγάδες, συνήθως εξαιτίας του ποτού. Αλλά εδω τα πράγματα φαίνοταν διαφορετικα. Τους έριξα ενα βλέμμα και ξανακάθησα στην καρέκλα μου αμίλητος.

“Τώρα είσαι μαζί μας. Έχουμε συναντήσεις κάθε Τετάρτη απόγευμα. Δε θα λείψεις απροειδοποίητα απο καμμία απο αυτές”, είπε ο Μπίλ.

“Μα δεν είμαι δολοφόνος”, απάντησα αποκαρδιωμένος.

“Δεν πειράζει”, αποκρίθηκε ο Μπίλ. “Κάτι θα βρουμε και για σένα”. Γέλια. “Μπορείς να μας λες για τα μεγάλα σου ζόρια με το ποτό, έτσι για να χαλαρώνουμε λιγάκι”. Τα γέλια μετατράπηκαν σε δυνατά χάχανα.

“Και στην περίπτωση που σου περάσουν τίποτε ιδέες”, συνέχισε ο Μπίλ δείχνοντας την πόρτα, “διάβασες τους όρους που υπέγραψες; Φεύγεις απο την ομάδα μόνο με ομόφωνη γνώμη όλων των υπολοίπων. Επίσης, υπάρχει όρος εχεμύθειας. Και αν φύγεις χωρίς συγκατάθεση, δεν ευθυνόμαστε για οτιδήποτε σου συμβεί”.

Ξεροκατάπια.

“Δε θα σε πειράξουμε, μη φοβάσαι. Τώρα είσαι ένας απο μάς. Ασε που έχουμε πάρει όρκο οτι δε θα πείραξουμε ποτέ ξανά κανέναν”, συνέχισε ο Μπίλ.

Καταφατικές φωνές επιδοκιμασίας ακούστηκαν απο όλους τους υπόλοιπους.

“Ειμαι σίγουρος όμως πως κι εσυ έχεις αλκοολικούς φίλους που δεν είδαν ακόμα το δρόμο του Θεου, το φως της σωτηρίας. Ειναι φίλοι σου όμως και νοιάζονται για σένα. Εχουμε κι εμείς μερικούς τέτοιους φίλους. Μακάρι ο Θεός να φωτίσει την ψυχή τους και να έρθουν κοντά μας. Μέχρι τότε όμως, ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει…”

Η υπεκφυγή ήταν παραπάνω απο σάφης, πράγμα που με εκνέυρισε.

“Και αν, υποθετικά μιλώντας, αποφασίσω να παω στην Αστυνομία;”

Ξανά γέλια. Πολύ χαρούμενη παρέα, πρέπει να το ομολογήσω αυτο.

“Η Αστυνομία ξέρει γι αυτήν εδω την ομάδα. Τα μέτρα ασφαλείας δεν είναι γι αυτους. Είναι για όποιον άλλον μπορεί να νομίζει οτι έχει παλιούς λογαριασμούς μαζί μας”.

Εμεινα άναυδος. “Μα πως…”

“Κάποιοι απο μας ειναι πολύ επικίνδυνοι. Θεωρητικά, πάντα. Π.χ. εγω ήμουν μισθοφόρος”, αποκρίθηκε ο Μπίλ. “Γαλλική λεγεώνα των ξένων, Βόρεια Αφρική, καπώς λιγότερο Βόρεια Αφρική, μετά πήγα σε ενα πρόγραμμα ανταλλαγής, θα το έχεις ακουστά το Erasmus, και ταξίδεψα λιγο τον κόσμο. Βολιβία, Αργεντινή, Χιλή… Εκεί έπαθα και το επαγγελματικό ατύχημα”. Έδειξε το μάτι του.

“Ήμουν πια άχρηστος για τη δουλειά. Ετσι ηρθα εδω και έφτιαξα αυτή την ομάδα. Κάποιοι άλλοι γνωρίζουν πράγματα και πρόσωπα”, συνέχισε, κοιτώντας τον Μπόμπ. “Καταλαβαίνεις τι μπέρδεμα θα ήταν για την Αστυνομία να μας κυνηγήσει. Ετσι προτίμησαν να δεχτούν αυτή την ομάδα αυτοβοήθειας. Λιγότερα προβλήματα και γι αυτούς και για μας”.

“Ποτέ δε θα πίστευα οτι υπάρχουν Ανώνυμοι Δολοφόνοι”, είπα.

“Γιατί;”, είπε ο Σίντ. “Άνθρωποι δεν είμαστε; Μανούλα δε μας γέννησε; Επειδή δηλαδή σκοτώνουμε κόσμο παει να πεί οτι δεν έχουμε ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης; Μήπως σου φαινόμαστε για τίποτε τέρατα; Κάποιοι έχουμε οικογένειες, παιδιά… Έχουμε κι εμείς δικαίωμα σε μια φυσιολογική ζωη. Δε βλέπεις τη Σάρα και τη Μάρα; Αν τις συναντούσες στο δρόμο θα το πίστευες οτι έχουν σκοτώσει 28 ανθρώπους;”.

“Εικοσιεφτά”, τον διέκοψε η Σάρα, προκαλώντας την οργή της αδερφής της.

“Κοίτα, επειδή αντί να κάνεις τη δουλειά σου με κείνο το μορφονιό, προτίμησες να πέσεις στο κρεββάτι μαζί του και να του τη χαρίσεις κι απο πάνω, δεν παει να πεί οτι ζει. Κάποιος άλλος θα τέλειωσε τη δουλειά”.

“Είμαι σίγουρη οτι ζεί”, απάντησε πληγωμένη η Σάρα. “Δεν ήταν σαν τους άλλους. Το είδα στα μάτια του”.

“Πάλι τα ίδια. Το είδα στα μάτια του”, επανέλαβε κοροιδευτικά η Μάρα. “Το είδα στα μάτια του. Μα καλά, για τοσο ηλίθιους τους έχεις στη Mossad; Δες τώρα που μας έμπλεξε το άδειο σου το κεφάλι”. “Και το τέτοιο σου”, συμπλήρωσε.

“Για άκου να σου πω…”, φώναξε θυμωμένη η Σάρα

“Μη μαλώνετε κορίτσια, μή μαλώνετε”, τους διέκοψε η Κέλλυ με την ήρεμη φωνή της. “Ελάτε, να σας φέρω λιγο κέικ”. Σηκώθηκε και προχώρησε αργά προς το μπουφέ στη γωνία του δωματίου. Κοίταξα ερωτηματικά τον Μπίλ”.

“Α, η γιαγια Κέλλυ. Είναι η αγαπημένη όλων μας. Οσο και να μαλώνουμε, πάντα θα βρεί τρόπο να μας φιλιώσει. Συνήθως με το εκπλήκτικο της κέικ. Το ήξερες οτι είναι τρίτη εγγονή του Τζακ του Αντεροβγάλτη;”

“Νόμιζα οτι κανείς δεν ήξερε ποιος είναι ο Τζακ του Αντεροβγάλτης”

“Κανείς εκτός απο τον ίδιο, φυσικά. Είχε μια κόρη. Πρέπει να ήταν κατι κληρονομικό, γιατι και η κόρη του είχε περίπου τις ίδιες κλίσεις με εκείνον. Ευτυχώς η γιαγιά Κέλλυ δεν φαίνεται να πήρε πολύ απο το σόι της, παρότι είναι πολυ περήφανη γι’αυτό. Μόνο γάτες σκοτώνει”.

“Και παπαγάλους”, συμπλήρωσε η γιαγιά Κέλλυ που μόλις είχε γυρίσει, κοιτάζοντας με με στοργικό βλέμμα την ωρα που μου πρόσφερε ενα πιατάκι κέικ. Πήρα το πιατάκι αλλα δε μπόρεσα να ανταποδώσω το στοργικό βλέμμα.

“Παπαγάλους, βρε κουτο!”, συνέχισε η γιαγια Κέλλυ. “Εκείνα τα πολύχρωμα πουλιά που μιλάνε;”

“Ξέρω τι είναι οι παπαγάλοι.. Απλα μου φαίνεται φριχτό…”

“Ελα βρε χαζούλη, δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Εχω ενα μπαλταδάκι στην κουζίνα. Ενα “ΤΣΑΚ” μονο ακούγεται, και…”, είπε η γιαγια Κέλλυ κάνοντας με το χέρι της μια απότομη κίνηση σάν να έκοβε κάτι με την κόψη της παλάμης της.

Με έλουσε κρύος ιδρώτας.

“Γιαγιά Κέλλυ”, τη διέκοψε ο Μπίλ. “Το ξέρεις οτι όλα τα πλάσματα του θεού είναι εξίσου ιερά στα μάτια του. Ο φόνος είναι φόνος. Ποιός σου έδωσε εσένα το δικαίωμα να επιλέξεις;”.

“Δε θα μου πείς εσυ νεαρέ τι είναι φόνος”, αποκρίθηκε η γιαγια Κέλλυ. “Η μήπως θέλεις να πώ για τη Μάργκαρετ;”. Γύρισε σε μένα. “Η Μάργκαρετ είναι η γραμματέας μας. Τη συνάντησες εξω. Τι φτωχό παιδί… Ο άντρας της αυτοκτόνησε απο τη λύπη του όταν τη χώρισε”

“Αυτοκτόνησε;”

“Ναι”, είπε η γιαγιά Κέλλυ. “Γονάτισε, εβαλε το κεφάλι του στο φούρνο, και τον άναψε στους 250 βαθμούς. Για τρείς ώρες”.

“Δεν ήξερα οτι μπορεί κάποιος να αυτοκτονήσει έτσι…”, απόρησα.

“Πως δεν μπορεί, μια χαρά μπορει, ειδικά αν έχει κι αυτόν εδω τον άγγελο του θεού να τον βοηθάει κρατώντας τον”, είπε η γιαγιά Κέλλυ δείχνοντας τον Μπίλ. Ο Μπίλ κοκκίνισε και διαμαρτυρήθηκε – καθόλου πειστικά, τολμώ να ομολογήσω. “Φτάνει, γιαγιά Κέλλυ. Ήταν αυτοκτονία”. Παύση. “Εξ´ άλλου κανείς δεν είδε τιποτα”.

“Ελα, άστο, νεαρέ, και πάμε να δείξουμε στον φιλοξενούμενο μας τα πράγματα”, είπε η γιαγια Κέλλυ και σηκώθηκε ξανα απο την καρέκλα της. Μου έκανε νόημα να παω μαζί της ενώ ο Σίντ έρχοταν στο πλάι μου. Πλήσιασαμε έναν τεράστιο παλιομοδίτικο μπουφέ. Η γιαγια Κέλλυ τον άνοιξε. “Δώρο απο τον πρώτο μου γάμο”, είπε.

Μέσα στο μπουφέ υπήρχαν μαχαίρια, πιστόλια, σκοινιά, σύριγγες και μπουκαλάκια, και διάφορα άλλα σύνεργα που δεν είχα πια την παραμικρή αμφιβολία για το που χρησίμευαν. Έδειξα με το δάχτυλο ενα μικρό πιστόλι.

“Είναι Beretta Px4 Storm Subcompact Type F”, είπε ο Σίντ. “Εξαιρετικό όπλο. Μικρό, ελαφρύ, κρύβεται εύκολα. Δεν κάνει για μεγάλες αποστάσεις, αλλα εκεί χρειάζεσαι έτσι κι αλλιως διαφορετική προσέγγιση”.

“Είναι πραγματικό;”, απόρησα. “Εχετε όπλα εδω μέσα;”

“Ναί, το συγκεκριμένο είναι του Μπόμπ. Ο Μπίλ προτιμούσε πάντα το FN FAL”, είπε, δείχνοντας ενα μακρύ τουφέκι που στηρίζοταν στο πάνω ράφι του μπουφέ με δύο γάντζους”.

“Μα καλά, αφού υποτίθεται οτι δε σκοτώνετε πιά. Γιατί τα κρατάτε;”

“Αναμνηστικό. Βοηθάει και να το κουβαλάς επάνω σου. Άδειο, βέβαια. Σου δίνει ενα σίγουρο σημείο αναφοράς για το ποιος ήσουν, ποιός είσαι και ποιός προσπαθείς να γίνεις”. Κοίταξε την τσέπη μέσα στην οποία είχα το παγούρι. “Είμαι σίγουρος οτι κι εσύ κουβαλάς κάτι ανάλογο πάνω σου”.

Χάιδεψε το μικρο πιστόλι με τις άκρες των δαχτύλων του. “Το πιστόλι είναι απρόσωπο. Το τουφέκι, ακόμα περισσότερο. Σημαδεύεις, πατάς απαλά τη σκανδάλη και αυτό ήταν. Το μαχαίρι είναι δύσκολο. Προσωπικό. Θέλει τέχνη και εκπαίδευση. Έρχεσαι κοντά στο θύμα και κινδυνεύεις. Ακόμα περισσότερο, με αυτό εδω”. Εδειξε ενα μικρό αντικείμενο, δυο μικρά πασσαλάκια με μια χορδή στη μέση. “Το λενε γκαρότα. Είναι το αγαπημένο μου”.

Ενα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά μου. Προσπάθησα να αλλάξω θεμα. “Οι δίδυμες;” ρώτησα. Ημουν σίγουρος οτι αυτές θα χρησιμοποιούσαν κάτι γυναικείο, κομψό, αριστοκρατικό, κάτι που θα ακούγοταν σχεδον ανώδυνο. Δηλητήριο ίσως η κάτι τέτοιο.

Ο Σίντ με κοίταξε με τα διαπεραστικά, γκρίζα μάτια του. Όταν απάντησε, η φωνή του ακούστηκε ψυχρή και παγερή, αλλά κάπου βαθιά μέσα της διέκρινα ενα τόνο σατανικής, δολοφονικής ζήλειας.

“Αυτές, φίλε μου, δε χρησιμοποιούν τίποτα. Μόνο τα χέρια τους”.

Πάνε πέντε βράδια που δεν εχω κοιμηθεί. Κάθε βράδυ, ολο το βράδυ, τριγυρίζω στους δρόμους. Σις πιο κακόφημες συνοικίες της πόλης. Μιάς πόλης που δε μου φαίνεται πια η ίδια. Δεν είναι πια η ήσυχη, ειρηνική πόλη που νόμιζα οτι γνώριζα σε ολη μου τη ζωη. Σε κάθε γωνία, σε κάθε σοκκάκι, μυρίζω θάνατο.

Προχθές δοκίμασα τον παπαγάλο. Η γιαγιά Κέλλυ είχε δίκιο. Ηταν απλώς ενα “ΤΣΑΚ”. Αλλα είχε και άδικο. Γιατί δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν η έξαψη. Η δύναμη. Το ρίγος που ένιωσα βλέποντας τη λάμψη να φεύγει απο τα μάτια του μικρού πουλιού, δίνοντας τη θέση της στόν παντοδύναμο εξορκιστή της ζωης, τον Θάνατο.

Είναι το ιδιο ρίγος που νιώθω τώρα. Η έξαψη του αρπακτικού. Τη νιώθω να με πλυμμηρίζει καθώς ακολουθώ προσεκτικά την νεαρή πόρνη στρίβοντας σε ενα σκοτεινό σοκκάκι. Στην τσέπη μου σφίγγω την γκαρότα. Προσεύχομαι στον Θεο και στους Ανώνυμους Δολοφόνους να σώσουν την ψυχή μου. Θα τα καταφέρω; Δεν ξέρω. Οφείλω όμως στον εαυτό μου να προσπαθήσω. Γιατί αυτός είμαι πια.

Ο θεός είναι παντοδύναμος. Θα καταλάβει. Θα με συγχωρέσει. Εξάλλου, αυτός δημιούργησε την έξαψη του αρπάκτικου που νιώθω καθώς επιταχύνω το βήμα μου πλησιάζοντας την ανυποψίαστη κοπέλα. Το πάθος. Την συναρπαστική αίσθηση της δύναμης. Μπορώ σχεδόν να μυρίσω τον φόβο της. Μια αίσθηση ανώτερη απο το καλύτερο ναρκωτικό. Απείρως ανώτερη απο το καλύτερο ποτό.

Εξάλλου, έκοψα μαχαίρι το ποτό. Δεν εχω πιεί ούτε σταγόνα απο τότε που βγήκα απο εκείνο το κτίριο.

Είμαι καθαρός.

Οι Ανώνυμοι Δολοφόνοι έκαναν το θαύμα τους.

Επιτέλους θεραπεύτηκα.


Μια ιστορία για τον Πρέο.

Όπως σας είχα υποσχεθεί και παλαιότερα, αγαπητοί αναγνώσται, σήμερα θα σας διηγηθώ την τραγική αλλα διδακτική ιστορία του σεβασμιωτάτου κ. Πρέου. Ο κ. Πρέος, αγαπητοί μου αναγνώστες, ητο Διευθυντής. Τόσο Διευθυντής ήταν, που επέπληττε αυστηροτάτως οποιονδήποτε τολμούσε – έστω και εξ’αποδεδειγμένης παραδρομής – να γράψει την λέξη Διευθυντής χωρίς κεφαλαίο δέλτα.

Διευθυντής Γυμνασίου, βεβαίως. Του παλιού Γυμνασίου, του καλού. Απο κείνα που έβγαζαν μελλοντικούς Τμηματάρχες, Επιλοχίες, Αρχιδιακόνους και Υπενομωτάρχες της Χωροφυλακής – ολοι σεβαστά μέλη της κοινωνίας – και οχι σαν αυτά τα φλώρικα τα καινούρια που βγάζουν μόνο hackers, rappers και υποψήφιους MBA.

Μάλιστα, κάποτε ένας ξεχωριστός μαθητής που τελείωσε το Γυμνάσιο Κάτω Νεοχωρούδας επι της Διευθύνσεως του κ. Πρέου, έφτασε στο σημείο να γίνει Αναπληρωτής Υποδιευθυντής σε κάποια Σοβαροτάτη Κρατική Υπηρεσία στην πρωτεύουσα. Τόσο περήφανος ηταν ο κ Πρέος γι’αυτόν το μαθητή του, που πάντα τον μνημόνευε στήν εμψυχωτική ομιλία που συνήθιζε να κάνει πάντα στους μαθητές την πρώτη ημέρα της Διευθύνσεως του. Τους έδειχνε μάλιστα μια δαγγεροτυπία της αναμνηστικής πλάκός που αναρτήθηκε στο Γυμνάσιο Νεοχωρούδας με την επιγραφή “Εδω διαπαιδαγωγήθην ο Αναπληρωτής κ. Αρμάος, υπο Διευθύνσεως Πεφωτισμένης του Διευθυντού κ. Πρέοντος”.

Αυτήν ακριβώς την εναρκτήριο ομιλία ήταν και σήμερα έτοιμος να κάνει στους μικρούς μαθητές του διθέσιου – μάλιστα, διθέσιου! – Γυμνασίου Ανω Κοκκορότρυπας οπου μόλις είχε τοποθέτηθέι Διευθύνων ο κ. Πρέος, μετά εντολής της Διοικητικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, φέρουσας μάλιστα και την ιδιόχειρον υπογραφή του κ. Υφυπουργού δίπλα στην Μεγάλη Σφραγίδα του Υπουργείου. Τόσο περήφανος ήταν σήμερα ο κ. Πρέος για την λαμπρή τοποθέτηση του που αποδείκνυε για ακόμα μία φορα την Σοφίαν του Κρατικού Μηχανισμού, που ξέχασε να ισιώσει την καρφίτσα της γραββάτας του – μια συνήθεια που τηρούσε απαρεγκλίτως απο την ημέρα που του την χάρισε ιδιοχείρως ο ίδιος ο Δήμαρχος.

Ο κ. Πρέος συνήθιζε να κάνει την ομιλία του προς τους μαθητές την ώρα του μαθήματος της Εθνικής Ηθικής Διαπαιδαγωγήσεως. Έτσι του δίνοταν η ευκαιρία να κάνει και ενα μάθημα επίδειξης, τόσο για να μεταφέρει λίγη απο τη Σοφία του στους εκκολαπτόμενους νεοσσούς, οσο και για να μεταφέρει την πολύχρονη εκπαιδευτική του εμπειρία στους νέους διδασκάλους. Το αγαπημένο του μάθημα αναφέροταν στην Ορθή Συμπλήρωση της Αιτήσεως Χορήγησης του Πιστοποιητικού Κοινωνικών Φρονημάτων, γνώση απαραίτητη για την μελλοντική εξέλιξη και σταδιοδρομία στην κοινωνία, των μικρών μαθητών.

Δεν είχε προλάβει καλα-καλα να ρίξει μια ματίά στους καινούριους του μαθητές, ντυμένους με τις ομοιόμορφες στολές του Γυμνασίου – στον σχεδιασμό των οποίων μάλιστα είχε συμβάλλει ο ίδιος ο κ. Πρέος, με σχόλια που κατέθεσε με επίσημον Υπόμνημα του προς την Αρμόδιο Διεύθυνση της Υπηρεσίας – όταν ακούστηκε η προσταγή της Δασκάλας πρός τους μικρούς μαθητές :

- ΟΡΘΙΟΙ!

Ολοι οι μαθητές σηκώθηκαν μεμιάς απο τα θρανία τους και στάθηκαν σε άψογη στάση προσοχής.

Η δασκάλα συνέχισε :

- Σας παρουσιάζω τον καινούριο μας Διευθυντή, τον Aξιότιμο Kύριο…. ε… Kύριο ΠΡΟΥΤΣΟ.

Ο γδούπος της σιωπής έπεσε βαρύς σαν τούβλο στην αίθουσα.

Ο κ. Πρέος γύρισε ελαφρά προς το μέρος της μικροκαμωμένης δασκάλας που είχε καρφώσει κατακόκκινη το βλέμμα της στο πάτωμα και της μίλησε στον πιό αυστηρό υπηρεσιακό του τονο:

- Πως είπατε;

Η δασκάλα δεν τόλμησε να αποκριθεί. Μια τρίχα είχε αρχίσει να κουνιέται επικίνδυνα στην μύτη του κ. Πρέου. Ήταν το μόνο σημάδι που πρόδιδε την οργή του, εκτός απο τις αστραπές που σκίαζαν το συνήθως άτεγκτο υπηρεσιακό του βλέμμα.

- Εννοουσα…

Ο κ. Πρέος την διέκοψε.

- Ξέρω τι εννοούσατε, δεσποινίς. Ξέρω πολύ καλα τι εννοούσατε. Απο χθές το βράδυ σκεφτόσασταν “να μην ξεχάσω να πω το Ρο. Να μην ξεχάσω να πω το Ρο.”. Σωστα τα λέω, δεσποινίς;

- Ναί, κ. Πρου… Πρέο. Σωστά τα λέ..

- ΤΟ ΞΕΡΩ οτι τα λεω σωστά. Μην ξεχνάτε ποιός είμαι. Και πείτε μου τώρα, δεσποινίς. ΤΟ ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΕΣ; Ήτο ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΕΣ το καλαμπούρι που κάνατε;

Η δασκάλα έτρεμε, κατακόκκινη. Ηταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Μα, να την προσβάλλει έτσι μπροστά στους μαθητές της;

- Πως κάνετε έτσι για ενα λαθάκι, κ. Πρέο; Άλλωστε, δεν ξέχασα να πω το Ρο!

Ο κ. Πρέος είχε γίνει κατακόκκινος απο το θυμό του, και πλέον δεν το έκρυβε. Γύρισε ολόκληρος προς το μέρος της δασκάλας, που εύχοταν να ανοίξει η γη και να την καταπιεί, και ύψωσε τον τόνο της φωνής του, σε βαθμό που σχεδόν ακούγοταν στην διπλανή τάξη.

- Λαθάκι; ΛΑΘΑΚΙ; ΛΑΘΑΚΙ το λέτε εσείς αυτο, δεσποινίς; ΞΕΡΕΤΕ ποιος ειναι ο Προύτσος και ΤΟΛΜΑΤΕ να με αποκαλείτε έτσι; Και μάλιστα ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ; Ε; ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ! ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΥΤΣΟΣ;

- Ξέρω, κύριε.

Γιατί, βλέπετε, ο Προύτσος δεν ήτο κανένας τυχαίος. Ήταν συγχωριανός και δευτεροξάδερφος του κ. Πρέου, και το μάυρο πρόβατο ολόκληρου του χωριού. Δευτεροξάδερφος εξ’αγχιστείας, βεβαίως, μια και ο κ. Πρέος θα είχε αυτοκτονήσει απο ντροπή εαν είχε οποιαδήποτε εξ´αίματος συγγένεια με ενα βδέλυγμα σαν τον Προύτσο.

Επειδή ο Προύτσος, οπώς φυσικά καταλάβατε μέχρι τώρα αγαπητοί αναγνώστες, ηταν Κουμμουνιστής.

- Δεσποινίς, συνέχισε ο κ. Πρέος προσπαθώντας να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του. Θα ήταν καλύτερο για σάς να είχατε ξεχάσει να πείτε το Ρο. Ισως να γλυτώνατε ευκολότερα τις Συνέπειες. Θα υποβάλλω αμέσως Εγγραφη Αναφορά δια τον διορισμόν σας στον Προιστάμενο, και θα σας αποτείνω Επίπληξην. Και μαλιστα Γραπτως. Και θα αναφέρω ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΣΤΑΤΩΣ το περιστάτικο, και μάλιστα
με Κοινοποίηση στην Χωροφυλακή!

- Κ. Πρέο… Λυπηθείτε με.. θα καταστρέψετε την καριέρα μου…

- Σας αξίζει. Στο διάολο η καριέρα σας. Δεν είστε άξια να διαπαιδαγωγείτε το μέλλον της Πατρίδας μας. Ακούς εκει, Προύτσο!

Ο κ. Πρέος γύρισε την πλάτη στην δασκάλα και κατευθύνθηκε προς την πορτα. Γι’αυτήν ηταν το τελικό χτύπημα. Η αξιοπρέπεια της είχε τσαλακώθει, ο αυτοσεβασμός και η πίστη στο Λειτούργημα της είχαν εκμηδενιστεί απο την σκλήρη συμπεριφορά του κ. Πρέου. Δεν είχε τίποτε πλέον να χάσει.

- Κύριε Πρέο, κάντε ότι θέλετε. Θα υποβάλλω Ένσταση.

“Ένσταση”; “Ένσταση” ειπε, το πορνίδιο; Κανεις δεν είχε τολμήσει να του φερθεί έτσι μέχρι τώρα. Κανείς. Ένσταση σε Αναφορά του κ. Πρέου δεν είχε κανει ποτέ κανένας στα χρονικά.

Ούτε κάν ο ίδιος ο Προύτσος.

Και αν τολμούσε; Εαν δεν ήταν κάποια κούφια απειλή, αλλά του εκανέ όντως Ένσταση; Ολα έπρεπε να τα περιμένει απο μια σαν κι αυτή, που τολμούσε να τον αποκαλέσει Προύτσο. Αυτό το τσουλί σίγουρα θα ειχε Κουμμουνιστάς στην οικογένεια της, που διέφυγαν της προσοχής του Κράτους. Έπρεπε να ενημερώσει αμέσως την Υπηρεσία. Αλλα Ένσταση; Εαν του εκανε Ένσταση, θα γραφόταν οπωσδήποτε στον Υπηρεσιακό του Φάκελλο και θα τον στιγμάτιζε για πάντα.

Μία λύση μόνο έμενε στον κ. Πρέο για να διαφυλάξει την Ακεραιότητα του.

Το χέρι του έτρεμε καθώς υπέγραφε την Επιστολή Παραίτησης που συνόδευε την Επίσημον Αναφορά προς το Υπουργείο και την απέστελλε δια φάξεως. Σκέφτηκε τον ίδιο τον Υπουργό να προσπαθεί να καταπνίξει ενα δάκρυ την ωρα που θα έκανε δεκτή την παραίτηση του, μη έχοντας άλλη επιλογή απο το να αποχωριστεί τας Υπηρεσίας αυτού του ευσεβούς, υπεύθυνου και αξιότιμου Διευθυντή κ Πρέου, που η Ακεραιότης και η Τιμή του τον έσπρωξαν σ’αυτή την τελευταία, απεγνωσμένη του πράξη.

Ο κ. Πρέος μάζεψε μέσα σε μια βδομάδα τα πράγματα του και γύρισε στο χωριό. Άνοιξε καφετέρια-μπάρ και την ονόμασε “Ο Καφές του Πρέους”. Έβαλε και μια μεγάλη πινακίδα απο κάτω, “Απαγορέυεται η είσοδος εις Πούστηδοι και εις Κουμμουνιστάς”. Εφερε και δυο κορτσούδια απ’τη Βουλγαρία να σερβίρουν. Καλές κοπέλες, απο βασιλόφρονη οικογένεια, με κάτι βυζάρες να! Ανεπιβεβαίωτες φήμες μάλιστα αναφέρουν οτι τη μία την παντρεύτηκε κιόλας ο κ. Πρέος, και του έκανε τρια παιδιά.

Με τον καιρό, ο κ. Πρέος μαλάκωσε. Μάλιστα, λέγεται οτι σε απόδειξη της μεγαλοψυχίας του, μια η δυο φορές επέτρεψε – χωρίς να κρύβει βεβαίως κάποια ντροπή – την είσοδο κίναιδων στο καφέ του.

Αλλα ουδέποτε Κουμμουνιστών.

Όσο για τον Προύτσο, κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Κάποιοι είπαν οτι έφυγε στην Τασκένδη, κάποιοι άλλοι είπαν οτι κατάφεραν να τον πιάσουν και να τον εκτελέσουν οι Χωροφυλάκοι. Αλλα όποια και να ήταν η αλήθεια, το γεγονός είναι, αγαπητέ αναγνώστη, οτι απο τότε ο Προύτσος δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ στο χωριό.

Αναφορές – Βιβλιογραφία :

* Κ. Πρέος


Ωδαι μεγαλειωδεις τε και διθυραμβικοι υπερ εφευρετων των αγαθων των παρεχομενων υπο του συγχρονου ημων πολιτισμου

Ωδη 58η, “εις τον ανωνυμον επαγγελματια τον καλουμενον Ειδικος Εφαρμογων Ψυξης”.

Ω, τι θα ειμεθα διχως ψυγεια
Κινδυνος θα ηταν τα αυγα
δια την δημοσιον υγεια

Ωδη 23η, “τιμητικην υπερ μνημης των Donát Bánki και János Csonka, μεγιστων ημων ευεργετων.”

Ω υπερηφανε Καρμπυρατηρ,
βενζινη σμιγεις συ με αηρ
Διχως την υπαρξιν σου, αρα,
στην εργασιαν μας θα μεταβαιναμε με καρα

Ωδη 63η, “εις τον ανωνυμον κατασκευαστη παραπετασματων”

Ω, τι θα ειμεθα διχως κουρτινας
Βορα θα ητο ο κωλος μας
στο βλεμμα το αδιακριτον
καθε κατινας

Ωδη 72η, “μεγαλειωδης εις τον αγνωστον μεγα ευεργετη ημων, εφευρετου του θερμοσιφωνος.”

Ω τι εφευρεσις συ ο θερμοσιφων
Στεκεις αγερωχος κοντρα εις στον τοιχον
Ελλειψει εσου, ω των υδατων θερμαστηριον,
το λουτρο θα ητο παγερον βασανιστηριον

Ωδη 86η, “υπερ μνημης του αγνωστου ημων ευεργετου τον επινοησαντα το πηρουνιον επι της ζοφερας εποχης του Μεσαιωνος”

Ω, τι θα ειμεθα διχως πηρουνια
Ακομα με τα δαχτυλα θα τρωγαμε,
ωσαν γουρουνια

Ωδη 7η, “υπερ Otis”

Ω, ποσο θα ητο ο κοσμος στειρος
διχως την υπαρξιν του ανελκυστηρος
Με θαρρος, τολμη, και τροπον ευνομον
μας ανεβαζει μεχρι τον εβδομον

Ωδη 92η, “υπερ μνημης αρχαιου ευεργετου ανωνυμου, εφευρετη του προφυλακτικου”

Ω, τι θα καναμε διχως καποτες
Νοσοι αφροδισιοι θα θεριζαν
την ανθρωποτητα
ωσαν τις κοτες

Ωδη 48η, “υπερ Braun”

Ω, υπερσυγχρονη συ καφετιερα
αψηφωντας συννεφα, βροχη, αερα
βραζεις περηφανη ζεστον καφε
θεσπεσιον συντροφον
του καναπε[1]

[1] Ο Ηλιας Πετροπουλος αναφερει σχετικα, σε συνεντευξη του στο περιοδικο Λογοτεχνικα Χρονικα: “Στη συγκεκριμενη ωδη, η λεξη καναπες ηταν αρχικα, οπως καταλαβαινετε, ναργιλες. Ωστοσο κυκλοφορουσε εβραιος στη μορφη που παραθετουμε υστερα απο τη λογοκρισια που επεβαλλε το καθεστως του Μεταξα. Επανακυκλοφορησε αλογοκριτο στην αρχικη του μορφη σε ανεκδοτη ηχογραφηση του Ακη Πανου το 1983 υστερα απο την καταργηση της λογοκρισιας απο τον αειμνηστο Σοσιαλιστη υπουργο Δημητρη Μαρουδα“.


Ιστορία ηρωική και πένθιμη

Όλοι όσοι ήξεραν τον Λάκη, γνώριζαν το άσβεστο πάθος του για το σκάκι. Σε όποια παρέα κι αν βρίσκοταν, πάντα έβρισκε κάποιον και έπιανε κουβεντα για σκάκι. Συχνά, τον έβλεπες να περπατά στο δρόμο αφηρημένος και να παίζει στο μυαλό του παρτίδες – πόσες φορές δεν κόντεψε να τον πατήσει αυτοκίνητο επειδή πέρασε απρόσεχτα το δρόμο, απορροφημένος απο ενα θεσπέσιο άνοιγμα η τη μελέτη μιας στρατηγικής.

Μάλιστα, πολλές φορές είχε πάρει μέρος σε τουρνουά, με αρκετά καλή επιτυχία – έφτασε κάποτε μέχρι και τους προημιτελικούς του πανευρωπαικού πρωταθλήματος, ιστορία που ποτέ δε χόρταινε να διηγείται ξανά και ξανά σε όποιον τύχαινε να γνωρίσει.

Εκτός απο σκακιστής όμως, ο Λάκης ήταν και συλλέκτης. Συλλέκτης σκακιών, εννοείται. Το μικρό διαμέρισμα της  πολυκατοικίας στην οποια έμενε, ήταν γεμάτο σκακιέρες, τακτικά τοποθετημένες σε οποιοδήποτε χώρο του διαμερίσματος  τύχαινε να υπάρχει διαθέσιμος. Στην κρεββατοκάμαρα, στην κουζίνα, μέχρι και στην τουαλέτα υπήρχε ενα  σκάκι, γιατί βλέπετε, ο Λάκης ήταν απο μικρός δυσκοίλιος και περνούσε ώρες στην τουαλέτα – παίζοντας σκάκι. Μάλιστα,  το συγκεκριμένο ήταν ενα διαλεκτό κομμάτι για το οποίο ο Λάκης ήταν πολυ περήφανος που το είχε ανακαλύψει σε κάποια περιοδεία του στις μακρινές Ινδίες.

Ένα κομμάτι μονο του έλειπε για να συμπληρωθεί η συλλογή του – ενα κομμάτι  που θα έδινε τα πάντα για να το αποκτήσει, και επιτέλους σήμερα ηταν η μεγάλη ημέρα. Τα χρόνια που ξόδεψε για να το βρεί, τα αμέτρητα χρήματα που έδωσε για να το αγοράσει, ολα γι αυτή και μόνο τη στιγμή. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έσκιζε προσεκτικά το υλικό συσκευασίας απο το βαρύ, μεγάλο πακέτο και έπιανε στα χέρια του το τελευταίο του απόκτημα. Με δέος, ο Λάκης το ακούμπησε απαλά στη  μέση του καθιστικού, και έκανε τρια βήματα πίσω θαυμάζοντας το.

Και ηταν όντως ενα θαυμαστό σκάκι. Ηταν το μόνο σκάκι που είχε ποτε κατασκευαστέι εξ’ολοκλήρου στην Αλβανία, δώρο της Κεντρικής Επιτροπής προς τον ιδιο το Χότζα. Εικοσιεφτά ολόκληρα χρόνια κράτησε η κατασκευή του. Δέντρα διαλέχτηκαν απο τις καλύτερες ποικιλίες και φυτέυτηκαν ειδικά για να δώσουν το ξύλο του τραπεζιού. Τα καλύτερα κομμάτια άσπρου και μάυρου μάρμαρου που είχαν ποτε εξορυθεί στη χώρα ολόκληρη, έφτιαχναν τη σκακιέρα, που πλαισιώνοταν απο μια μπορντούρα χρυσού 24ων καρατίων, για την οποία χρειάστηκε να λιώσει ένα λιγοστό μέρος απο το  απόθεμα χρυσού που βρίσκοταν στην κεντρική τράπεζα των Τιράνων.

Όσο για τα κομμάτια, αυτά ηταν φτιαγμένα απο ελεφαντόδοντο. Δυο ελέφαντες παραγγέλθηκαν ειδικά απο τη μακρινή  Ινδία και μεγάλωσαν με ιδιαίτερη φροντίδα στον μεγαλύτερο ζωολογικό κήπο της χώρας, μόνο και μονο για να βρούν  τραγικό θάνατο στην ηλικία που οι ζωολόγοι έκριναν οτι ηταν η κατάλληλη για να δώσει το πιο κομψό, το πιο γυαλιστερό,  το πιο ανθεκτικό ελεφαντόδοντο. Οι καλύτεροι τεχνίτες και γλύπτες της χώρας δούλεψαν ακατάπαυστα επι πέντε ολόκληρα χρόνια σμιλέυοντας με προσοχή και αγάπη κάθε κομμάτι ξεχώριστα.

Ο μαύρος βασιλιάς είχε τη μορφή του  Σκεντέρμπεη, που ατένιζε με το αγέρωχο βλέμμα του το μακρινό μέλλον. Ο άσπρος βασιλιάς ήταν ο ίδιος ο Ενβέρ Χότζα, φορώντας τη στρατιωτική του στολή, που είχε φυσικά κατασκευαστεί προσεκτικά για να μοιάζει μεγαλοπρεπέστερος του Καστριώτη. Οι πύργοι απεικόνιζαν όλοι τέσσερις διαφορετικές όψεις του ιστορικού Κάστρου της Κρούγια, οι αξιωματικοί ήταν ανθυπολοχαγοί του Αλβανικού Στρατού – σμιλεμένοι με τέτοια λεπτομέρεια ωστε διέκρινες μέχρι και τα διάσημα στους ώμους τους – και τα άλογα ήταν φτιαγμένα σύμφωνα με τις σωσμένες περιγραφές των αλόγων της αρχαίας Ιλλυρίας.

Λέγεται οτι ο Ενβέρ Χότζα ευχαριστήθηκε πολύ με το συγκεκριμένο σκάκι, τόσο που το είχε τοποθετήσει στο κέντρο του γραφείου του Γενικου Γραμματέα, και έπαιζε συχνά παρτίδες με τους λιγοστούς ξένους πολιτικούς ηγέτες που τον επισκέπτοταν, παίζοντας βέβαια πάντα με τα λευκά – και οι ίδιοι είχαν σαφείς οδηγίες απο τους υφισταμένους του να τον αφήνουν να κερδίζει διακριτικά, πράγμα που δεν ήταν και ιδιαίτερως δύσκολο μιας και ο Χότζα είχε εξελιχθεί σε ικανότατο σκακιστή.

Υστερα απο το θάνατο του Χότζα, η τύχη του σκακιού αγνοείτο για χρόνια. Λέγεται οτι τοποθετήθηκε σε μια αποθήκη, απο την οποία το έκλεψε κάποιος κατώτατος κομματικός αξιωματούχος λίγο πριν την καθαίρεση του απο τον Σαλί Μπερίσα. Τα ίχνη του χάθηκαν έκτοτε, μέχρι που μετά απο πολλούς αγώνες, ο Λάκης ανακάλυψε τα ίχνη του σε μια ιδιωτική συλλογή στο Αμβούργο. Χρόνια έκανε οικονομίες ο Λάκης μέχρι να μαζέψει το ποσό – που είχε καταφέρει να μειώσει αρκετα με γενναία παζάρια απο τον τσιγγούνη, αλλα οχι και τόσο μανιώδη συλλέκτη στην κατοχή του οποίου είχε περιέλθει το ιστορικό σκάκι.

Ο Λάκης κάθησε στον καναπέ και έμεινε να κοιτάζει το τελευταίο του απόκτημα, μέχρι που αποκοιμήθηκε. Στο όνειρο του, είδε οτι κέρδιζε σε μια παρτίδα τον ίδιο τον Γκαρυ Κασπάροβ, παίζοντας με το σκάκι του Εμβέρ μια αναπάντεχη κίνηση με τον δεξιό λευκό αξιωμάτικο – ανθυπολοχαγό, που για κάποιο μυστήριο λόγο που ούτε ο ίδιος ο Λάκης γνώριζε, είχε γίνει το αγαπημένο του κομμάτι.

Δεν θα σας είναι καθόλου δύσκολο να φανταστείτε, αγαπητέ αναγνώστη, την απογοήτευση, τον πόνο, την πικρία και την αγανάκτηση που ένιωσε ο Λάκης, οταν, ενα απόγευμα γυρίζοντας απο την δουλειά του, είδε τον αγαπημένο του αξιωματικό να λείπει. Είχε ενα δυσάρεστο προαίσθημα απο το πρωί, όταν σηκώθηκε για να πάει στη δουλειά του, δίνοντας τα κλειδιά στην καθαρίστρια. Η καθαρίστρια φαινόταν καλή γυναίκα, αλλα ο Λάκης ποτέ του δεν την εμπιστέυτηκε – ίσως γιατι έδειχνε απόλυτη αδιαφορία για το σκάκι, το ευγενέστερο κατα τη γνώμη του Λάκη, όλων των παιχνιδιών.

Ό Λάκης ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν καθως κοίταζε τη σκακιέρα στη μέση του δωματίου, με ενα κενό που του ξέσκιζε την καρδιά στη θέση του αξιωματικόυ που έλειπε. Αραγε να το έκλεψε η καθαρίστρια; Και να το κάνει τι; Μήπως της έπεσε και έσπασε, καθώς το ξεσκόνιζε; – ω, μα πόσες και πόσες φορές δεν της είχε πει ο Λάκης να προσέχει σαν τα μάτια της το αγαπημένο του σκακι! Η μήπως απλα κύλησε στο χαλί και χώθηκε κάτω απο κάποια γωνία ενος επίπλου; Θα το έβρισκε οπωσδήποτε, ο κόσμος να χαλάσει.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να απολύσει τηλεφωνικώς την καθαρίστρια, η οποία του ορκίζοταν – η ψεύτρα! – οτι δεν γνώριζε τίποτε, και οτι ούτε που είχε αγγίξει τη σκακιέρα. Και ύστερα, άρχισε να ψάχνει. Και πού δεν έψαξε ο Λάκης! Ανω κάτω έκανε το διαμέρισμα – σήκωσε τα χαλιά, μετακίνησε τα έπιπλα, κοίταξε σε ντουλάπες, καναπέδες, ντιβανοκασέλες, κοίταξε σε κάθε πιθανό μέρος. Σε τί χαρτορίχτρες, σε τι καφετζούδες δεν πήγε – μέχρι και τον ίδιο τον Πήτ Παπαδάκο χρυσοπλήρωσε για να βρει το κομμάτι που έλειπε. Μέχρι και σκύλο ειδικό έφερε να μυρίσει τα υπόλοιπα κομμάτια μήπως και καταφέρει να το βρεί, αλλα μάταια.

Σιγά σιγά, η μονομανία και η θλίψη στην ψυχή του Λάκη μεγάλωνε – μέχρι που μετατράπηκε σε κατάθλιψη, και εκείνο το χειμώνα ο Λάκης άρχισε να μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία. Μάλιστα, έχασε κάθε ορεξη για σκάκι – μάταια οι γιατροί προσπαθούσαν να τον πείσουν να παίξει μια παρτίδα μαζί τους στη μονάδα βραχείας νοσηλείας – μήπως και καταφέρουν να του απαλύνουν τον πόνο που του ξέσκιζε τα σωθικά.

Το σημείωμα που βρήκαν δίπλα στο άψυχο σώμα του Λάκη όταν έσπασαν την πόρτα του, την δέκατη μέρα που απουσίαζε αδικαιολόγητα απο τη δουλειά του, ήταν λιτό. “Η ζωή μου έχασε πλέον κάθε νόημα”, έγραφε. “Αντίο”.

Και οσο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας;

Δεν βρέθηκε ποτε.


Ιστορία Φαντασμάτων

Τον Αδόλφο Χίτλερ, αγαπητοί μου αναγνώστες, υποθέτω οτι τον γνωρίζετε όλοι σας, αν και ελπίζω μόνο εξ’ακοής. Αυτή η ιστορία όμως δεν αφορά τον ίδιο προσωπικά – παρά μόνο έμμεσα.

Αφορα όμως την εγγονή του, την Γερτρούδη.

Βλέπετε, ανεπιβεβαίωτες φήμες θέλουν τον Χίτλερ να είχε αποκτήσει ενα γιο. Μάλιστα, οι ίδιες ανεπιβεβαίωτες φήμες αναφέρουν – με μια δόση αρρωστημένης εμπάθειας, όπως θα ομολογούσατε και εσείς εαν τις είχατε ακούσει, αγαπητέ αναγνώστη – οτι τον γιο τον είχε αποκτήσει, οχι με την γνωστή του συμβία, την Ευα Μπράουν, ούτε με την λιγότερο γνωστή προηγούμενη του σύντροφο, την Μαρία Ράιτερ, αλλά – μάλιστα αγαπητέ αναγνώστη – με την αγαπημένη του ξαδέρφη, την Γκέλυ Ράουμπαλ.

Παρ’οτι ελάχιστα ειναι γνωστά απο την επίσημη ιστοριογραφία, η έντονη, παθιασμένη και μοιράια σχέση του Αδόλφου με τη Γκέλυ ήταν κοινό μυστικό στην γερμανική κοινωνία της εποχής. Αυτό που δεν ήταν όμως κοινό μυστικό, αλλά καλά φυλαγμένο, ήταν οτι ο άνομος έρωτας του Αδόλφου και της Γκέλυ έφερε στη ζωη ενα γιο, τον Χάνς.

Μάλιστα λέγεται οτι η έλλειψη καουτσούκ στη Γερμανία μετά τη συνθήκη των Βερσαλλίων, η ίδια έλλειψη που έκανε τους Γερμανούς να κυκλοφορούν στους δρόμους του Αμβούργου με ποδήλατα με ελατήρια στις ρόδες αντι για λάστιχα, ήταν η αιτία που εκείνη την μοιραία ζεστή νύχτα του Αυγούστου, σε εκείνο το μικρό δενδροφυτεμένο παρκάκι στα περίχωρα του κέντρου του Μονάχου, το παράνομο και – ομολογουμένως λιγάκι φρικιαστικό – ζευγαράκι, αναγκάστηκε αντι για λαστιχένιο προφυλακτικό, να χρησιμοποίησει χάρτινο.

Λέγεται μάλιστα οτι η εγκυμοσύνη της ήταν ο λόγος που τελικά ανάγκασε την φτωχή Γκέλυ να απομακρυνθεί απο τον ξάδερφο και εραστή της, και να γεννήσει μόνη της τον μικρό Χάνς, δίνοντας τον για υιοθεσία σε ενα φιλικό της ζευγάρι. Το ζευγάρι ήξερε, βέβαια, την ιστορία, αλλά μεγάλωσε τον Χάνς σαν να ηταν δικός τους γιός, και κανείς δεν ξέρει αν και ο ίδιος έμαθε ποτε την πραγματική του καταγωγή.

Ούτε και ξέρουμα ποια ήταν η αιτία – ίσως ήταν το τραύμα της εγκυμοσύνης με τον ξάδερφο της, ίσως ο χαρακτήρας του που γίνοταν σταδιακά όλο και πιο βίαιος και καταστροφικός, ίσως ο πόνος του αποχωρισμού της απο το μονάκριβο παιδί της – ποτέ δε θα μάθουμε τον πραγματικό λόγο που, εκείνη την αποφράδα ημέρα του Σεπτεμβρίου του 1931, οδήγησε την Γκέλυ στην μοιραία απόφαση να δώσει μόνη της τέλος στη ζωη της.

Οι δυσκολίες στη ζωη του μικρού Χάνς δεν ηταν λίγες, αλλα οι θετοί του γονείς κατάφεραν με τις ελάχιστες δυνατότητες που είχαν, να του εξασφαλίσουν μια ανετη και ευχάριστη ζωη – όσο ευχάριστη μπορούσε τέλος πάντων να είναι η ζωη στην Γερμανια της δεκαετίας του 1940. Μάλιστα, το τέλος του πολέμου βρήκε τον Χάνς φοιτητή – και αργότερα αναπληρωτή καθηγητή – φιλοσοφίας στο διάσημο πανεπιστήμιο της Χαιδελβέργης, όπου γνώρισε τη σύντροφο και γυναίκα της ζωής του, την Ρίτα, με την οποία απέκτησαν μια κόρη, την Γερτρούδη.

Όπως και ο πατέρας της, ετσι και η Γερτρούδη, ουδέποτε έμαθε το κρυφό, φρικιαστικό μυστικό που κρύβοταν στο γενεαλογικό της δέντρο. Μάλιστα, ο πατέρας της τής διηγούταν συχνά – και η ίδια πάντα με περηφάνεια επαναλάμβανε – πολλές ιστορίες για αυτόν που νόμιζε ώς παππού της, που ήταν – και είναι πάμπολλες οι μαρτυρίες γι’αυτό, αγαπητέ αναγνώστη – ο ζυθοποιός που έφτιαχνε την καλύτερη, την πιο περίφημη, την πιο γευστική και πλούσια σε αφρό weissbier δυτικά της Marienplaatz.

Όσο για την ίδια τη Γερτρούδη, ήταν ενα χάρμα οφθαλμών, και τίποτε δεν πρόδιδε την πραγματική της καταγωγή, εξόν ίσως απο το τόσο χαριτωμένο τσουλούφι στη φράντζα που έπεφτε στο κατάλευκο μέτωπο της (και που έκανε όλους τους συμμαθητές της στο Γυμνάσιο να την φωνάζουν Emo), και, ίσως, κάποια μακρινή ομοιότητα – ω, μή γελάσετε αγαπητοί αναγνώστες – του τριχώτου του εφηβαίου της με το μουστάκι του βιολογικού της παππού, ομοιότητα όμως που η ίδια, έστω και άθελα της, απέκρυπτε – μια και συνήθιζε να το ξυρίζει επιμελώς.

Μάλιστα, αγαπητέ αναγνώστη, ήταν ακριβώς αυτό το τσουλούφι, που σε ένα αναπάντεχο γύρισμα της μοίρας, τράβηξε εκείνη τη νύχτα, σε κείνη τη μπυραρία στο Μόναχο, την προσοχή του Κίρκου, του τρελαμένου και φανατικού ΜΠΑΟΓΚτζή, που μέσα στο μεθύσι της μπύρας και της νίκης της αγαπημένης του ομάδας στον εκτός έδρας αγώνα με την Μπάγιερν, την καλύτερη ίσως ποδοσφαιρική ομάδα της Κεντρικής Ευρώπης, πλησίασε την Γερτρούδη και προσπάθησε να της μάθει – με αρκετά καλή επιτυχία, υπο το φως των περιστάσεων – πως να προφέρει σωστά το σύνθημα “Γαύροι μουνιά, γαμώ τον Πειραιά”, χαρίζοντας άπειρα γέλια τόσο στην ίδια οσο και στην ομήγυρη τους.

Τόσο γέλασε η Γερτρούδη εκείνη τη νύχτα, που όχι μόνο ερωτεύτηκε τον Κίρκο, όχι μονο παράτησε την μέχρι τοτε αγαπημένη της ομάδα, την Μπάγιερν για χάρη του ΜΠΑΟΓΚ, αλλα έφυγε και απο τη Γερμανία – τη μοναδική χώρα που είχε γνωρίσει στα 21 χρόνια της ζωής της και, ακολουθώντας τον αγαπημένο της, εγκαταστάθηκε – παρά τις αμήχανες, θα λέγαμε, αντιρρήσεις του πατέρα της – μόνιμα στην Θεσσαλονίκη. Εγινε μάλιστα δεκτή στο Πανεπιστήμιο της πόλης (Τι “ποιό Πανεπιστήμιο”, αγαπητέ αναγνώστη; Ένα ειναι το Πανεπιστήμιο!)

Που να γνώριζε, η άτυχη Γερτρούδη, οτι το καλά φυλαγμένο εκείνο μυστικο, τόσο καλά φυλαγμένο που η ίδια ούτε το υποψιαζόταν, θα σημάδευε τόσο φρικιαστικά τη ζωη της, πάνω απο μισόν αιώνα αργοτερα? Και όμως! Με το που πάτησε το πόδι της στήν σχολή, την ίδια μάλιστα νύχτα, άρχισαν οι εφιάλτες. Στήν αρχή δεν ήταν παρά λίγο παράξενα όνειρα, όπως αυτα που βλέπουμε όλοι μας μερικές φορές, ίσως λίγο περισσότερο όταν είμαστε αγχωμένοι η κουρασμένοι, και γι αυτό μάλλον η Γερτρούδη δεν τους έδωσε σημασία.

Άντί όμως τα όνειρα να χαθούν και να φύγουν, νύχτα με τη νύχτα γίνοταν όλο και πιο φρικιαστικά, βυθίζοντας την φτωχή Γερτρούδη στην κατάθλιψη. Κάθε νύχτα, μα κάθε νύχτα, ονειρευόταν τα φρικιαστικά, κατακαμμένα πτώματα των εβραίων θυμάτων του Αδόλφου Χίτλερ, να βγαίνουν απο τους ομαδικούς τους τάφους και να την κυνηγούν ουρλιάζοντας στο δάσος. Και κάθε, μα κάθε πρωί – ελάχιστα πρίν την αρπάξουν στα νύχια τους τα τερατώδη πλάσματα του ονείρου της, στην ίδια πάντα εκείνη γωνία του ξέφωτου στο ονείρικό της δάσος – η Γερτρούδη ξυπνούσε απότομα ουρλιάζοντας, λουσμένη στον ιδρώτα, χώρις να θυμάται τίποτε απο το όνειρο που είδε, αλλά κουρασμένη και καταπονεμένη σαν να μην κοιμήθηκε ούτε ενα δευτερόλεπτο.

Βλέπετε, αγαπητέ αναγνώστη, κάποια περίεργη σύμπτωση, η ίσως κάποια εκδικητική και σαδιστική μοίρα, ήθελε το κτίριο της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου, στην οποία η Γερτρούδη είχε επιλέξει να σπουδασει Γερμανική Φιλολογία, να έχει θεμελιωθεί πάνω απο το Εβραικό νεκροταφείο της πόλης – γεγονός για την επίσημη αναγνώριση του οποίου ακόμα μάχεται η μικρή αλλά ενεργή κοινότητα των Εβραίων κατοίκων της πόλης.

Και εαν πιστεύετε στην μοίρα αντί για τη σύμπτωση, αγαπητέ αναγνώστη, τότε ενδεχομένως να πιστεύετε και στα φαντάσματα. Εγώ ο ίδιος θα δυσκολευόμουν να πιστέψω, εαν δεν είχα γνωρίσει τη Γερτρούδη προσώπικα και δεν είχα δεί τις ρυτίδες κάτω απο τα μάτια της, εαν δεν ειχα δει τα μαλλιά της, που απο κατάμαυρα και λαμπερά που ήταν, είχαν αρχίσει να χάνουν το χρώμα τους στις ρίζες.

Ήταν όντως τα φαντάσματα των θαμμένων στο νεκροταφείο Εβραίων, που τυφλά και φρικιαστικά αναζητούσαν εκδίκηση απο την Γερτρούδη για τους πενήντα χιλιάδες γιούς, κόρες, ανηψιούς και ανηψιές, εγγόνια και δισέγγονα που βρήκαν φριχτό θάνατο στα κρεματόρια του βιολογικού της παππού στο Άουσβιτς και το Μπίρκεναου;

Δεν θα μάθουμε ίσως ποτέ με σιγουριά, αγαπητέ αναγνώστη, αλλά όπως συνήθιζε να λέει κάποιος που τώρα μου διαφεύγει το ονομά του, όταν εξαιρέσεις το αδύνατο, αυτό που μένει, όσο παράλογο και εαν φαίνεται, δε μπορεί παρά να είναι πραγματικό. Και τι δεν έκανε η Γερτρούδη στήν εξαίρεση του αδύνατου. Πόσους και πόσους γιατρούς επισκέφτηκε, πόσους ψυχολόγους, ψυχίατρους, ενδοκρινολόγους – μέχρι και σε οφθαλμίατρο πήγε, μήπως και τα κομψά γυαλιά με τον λεπτό κοκκάλινο σκελετό που συνήθιζε να φοράει απο το Λύκειο της προκαλούσαν πρόβλημα.

Σε πόσες χαρτορίχτρες, σε πόσες καφετζούδες δεν πήγε προσπαθώντας να ανακαλύψει την πηγή του εφιάλτη που στοιχείωνε τις νύχτες, και τώρα πια και τις μέρες της. Γιατι πλέον τα φαντάσματα – η ό,τι κι αν ήταν αυτά, αγαπητέ αναγνώστη, αλλά για ευκολία ας δεχτούμε, έστω και ως σχήμα λόγου οτι επρόκειτο για φαντάσματα – κυνηγούσαν την άμοιρη Γερτρούδη ακόμα και τη μερα, μετατρέποντας τη ζωή της σε μαρτύριο. Δεν έβγαινε απο το σπίτι, δεν διασκέδαζε, δεν έτρωγε – μέχρι και ο αγαπημένος της ΜΠΑΟΓΚτζής, στο τέλος την παράτησε για κείνη την κοκκινομάλλα με τα μεγάλα βυζιά. Σέρνοταν κλειδαμπαρωμένη στο μικρό της διαμέρισμα, μην τολμώντας να ξεμυτίσει απο τον φόβο και τον τρόμο που την περίμενε εκει έξω, κουκουλωμένη στο κρεββάτι της τρέμοντας μή τυχόν και αποκοιμηθεί.

Μέχρι που μια μέρα, αγαπητέ αναγνώστη, εντελώς άξαφνα και αναπάντεχα, οι εφιάλτες άρχισαν να υποχωρούν. Σταδιακά στήν αρχή, όπως εμφανίστηκαν, κατάφερνε να ξεφύγει όλο και πιο πολύ απο τα φρικιαστικά πτώματα που την κυνηγούσαν σε κείνο το ξέφωτο κάθε φορα που αποκαμωμένη την έπαιρνε ο ύπνος, κάθε νύχτα το όνειρο χάνοταν όλο και πιο πολύ μέσα σε μια μυστηριώδη ομίχλη, και η Γερτρούδη άρχισε σιγά σιγα να επανακτά την προηγούμενη όψη της και  να επιστρέφει, θα λέγαμε, στον κόσμο των ζωντανών.

Δεν έμαθα ποτέ εαν η Γερτρούδη – την οποια εχω χρόνια να δω, αγαπητέ αναγνώστη – φαντάστηκε έστω και τη σχέση που θα μπορούσε να έχει η σχολή που φοιτούσε, με τους εφιάλτες που τη στοιχείωναν. Ωστόσο γνωρίζω οτι – τυχαία; – η υποχώρηση των φρικιαστικών αυτών ονείρων συνέπεσε χρονικά με την απομάκρυνση της απο τη σχολή – λόγω του ίδιου του φόβου και της φρίκης που την έφεραν στο χείλος της αποξένωσης απο την ίδια τη ζωη της.

Και ίσως έχω αρχίσει πλέον να πιστεύω ακόμα κι εγω πως μπορεί να μην ήταν η τύχη, αλλα η μοίρα, αγαπητέ αναγνώστη, μια μοίρα που οσο άσπλαχνη και εκδικητική ξέρει να γίνεται, τόσο γνωρίζει και να απαλύνει τις πληγές ακόμα και του βαθύτερου πόνου με τα γυρίσματα της, που έκανε τη Γερτρούδη να παρατήσει τη σχολή της – απο την οποία άλλωστε απουσίαζε πλέον για πάνω απο εφτά εξάμηνα – και να ξαναδώσει εισαγωγικές εξετάσεις, περνώντας αυτή τη φορά στήν Ιατρική Σχολή του ίδιου πανεπιστημίου.

Το κτίριο της οποίας όμως, όπως ίσως μπορεί να γνωρίζετε, αγαπητέ αναγνώστη, αντί να είναι θεμελιωμένο πάνω στο Εβραικό νεκροταφείο όπως η Φιλοσοφική, είχε χτιστεί εκει που κάποτε βρίσκοταν κάτι κοτέτσια.

Και ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος, αγαπητέ αναγνώστη, που με έκανε να υποψιαστώ, και να ψάξω το παρελθόν της Γερτρούδης, ανκαλύπτοντας με κόπο ύστερα απο χρόνια όλα αυτα τα φρικιαστικά μυστικά που σήμερα μοιράζομαι μαζί σας, και που η Γερτρούδη ακόμα δέν γνωρίζει και που ελπίζω να μην της τα αποκαλύφετε ποτε, αγαπητέ μου αναγνώστη και σύντροφε μου σ’αυτό το μοναχικό ταξίδι της αποκάλυψης που άλλαξε συθέμελα όλα τα μέχρι τώρα μου πίστευω, και ίσως – ποιός ξέρει; – να αλλάξει, αγαπητέ αναγνώστη και τα δικά σας πιστεύω.

Γιατί – και αυτή τη φορά πολύ δύσκολο θα ήταν να το επιρρίψει κάποιος στήν Τύχη, αγαπητέ αναγνώστη – με το που γράφτηκε η Γερτρούδη στην Ιατρική Σχολή, τα όνειρα με τα πτώματα ξανάρχισαν.

Μόνο που, αυτή τη φορά, επρόκειτο για πτώματα κοτόπουλων.

Οπώς λένε, η θέληση του Θεού είναι άγνωστη – το ίδιο άγνωστη όμως ειναι, αγαπητέ αναγνώστη, και η θέληση των πνευμάτων. Πείτε με αν θέλετε τρελό, πείτε με παράφρονα – η ίδια η Γερτρούδη το έκανε, και απο τότε δυστυχώς ξέκοψε μαζί μου – αλλά τώρα πια πιστεύω πραγματικά απο τα βάθη της ψυχής μου οτι τα όνειρα με τα ψητά κοτόπουλα, τις κοτομπουκιές, τα κοτόπουλα φούρνου με πατάτες, τα κοτοσουβλάκια και τα κοτομπέικον που άρχισε να βλέπει η Γερτρούδη απο την εγγραφή της στο χειμερινό εξάμηνο και μετά, δεν ήταν διόλου τυχαία. Βέβαια σ´αυτήν δημιουργούσαν μάλλον όρεξη παρα τρόμο (και παρότι ντρέπομαι που το λεω αγαπητέ αναγνώστη, πρέπει να ομολογήσω οτι η Γερτρούδη απο τότε έβαλε τα κιλάκια της), εμένα όμως τα όνειρα της Γερτρούδης με τρόμαξαν.

Σήμερα η Γερτρούδη είναι μια επιτυχημένη εντατικολόγος με λαμπρή ιατρική καριέρα, και – νάτην πάλι αυτή η αδυσώπητη μοίρα! – δουλέυει στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Τελ Αβίβ σώζωντας τις ζωές των γιών, των ανηψιών, των εγγονών και των δισέγγονων – και ορισμένες φορες ακόμα και των ίδιων, ίσως, ανθρώπων που κατάφεραν να γλυτώσουν απο τη μοίρα που τους επιφύλασσε το ανθρώπινο αυτό τέρας που έμελλε να την φέρει στόν κόσμο.

Μαθαίνω δε – δίχως, θα σας το αποκαλύψω αγαπητοί αναγνώστες, να αποφεύγω κάποιαν ελαφριά πικρία – πως λίαν προσφάτως επανδρεύθη (μεθ’επαίνων εκ του πατρός της) μετά δημοσίου υπαλλήλου τίνος και ακαδημαικότος δε, κατέχοντα θέσιν σημαντική και σταθερήν εργασίαν ως μέλος ισόβιον της CODASYL, της επιτροπής προτυποποιήσεως της γλώττας ηλεκτρονικού εγκεφάλου COBOL.

Οσο για μένα, αγαπητέ αναγνώστη, εγω – όσα χρόνια και αν εχουν περάσει απο τότε – απο κάποιο ανεξήγητο φόβο που έχει φωλιάσει μέσα μου και μου ροκανίζει σαν σαράκι τα σωθικά, δεν μπορώ να βάλω στο στόμα μου κοτόπουλο.


Ο Γέρος και η Θάλασσα

Κάποτε, τα οχι και τόσο παλιά χρόνια, ζούσε ενας γέρος ψαράς. Κάθε πρωί έβγαινε στη θάλασσα πρίν το ξημέρωμα, έριχνε τα δίχτυα του και τα παραγάδια του για να πιάσει τα ψάρια στον ύπνο, που λένε, και γύριζε αργά το βράδυ στη στεριά, για να πουλήσει την ψαριά του στη μικρή αλλά ζωντανή ψαραγορά της εξίσου μικρής παραθαλάσσιας πόλης που ζούσε ολα τα χρόνια της ζωής του.

Κάθε μέρα, εκτός απο τώρα τελευταία που δεν είχε καταφέρει να ψαρέψει ούτε μαρίδα. Τι γαρίδες τους έριχνε για δόλωμα, τι σκουλήκια, τι ψωμοτύρια, μέχρι και μια μπριζόλα μοσχαρίσια με σάλτσα Στρογγανώφ πέταξε στη θάλασσα απο την απελπισία του μπάς και πιάσει κανένα γκουρμέ ψάρι. Μάταια όμως. Καθέ μέρα εδω και ογδόντα-πόσες μέρες, άδειο έριχνε το δίχτυ του και το παραγάδι του, άδειο το ανέβαζε.

Μ’αυτά και μ’εκείνα, του’φυγε και ο βοηθός του, ο πιτσιρικάς μαθητευόμενος. Τον έπιασαν μια μερα οι γονείς του και του είπαν να βρεί άλλο αφεντικό να κανει μαθητεία. “Είναι σκέτη αποτυχία ο γέρος”, του είπαν. Ηταν καλός ο πιτσιρικάς, επιαναν τα χέρια του στο ψάρεμα,  τον αγαπούσε τον γέρο, και πότε-πότε – οχι και πολύ συχνά όμως -  αποκαμωμένος απο τον κάματο της δουλειάς, τον άφηνε να του σφίγγει και κανέναν κρύο πάνω στο μικρό ψαροκάικο καθώς κοίτουσαν τον ήλιο που έδυε αργά απλώνοντας τα χρώματα του στην καταγάλανη θάλασσα.

Αυτά σκεφτόταν ο γέρος, όρθιος στο καίκι του, κοιτάζοντας τους γλάρους που βουτάγανε πότε πότε στην απέραντη θάλασσα που εκτείνοταν παντού γύρω του, ενω προετοίμαζε και δόλωνε το παραγάδι του. “Σήμερα όμως θα τα καταφέρω”, σκέφτηκε, καθώς μετέφερε το παραγάδι στο πίσω μέρος της βάρκας, έτοιμος να το πετάξει στη θάλασσα. Στάθηκε μια στιγμή ακίνητος, κι έριξε μια ματιά γύρω του.

Όπου κι αν κοίταζε, έβλεπε θάλασσα και ξανά θάλασσα.

Ξαφνικά την ειχε σιχαθεί τόση θάλασσα.

“Ε ΑΕΙ ΓΑΜΗΣΟΥ ΚΙ ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΙ ΣΟΥ!”, φώναξε με όλη του τη δύναμη στη θάλασσα ο γέρος.

Αφουγκράστηκε για μια στιγμή, μήπως τυχόν και πάρει απάντηση, αλλα η θάλασσα τον έγραψε στα πελώρια, θαλάσσια αρχίδια της.

Ο γερος πέταξε το παραγάδι στην άκρη, και γύρισε στην ακτή. Πούλησε το καϊκι του, πήρε κι ενα δάνειο απο την Πειραιώς, και άνοιξε γυράδικο στην παραλία, “ΓΥΡΟΣ-ΣΟΥΒΛΑΚΙ-ΣΟΥΤΖΟΥΚΑΚΙ”. Έβαλε και τον πιτσιρικά να δουλεύει ψητάς.

Και έγινε πλούσιος.


Η συντομη ιστορια του αγαθου βασιλεως Ριχαρδου

Καποτε, τα παλια παλια χρονια, σε μια μακρινη χωρα, ζουσε ενας βασιλιας, ονοματι Ριχαρδος ο Κουνελοκαρδος. Δεν ονομαζοταν ομως παντα ετσι. Την εποχη της βασιλειας του πατερα του ηταν γνωστος απλα ως Ριχαρδος – μεχρι την ημερα που ο πατερας του σκονταψε και επεσε καταλαθος πανω στο μαχαιρι της κουζινας που κρατουσε ο θειος του, ο οποιος ανελθεις ευθυς αμεσως εις τον θρονο, ειχε βασιλειαν συντομη και ληξασα αδοξως, οταν εδαγκωθη υπο γαζελας τινος σε καποιο κυνηγι και απεθανεν, αφηνοντας τον θρονον εις τον ανηψιο του τον Ριχαρδο.

Το παρατσουκλι Κουνελοκαρδος ο Ριχαρδος το απεκτησε οταν καποιος μικροψυχος και κακεντρεχης ιατρος υπηρετων εις το ΙΚΑ, κοιταζοντας την ακτινογραφια που κατεθεσε ο Ριχαρδος στην γραμματεια του θρονου κατα την τελετη ενθρονισης του, σχολιασε οτι το σχημα της καρδιας του ητο κονικλοειδες.

Ανατραφεις εις τα καλλιτερα κολλεγια, ο Ριχαρδος ο Κουνελοκαρδος ητο ευγενικος, πραος και συνετος, αρχες που σημαδψαν ανεξιτηλα τη βασιλεια του. Κυβερνητης δικαιος και καλοκαρδος, ουδεποτε αφησε το μισος και την κακια να εισχωρησουν εις τας ψυχας των υπηκοων του.

Και πραγματι, η βασιλεια του ηταν απο τις ειρηνικοτερες που γνωρισε ποτε στην ιστορια της η ενδοξη εκεινη χωρα. Η νομιμοφροσυνη και η ακεραιοτητα του χαρακτηρος ανυψωθηκαν σε ανωτατες αξιες στην συνειδηση του καθε πολιτη, απο τον μεγαλυτερο γαιοκτημονα μεχρι τον φτωχοτερο χωρικο, μεχρι που ορισμενοι ελεγαν οτι δεν βασιλευε ο Ριχαρδος ο Κουνελοκαρδος, αλλα η Ειρηνη η ιδια.

Οχι πως ο Ριχαρδος ανεχοταν το εγκλημα, το αντιθετο μαλιστα. Οποιος εξεπιπτε εις παραβατικας συμπεριφορας, οπως η ασεβεια εις τους γεροντους η η αποπειρα διαγωνιου διασχισεως του οδοστρωματος εξωθεν των διαγραμμισμενων διαβασεων, τιμωρουταν αυστηρα με την ποινη του υπνου χωρις γλυκο μετα το φαγητο. Τετοια ωστοσο περιστατικα αναρχιας και ανομιας ηταν λιγα, και σχεδον εξαφανιστηκαν οταν ο Ριχαρδος αντικατεστησε τον μεχρι τοτε εθνικο υμνο της χωρας, γραμμενο υπο των Rage Against the Machine, με εναν καινουριο, ειδικα συντεθειμενο και εκτελεσμενο κατα παραγγελιαν του ιδιου του Βασιλεως υπο των Duran-Duran.

Ουδεις πολιτης εδιανοειτο να βρισει σκιαιως οθεν περιπεσας εις δυσκολην κυκλοφοριακην συγκυριαν, η να πτυσει αναιτιως επι του πεζοδρομιου. Ολοι οι πολιτες εκοιμοντουσαν στις δεκα η ωρα, αντι να ξενυχτανε στα καταγωγια ανησυχωντας τας γηραιας μητερας των, και η εγκληματικοτης επεσε εις το μειον ενα της κλιμακος Kelvin. Οταν δυο ανθρωποι συνατιοταν στον δρομο το πρωι, ελεγαν παντα καλημερα ο ενας στον αλλον, οχι απο το φοβο της ποινης, αλλα απο την βαθια αισθηση κοινωνικου δικαιου που ο Ριχαρδος ειχε εμφυσησει με τη συμπεριφορα και το παραδειγμα του στους υπηκοους του. Και ουδεις, ουδεποτε, εδιανοηθη να αφηση φαγητον περισσευμενο εις το πιατο του, μετα το τελος του γευματος.

Δεν ητο τυχαιο λοιπον, που η χωρα περιεπεσε εις βαθυν πενθος, και εκτοτε διαγει μακρα περιοδον αναρχιας και αταξιας, μετα απο εκεινη την αποφραδα ημερα του Ιουνιου που αγριοι και αγνωμονες Βικινγκς εκαναν αποβαση εις την ειρηνικην τουτη χωρα μεσα σε μια φρεγατα γεματη κρεμμυδια, αρπαξαν – αγενεστατως! – τον Ριχαρδο τον Κουνελοκαρδο, και τον εκαναν στιφαδο.


Η τραγικη ιστορια του καθηγητη Μητσιμποναμ.

Οσοι πολλοι ηταν αυτοι που ειχαν ακουσει για τον διασημο καθηγητη Τζων Μητσιμποναμ σε ολοκληρη την υφηλιο, αλλοι τοσοι λιγοι ηταν και αυτοι που ειχαν εστω και μια φορα στη ζωη τους την τυχη να τον δουν στη μικρη επαρχιακη πολη που ζουσε. Να τον δουν, εννοειται, εξω απο τις αιθουσες διδασκαλιας και τα εργαστηρια του μικρου αλλα λαμπρου και καταξιωμενου πανεπιστημιου στο οποιο διδασκε, καταξιωση η οποια εν μερει οφειλοταν και στον ιδιο τον καθηγητη Μητσιμποναμ. Τι Στουτγαρδες, τι Ουτρεχτες, τι Μεδιολανα, τι Βορειες Καρολινες, τι Αιοβες, Τοκια και Μελβουρνες ειχε αυτος ο λιτος και απεριττος ανθρωπος απαρνηθει, για να ολοκληρωσει το εργο της ζωης του στο πανεπιστημιο της αγαπημενης του πολης.

Η ιδεα του ηρθε αξαφνα ενα απογευμα, οταν σε καποιο διαλειμμα, κουρασμενος απο τον καματο της σκληρης εργασιας, καθησε στην αναπαυτικη πολυθρονα του γραφειου του και – λιγακι εθισμενος οπως ηταν, πρεπει να το παραδεχτουμε, στην χρηση του Internet – εριξε μια ματια στον αγαπημενο του, διασημο ιστοχωρο κοινωνικης δικτυωσης, τον επονομαζομενο Φαψεβοοκ. Ανεκαθεν τον συναρπαζε το γεγονος οτι εκει μεσα εβρισκε μια μικρογραφια της κοινωνιας, με τα μιση, τις φιλιες, τα παθη και τους ερωτες της ζωης, ολα καταγεγραμμενα και προσπελασιμα εκει μπροστα του, σαν στο μικρο τεφτερι του μπακαλη πατερα του, που παντα περιεργαζοταν με δεος οταν ηταν μικρος.

Καθως λοιπον εκεινο το ζεστο Αυγουστιατικο απογευμα, ο καθηγητης Μητσιμποναμ ηταν ετοιμος να αγνοησει ακομα μια προσκληση σε αλλη μια ιδεατη κυβερνομαδα του ιστοχωρου, στην οποια τον ειχε προσκαλεσει καποιος γνωστος του, ενιωσε ενα μικρο σκιρτημα, που αξαφνα αρχισε να φουντωνει μεσα του καθως περασε, σχεδον στιγμιαια, μια ιδεα αρχικα απλη και ασημαντη – και ομως, οπως τοσες και τοσες τετριμμενες και επιφανειακες στην πρωτη ματια ιδεες, καταφεραν να αλλαξουν τον ρου της ιστοριας, ετσι και αυτη εμελλε να αποβει καθοριστικη οχι μονο για ολοκληρη την ανθρωποτητα, αλλα και για την ζωη του ιδιου του καθηγητη προσωπικα :

“Αυτος ο ανθρωπος”, σκεφτηκε ο καθηγητης, “πως μπορει πραγματικα να πιστευει οτι μπορει να σωσει τα καημενα τα δελφινια απο το αγαστο μενος των δελφινοθηρων με τα πελωρια αλιευτικα θωρηκτα τους, απλα και μονο προσκαλωντας κοσμο σε μια κυβερνομαδα του Φαψεβοοκ;”

Και αμεσως μετα, σκεφτηκε:

“Κι ομως… Αν μπορουσε;”

Αμεσως καταλαβε ποσο δυνατη, αν και φαινομενικα απραγματοποιητη, ηταν αυτη η ιδεα. Τι θα γινοταν αν μπορουσε να πραγματοποιησει τις απλες, καθημερινες ελπιδες και ονειρα που τοσο απεριφραστα και αυθορμητα εξεφραζε ο απλος κοσμος μεσα απι τις κυβερνομαδες του Φαψεβοοκ; Δεν θα γινοταν ο κοσμος καλυτερος; Δεν θα πραγματοποιουταν επιτελους εκεινο το ασβηστο ονειρο της αυθορμητης, αμεσης λαικης δημοκρατιας, που τοσο ταλανιζε εδω και αιωνες την ανθρωποτητα; Και ποιος νους, οσο μοχθηρος και να ειναι, θα μπορουσε να αντισταθει στην αγνη, αμολυντη και αδολη θεληση των απλων, καθημερινων ανθρωπων, εαν αυτοι ειχαν την δυναμη να την πραγματοποιησουν;

Τοτε ηταν που αποφασισε να αφιερωσει τις γνωσεις και τις ικανοτητες του στην πραγματοποιηση αυτου του σκοπου. Ποσες ατυχιες, ποσα εμποδια δεν μπηκαν μπροστα του σ’αυτη τη μακρινη και δυσκολη πορεια. Ποσα τεχνικα εμποδια τον δυσκολεψαν, ποσοι μοχθηροι ανθρωποι και υπογεια συμφεροντα προσπαθησαν να τον εμποδισουν! Αλλα και ποση χαρα ενιωθε καθε νυχτα, οταν κλεισμενος στο εργαστηριο του καταφερνε να λυσει ακομα μια διαφορικη εξισωση, εφαρμοζε ακομα μια γραμμικη παλινδρομηση, ρυθμιζε ακομα ενα κατωφλι ενεργοποιησης νευρωνα στο καλοζυγισμενο του νευρωνικο δικτυο, εξεταζε ακομα μια εξαρτηση αρχικης συνθηκης ενος παραξενου τανυστη, εγραφε ακομα μια μικρη αλλα σημαντικη γραμμη κωδικα, μικρα αλλα ασημαντα βηματα που τελικα τον εφερναν ολο και πιο κοντα στον τελικο του στοχο!

Η πρωτη δοκιμη ηταν δυσκολη. Επρεπε να βρεθει ενας στοχος που θα ηταν σημαντικος μεν, αρκετα πιθανος να πραγματοποιηθει, δε. Αποφασισε να δοκιμασει με την κυβερνομαδα στην οποια αρχικα τον ειχε προσκαλεσει ο φιλος του, εκεινη με τα δελφινια. Την επελεξε, εισηγαγε τον υπερσυνδεσμο της στο συστημα, και πατησε το πληκτρο Enter. Ακουσε τον γνωριμο ηχο των μηχανηματων γυρω του, καθως γουργουριζαν επεξεργαζοντας ολες τις σχετικες πληροφοριες, και στελνοντας ησυχα και αθορυβα ολες τις καταλληλες εντολες στα διασυνδεδεμενα υπερδικτυα, μεταβαλλοντας ελαχιστα τις φαινομενικα αθωες εκεινες παραμετρους που το μοντελο του υπολογισε οτι τελικα θα επεφεραν τις αναγκαιες αλλαγες ωστε να επιτευχθει το επιθυμητο αποτελεσμα.

Για μια μερα δεν εγινε τιποτα. Η δευτερη και η τριτη μερα μετα την δοκιμη περασαν μεσα στην αναμονη. Την τριτη ημερα, ο καθηγητης αρχισε να νιωθει απογοητευση, οταν ξαφνικα επεσε το ματι του στην εφημεριδα ενος συναδελφου, η οποια ανακοινωνε με πηχαιους τιτλους: “Ανατροπη στο κατεστημενο! Η Ανωτατη Αλιευτικη Επιτροπη αποφασισε ξαφνικα την οριστικη απαγορεση της δελφιναλιειας! Πως αντεδρασαν οι περιβανβαντολολογοι, και πως απαντησαν οι εξοργισμενοι δελφιναλιεις! Στα νεα του Αντεννα, στις οχτω και μιση!”

Αργα αλλα σταθερα, η εφευρεση του καθηγητη Μητσιμποναμ αρχισε να αλλαζει το προσωπο του κοσμου. Οτι πλεον επιθυμουσε ο καθενας, μπορουσε να το εκφρασει με μια κυβερνοομαδα, και αν η συλλογικη θεληση ηταν αρκετα ισχυτη ωστε να περασει τα φιλτρα θορυβου και τα προσεκτικα ρυθμισμενα κατωφλια ενεργοποιησης, μπορουσε να ηταν σχεδον σιγουρος οτι η επιθυμια του θα γινοταν πραγματικοτητα.

Ποσες και ποσες βαθιες και ασιγαστες επιθυμιες του κοσμου εγιναν επιτελους πραγματικοτητα χαρη στον καθηγητη Μητσιμποναμ! Η βουλευτικη ασυλια αρθηκε εν μια νυκτι. Ο Ολι Ρεν δεν πηρε ποτε πισω τα Καγιεν. Τα δελφινια σωθηκαν. Τα παιδακια στην Αφρικη δεν γνωρισαν ποτε ξανα την πεινα, η Μακεδονια παρεμεινε για παντα Ελληνικη, και η Καρλα Μπρουνι πηγε με ολους. Επιτευχθηκε επιτελους η παγκοσμια ειρηνη, και θεσπιστικαν αυστηροτερες ποινες για τους παραβατες των ορων αναστολης. Εκλεισαν ολα τα κυλικεια στα πανεπιστημια και στη θεση τους ανοιξαν γυραδικα, και κερδηθηκε επιτελους η μαχη εναντια στο 3,14159265358979.

Και, ως εκ θαυματος, τα περιφημα εκεινα, πανυψηλα φοινικοδεντρα της Κρητης που ορθονωταν περηφανα στις πλατειες και τους καμπους, σωθηκαν επιτελους απο τον προαιωνιο θανατηφορο εχθρο τους, τον μοχθηρο και μισητο Ροδοχρουν Ακανθαρο, η οπως ουτως εκαλειτο εις την καθομιλουμενην της εποχης τοιαυτης, κοκκινο σκαθαρι.

Ποτε κανεις δεν εμαθε τι ακριβως εγινε την αποφραδα εκεινη νυκτα. Ηταν υποχθονιο εργο των φρικτων και σκοτεινων κυκλων της εβραιομασωνικης νεας ταξης πραγματων, που φοβοταν την αποδυναμωση της εξουσιας της, οπως ισχυριζονται ορισμενοι;

Η ηταν απλα μια ατασθαλια εκεινων των οκνηρων και φυγοπονων μεν, καλοκαρδων δε κατα βαθος φοιτητων, που θελησαν να κανουν μια αθωα φαρσα στον καθηγητη Μητσιμποναμ, οταν, υστερα απο ενα παρτυ στο προαυλιο της Σχολης Αρνητικων Επιστημων με μπυρες, σουβλακια, και μια, πρεπει να το παραδεχτουμε, τοσο αμελητεα ποσοτητα ναρκωτικων τοσο ελαφρων που δεν θα συγκινουσαν ουτε νεοκοπο εισαγγελεα πρωτοδικων επαρχιακης πολης, εκαναν ολοι μαζι αιτηση συμμετοχης στην κυβερνομαδα που καποιος απο αυτους ειχε δημιουργησει, προφανως χαριν αστειισμου, με τιτλο “ΣΩΣΩΝ ΚΥΡΙΕ ΤΑΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΟΥΣ ΗΜΩΝ, ΟΙΤΙΝΕΣ ΕΙΡΗΝΙΚΩΣ ΕΜΦΩΛΙΑΖΟΥΝ ΕΝΤΟΘΕΝ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΥ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΕΩΣ”.

Οπως και να εχει η αληθεια περι των προθεσεων των υποκινησαντων την ποταπην αυτην πραξη, ενας εκ των τελικως διασωθεντων εκ του Κυριου αλιγατορων, δεν ητο καθολου ειρηνικος και φιλησυχος – απεναντιας, εκεινη την κρυα νυχτα του Οκτωμβριου με μ, που ολοι απο τοτε θυμομαστε και τιμουμε με οδυνη ταιριαστη εις μια τετοια θλιβεραν περιστασην, ορμηξε εις τον καθηγητην την ωρα που εκεινος εξερχετο εκ του γραφειου του, κατασπαραζοντας τον καθ’ολοκληριαν – μη αφηνοντας αφαγωτη μηδε την τελευταιαν τριχαν της κεφαλης του ατυχου καθηγητεως Μητσιμποναμ.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 114 other followers